Σελίδες

Δευτέρα 27 Απριλίου 2026

Γιατί οι τράπεζες δυσκολεύονται να δώσουν δάνεια στους αγρότες - Οι 4 βασικοί λόγοι

Ως έναν κλάδο με αυξημένο ρίσκο αντιμετωπίζουν οι τράπεζες τον αγροτικό τομέα, γεγονός που καθιστά δυσκολότερη την πρόσβαση των αγροτών σε τραπεζική χρηματοδότηση.
Όπως προκύπτει από την έκθεση του Οργανισμού Έρευνας και Ανάλυσης «ΔιαΝΕΟσις», η δυσκολία δανειοδότησης από την πλευρά των τραπεζών συνδέεται με τη δομή της τραπεζικής αγοράς, το μικρό μέγεθος των αγροτικών εκμεταλλεύσεων, τον κατακερματισμό της παραγωγής, τη χαμηλή συμμετοχή σε συνεταιρισμούς, αλλά και με χαρακτηριστικά πολλών αγροτικών μονάδων, όπως η περιορισμένη επιχειρηματική οργάνωση και η δυσκολία υλοποίησης μεγάλων επενδύσεων.
Η πιθανή έλλειψη εξειδικευμένης τραπεζικής γνώσης στον αγροτικό τομέα
Ένας από τους λόγους που οι τράπεζες εμφανίζονται πιο επιφυλακτικές απέναντι στα αγροτικά δάνεια ίσως έχει να κάνει με το «υφιστάμενο καθεστώς της ελληνικής τραπεζικής αγοράς», σύμφωνα με την έκθεση. Όπως αναφέρεται, μετά την εξαγορά της Αγροτικής Τράπεζας από την Τράπεζα Πειραιώς, το αγροτικό χαρτοφυλάκιο και ένα μέρος της σχετικής τεχνογνωσίας, μέσω των μεταφερόμενων υπαλλήλων, πέρασαν στον εξαγοράζοντα οργανισμό, διαμορφώνοντας ένα διαφορετικό πλαίσιο ως προς την εξειδικευμένη τραπεζική υποστήριξη του αγροτικού τομέα.
Αυτό σημαίνει ότι, παρότι επιχειρηματικά δάνεια για αγροτική παραγωγή μπορούν θεωρητικά να χορηγούνται από το σύνολο των ελληνικών τραπεζών, δεν είναι σαφές σε ποιο βαθμό υπάρχει η απαραίτητη εξειδικευμένη γνώση και υποστήριξη. Με άλλα λόγια, κατά πόσο υπάρχουν στελέχη με εμπειρία ή επιστημονικό υπόβαθρο στην αγροτική παραγωγή, ώστε να αξιολογούν ολοκληρωμένα ένα αγροτικό επιχειρηματικό σχέδιο και τις πραγματικές προοπτικές του.
Ο κατακερματισμός της παραγωγής και οι επενδύσεις χαμηλής αποδοτικότητας
Ένα ακόμη στοιχείο που κάνει τις τράπεζες πιο προσεκτικές απέναντι στα αγροτικά δάνεια είναι ο «έντονος κατακερματισμός της ελληνικής αγροτικής παραγωγής». Η ύπαρξη πολλών μικρών εκμεταλλεύσεων σημαίνει ότι κάθε παραγωγός χρειάζεται τον δικό του βασικό εξοπλισμό, ακόμη κι αν η έκταση που καλλιεργεί δεν επιτρέπει πάντα την πλήρη αξιοποίησή του. Με βάση την έκθεση, αυτό δημιουργεί μια «τεχνητά επαυξημένη ανάγκη» για επενδύσεις, με αποτέλεσμα οι δαπάνες να εμφανίζονται διαχρονικά υψηλότερες από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Στην πράξη, όμως, η εικόνα αυτή δεν μεταφράζεται απαραίτητα σε πιο αποδοτικές επενδύσεις. Όταν η παραγωγή είναι διασπασμένη σε πολλές μικρές μονάδες, μεγάλο μέρος των χρημάτων κατευθύνεται σε βασικό μηχανολογικό ή μεταφορικό εξοπλισμό, συχνά φθηνότερο ή ακόμη και μεταχειρισμένο, ενώ περιορίζονται οι επενδύσεις σε υποδομές, κτιριακές εγκαταστάσεις, φυτικό και ζωικό κεφάλαιο ή πιο σύγχρονες τεχνολογίες. Για τις τράπεζες, αυτή η εικόνα δημιουργεί επιπλέον επιφυλάξεις, καθώς η επένδυση δεν οδηγεί πάντα σε σημαντική αύξηση της παραγωγικότητας ή της ανταγωνιστικότητας μιας αγροτικής μονάδας.
