Τρίτη 9 Ιουνίου 2026

Οι έμποροι της «σταθερότητας»

Όταν μια κυβέρνηση δεν μπορεί εύκολα να υποσχεθεί αλλαγές προς το καλύτερο και να επενδύσει στο μέλλον, τότε το μόνο που της απομένει είναι να υποστηρίξει ότι προσφέρει «σταθερότητα». Να «παίξει» δηλαδή με τον φόβο που γεννούν οι αβέβαιες καταστάσεις.
Αυτό φαίνεται να ισχύει και για την κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη και της Νέας Δημοκρατίας. Που μπροστά στις εκλογές επενδύει ιδιαίτερα σε ένα αφήγημα ότι μόνο αυτοί μπορούν να προσφέρουν «σταθερότητα» στη χώρα και πώς οτιδήποτε άλλο θα οδηγούσε σε περιπέτειες.
Σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα μερικοί διαπρύσιοι υποστηρικτές της ανάγκης να μην υπάρξει κυβερνητική αλλαγή, έχουν φτάσει στο σημείο όχι μόνο να υπερασπίζονται τη «σταθερότητα», αλλά και να υποστηρίζουν ότι η ελληνική κοινωνία διαιρείται σε δύο τμήματα: ένα «καλό» που θέλει ακριβώς τη σταθερότητα» και έναν «ανεύθυνο» που επιλέγοντας τη διαμαρτυρία ή αναζητώντας μια εναλλακτική απειλεί να οδηγήσει τη χώρα στην αποσταθεροποίηση.
Αυτό το αφήγημα συνδυάζεται συχνά και με τη μυθολογία για το «2015». Σύμφωνα με αυτό, τα πράγματα πήγαιναν καλά, μέχρις ότου ο «λαϊκισμός» έφερε στην εξουσία μια κυβέρνηση που οδήγησε τη χώρα στις «κλειστές τράπεζες» και τις «ουρές στα ΑΤΜ». Αντιθέτως, από το 2019 και μετά η χώρα επανήλθε στον δρόμο μιας σταθερότητας από την οποία δεν πρέπει να παρεκκλίνει ποτέ ξανά.
Βεβαίως αυτό που δεν λένε είναι ότι η χώρα κάθε άλλο παρά «σταθερή» ήταν πριν το 2015, αντιθέτως ήταν σε μεγάλη κοινωνική αναταραχή εξαιτίας των μνημονίων. Ούτε λένε ότι το 2015 η πραγματική αναστάτωση κράτησε λίγο και ότι σε μεγάλο βαθμό οφειλόταν στην πίεση που ασκούσαν οι δανειστές και ότι ήταν ακριβώς το δημοψήφισμα και η δύσκολη διαπραγμάτευση που ακολούθησαν, που εξασφάλισαν όντως τη σταθερότητα: δηλαδή ένα μνημόνιο με σαφή ημερομηνία λήξης, το 2018 όταν η χώρα βγήκε από τα Μνημόνια.
Και βέβαια, προφανώς και είναι βαθιά προσβλητικό και απαξιωτικό να παρουσιάζεται η πλειοψηφία του εκλογικού σώματος ως «ανεύθυνοι» που δεν επιθυμούν τη σταθερότητα.
Κυρίως όμως, αυτό που παρουσιάζεται ως η «κανονικότητα» και η «σταθερότητα» που έφεραν ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η Νέα Δημοκρατία, πέραν του να πατάει πάνω σε μια έξοδο από τα Μνημόνια που είχε ήδη γίνει πράξη, μαζί με ένα επαρκές «χρηματοδοτικό μαξιλάρι», στην πραγματικότητα δεν ήταν ακριβώς αυτό που συνήθως εννοούμε ως σταθερότητα. Αρκεί να αναλογιστούμε ότι μέσα στην επταετία 2019-2026 είχαμε:
Μία Πανδημία στην οποία η χώρα μας κατέληξε να έχει μερικούς από τους χειρότερους δείκτες στην Ευρώπη.
Μία κρίση κόστους ζωής που ολοένα και επιδεινώνεται και η οποία εξανεμίζει τις όποιες ονομαστικές αυξήσεις στις αποδοχές έχουν γίνει, οδηγώντας τα νοικοκυριά σε απόγνωση.
Μία από τις μεγαλύτερες σιδηροδρομικές τραγωδίες στην Ευρώπη που συγκεφαλαίωσε όλα τα προβλήματα ενός «βαλκανικού νεοφιλελευθερισμού» που αδιαφόρησε για την ολοκλήρωση αναγκαίων έργων ασφάλειας, έτσι ώστε να φτάσουν δυο τρένα να κινούνται «τυφλά» στην ίδια γραμμή σε αντίθετη κατεύθυνση, εμπεδώνοντας μια βαθιά ανασφάλεια στη χώρα (αυτό που αποτυπώθηκε στη φράση «από τύχη ζούμε»), αλλά και οδηγώντας σε μερικές από τις μεγαλύτερες συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις της Μεταπολίτευσης.