Αξίζει να σημειωθεί, επίσης, η σύγκριση με τον μέσο όρο της ΕΕ, καθώς δείχνει πιο καθαρά πώς κατανέμονται οι επενδυτικοί πόροι στον ελληνικό αγροτικό τομέα. Τα στοιχεία της έκθεσης δείχνουν ότι οι δαπάνες για μηχανολογικό και μεταφορικό εξοπλισμό απορροφούν στην Ελλάδα σταθερά πολύ μεγαλύτερο ποσοστό των συνολικών επενδύσεων παγίου κεφαλαίου σε σχέση με τον μέσο όρο της ΕΕ. Από το 2005 και μετά, το μερίδιο αυτών των δύο κατηγοριών ξεπερνά σχεδόν πάντα το 72,9%, ενώ τα τελευταία χρόνια κινείται συστηματικά πάνω από το 90%, με μέσο όρο 82,3%. Στην ΕΕ, το αντίστοιχο ποσοστό διαμορφώνεται στο 59,5%, γεγονός που δείχνει πιο ισορροπημένη κατανομή των επενδυτικών πόρων. Σε φυτικό και ζωικό κεφάλαιο, ο ελληνικός αγροτικός τομέας εμφανίζει χαμηλότερες δαπάνες, που αντιστοιχούν μόλις στο 5,2% του συνολικού σχηματισμού παγίου κεφαλαίου την περίοδο 2005–2024, έναντι 10,9% στην ΕΕ. Αντίστοιχα χαμηλά παραμένουν και τα ποσοστά για κτιριακές εγκαταστάσεις και φυσικές υποδομές, στο 9,8% έναντι 23,4%, αλλά και για άλλες μορφές παγίου κεφαλαίου, όπου η Ελλάδα κινείται στο 2,7%, έναντι 6,3% στην Ευρώπη.
Με άλλα λόγια, δεν είναι μόνο θέμα πόσα επενδύονται στον αγροτικό τομέα, αλλά και πού κατευθύνονται τα χρήματα.
Η έλλειψη συνεργασίας αυξάνει το κόστος και μειώνει την αξιοπιστία
Η χαμηλή συμμετοχή των παραγωγών σε συνεταιρισμούς και συνεργατικά σχήματα αποτελεί ακόμη έναν παράγοντα που επηρεάζει τη σχέση των αγροτών με τη χρηματοδότηση. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία, εάν ο αγροτικός τομέας ήταν περισσότερο οργανωμένος σε ομάδες παραγωγών ή συνεταιρισμούς, θα μπορούσε να συγκεντρώνει καλύτερα τις ανάγκες για εξοπλισμό, να μοιράζει το κόστος και να αξιοποιεί πιο αποτελεσματικά τις οικονομίες κλίμακας. Αυτό θα έκανε τις επενδύσεις πιο αποδοτικές και, κατά συνέπεια, πιο εύκολα χρηματοδοτήσιμες από τις τράπεζες.