Ένα τεράστιο σκάνδαλο υποκλοπών, ένα ελληνικό Γουότεργκεϊτ, όπου το Μέγαρο Μαξίμου «άκουγε» υπουργούς, ανώτατους αξιωματικούς, δικαστικούς, δημοσιογράφους και πολιτικούς, με χρήση παράνομου κατασκοπευτικού λογισμικού, το οποίο η κυβέρνηση διαρκώς συγκαλύπτει, εκμεταλλευόμενη και τη χειραγώγηση της ηγεσίας της δικαιοσύνης που έχει πετύχει.
Ένα μεγάλο σκάνδαλο διασπάθισης ευρωπαϊκών αγροτικών ενισχύσεων, που εκτός όλων των άλλων έχει οδηγήσει και σε σύγκρουση της κυβέρνησης με ευρωπαϊκούς θεσμούς όπως η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.
Διαρκείς ενδείξεις ότι οι ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις αξιοποιούνται και για την ενίσχυση συγκεκριμένων επιχειρηματιών οι οποίοι μετά αναλαμβάνουν να δείξουν και την «ευγνωμοσύνη» τους επενδύοντας στο φιλοκυβερνητικό μηντιακό οικοσύστημα.
Όλα αυτά καμιά σχέση δεν έχουν με σταθερότητα. Πρόκειται, αντιθέτως, για μια κρίση τόσο κοινωνική όσο και θεσμική που διαρκώς οξύνεται. Άρα για μια αποσταθεροποίηση της κοινωνίας και των θεσμών. Αυτό, άλλωστε, εξηγεί γιατί η κοινωνία εκφράζει τόσο έντονη δυσαρέσκεια απέναντι στην κυβέρνηση. Γιατί ο πολίτης πλέον αντιμετωπίζει το μέλλον χωρίς μεγάλη αισιοδοξία, ιδίως εάν αναλογιστούμε ότι σύντομα θα τελειώσουν και τα κονδύλια από το Ταμείο Ανάκαμψης, την ώρα που και το ευρύτερο γεωπολιτικό πλαίσιο είναι όλο και πιο ασταθές, κάνοντας τελικά τους πολίτες ακόμη πιο ανασφαλείς.
Γιατί αυτό που η κυβέρνηση ονομάζει «σταθερότητα» είναι απλώς η παραμονή της στην εξουσία, με όσες δυνατότητες εξυπηρέτησης συγκεκριμένων συμφερόντων αυτό συνεπάγεται. Αυτό, όμως, που οι πολίτες ονομάζουν «σταθερότητα» είναι να μπορούν να κοιτάζουν το μέλλον με μεγαλύτερη αισιοδοξία και μικρότερη ανασφάλεια, ακόμη και σε καιρούς ανακατατάξεων. Και αυτό σημαίνει μια κυβέρνηση που να λογοδοτεί στους πολίτες και να προσπαθεί να βάλει τα δικά τους συμφέροντα στο επίκεντρο της προσοχής.
Άρα όταν λοιπόν οι πολίτες στρέφουν την πλάτη τους στην κυβέρνηση, όταν δηλώνουν ότι θέλουν πολιτική αλλαγή, όταν εκφράζουν προτίμηση για εναλλακτικές κυβερνητικές λύσεις, δεν είναι ούτε γιατί είναι «ανεύθυνοι» ούτε γιατί δεν αγαπούν τη σταθερότητα και προτιμούν την… αναστάτωση. Είναι γιατί αισθάνονται ότι δεν πάει άλλο με τη διαρκή και πραγματική αναστάτωση που προκαλεί στη ζωή τους η πολιτική της σημερινής κυβέρνησης, είτε αυτό αφορά την οικονομική τους κατάσταση, είτε το ευρύτερο θεσμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ζουν, μια αναστάτωση που επιτείνεται από την αλαζονεία που διαρκώς επιδεικνύει αυτή η κυβέρνηση. Και γι’ αυτόν τον λόγο, ακριβώς επειδή τελικά τη σταθερότητα επιδιώκουν, στρέφονται σε άλλες πολιτικές κατευθύνσεις. Σε τελική ανάλυση, είτε αρέσει σε ορισμένους είτε όχι, αυτό ακριβώς είναι η δημοκρατία…       Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια
Δεν βρέθηκαν σχόλια γι'αυτό το άρθρο.
Γίνε ο πρώτος που θα σχολιάσει το άρθρο χρησιμοποιώντας την παρακάτω φόρμα