Στην Ελλάδα, όμως, η συμμετοχή σε τέτοιες μορφές οργάνωσης παραμένει περιορισμένη σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη. Όπως επισημαίνεται στην έκθεση, περίπου το 20% της παραγωγής περνά μέσα από συνεταιρισμούς, όταν στην ΕΕ το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει στο 40%. Η διαφορά αυτή αποδίδεται σε οργανωτικές αδυναμίες, στην έλλειψη κινήτρων τα προηγούμενα χρόνια, αλλά και στη δυσπιστία που δημιούργησαν προβλήματα διαχείρισης και βιωσιμότητας σε ορισμένα συνεργατικά σχήματα.
Η ηλικία, η οργάνωση και το προφίλ των αγροτικών μονάδων
Τα ίδια τα χαρακτηριστικά πολλών αγροτικών εκμεταλλεύσεων επηρεάζουν άμεσα τον τρόπο με τον οποίο οι τράπεζες εξετάζουν τα αιτήματα χρηματοδότησης. Η μικρή κλίμακα παραγωγής περιορίζει τη δυνατότητα μεγάλων επενδύσεων σε σύγχρονο εξοπλισμό, ενώ η οικογενειακή μορφή λειτουργίας πολλών μονάδων συχνά δεν συνοδεύεται από οργανωμένη επιχειρηματική δομή. Όπως προκύπτει από τη μελέτη του «Διανέοσις», η αδυναμία του ελληνικού αγροτικού τομέα να επενδύσει μαζικά σε νέο κεφαλαιουχικό εξοπλισμό συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με το μικρό μέγεθος των εκμεταλλεύσεων.
Παράλληλα, η ηλικιακή σύνθεση του αγροτικού πληθυσμού έχει σημαντικό ρόλο, καθώς πολλοί παραγωγοί βρίσκονται κοντά στη συνταξιοδότηση ή λειτουργούν με πιο βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, γεγονός που περιορίζει τη διάθεση για επενδύσεις που απαιτούν χρόνο για να αποδώσουν. Σε αρκετές περιπτώσεις, η περιορισμένη εξοικείωση με νέες τεχνολογίες και η δυσκολία παρακολούθησης των διεθνών εξελίξεων δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο την προσαρμογή σε ένα πιο σύγχρονο παραγωγικό μοντέλο.
Από την πλευρά του τραπεζικού συστήματος, όλα αυτά μεταφράζονται σε υψηλότερο πιστωτικό κίνδυνο και, άρα, σε πιο αυστηρή αξιολόγηση ή υψηλότερο κόστος δανεισμού. Όταν μια αγροτική μονάδα έχει μικρό μέγεθος, οικογενειακό χαρακτήρα και περιορισμένη επιχειρηματική οργάνωση, η πρόσβαση σε δανειακούς πόρους γίνεται αντικειμενικά πιο δύσκολη. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι οι τράπεζες απορρίπτουν τη χρηματοδότηση, αλλά ότι εξετάζουν με μεγαλύτερη προσοχή τη βιωσιμότητα της επένδυσης και τις πραγματικές δυνατότητες αποπληρωμής του δανείου.
Το ζητούμενο, πάντως, δεν είναι μόνο αν οι τράπεζες εγκρίνουν ή όχι αγροτικά δάνεια, αλλά υπό ποιες προϋποθέσεις μπορεί να γίνει πιο εύκολη η χρηματοδότηση των επενδύσεων στον πρωτογενή τομέα. Η έκθεση θέτει στο τραπέζι ακόμη και την πιθανότητα κρατικής στήριξης μέσω δανείων με επιδοτούμενο επιτόκιο, ώστε να μειωθεί μέρος του κόστους δανεισμού που συνδέεται με τους αυξημένους κινδύνους της αγροτικής δραστηριότητας. Σε κάθε περίπτωση, η πρόσβαση σε χρηματοδότηση δεν εξαρτάται μόνο από τις τράπεζες, αλλά και από τη δομή και την οργάνωση του ίδιου του αγροτικού τομέα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια
Δεν βρέθηκαν σχόλια γι'αυτό το άρθρο.
Γίνε ο πρώτος που θα σχολιάσει το άρθρο χρησιμοποιώντας την παρακάτω φόρμα