Σελίδες

Παρασκευή 19 Ιουνίου 2026

ΔΝΤ για κόκκινα δάνεια: Το βάρος έφυγε από τις τράπεζες αλλά παραμένει στην οικονομία

Τη μεγάλη αλλαγή που έχει συντελεστεί τα τελευταία χρόνια στην αγορά των κόκκινων δανείων στην Ελλάδα, αλλά και τις εκκρεμότητες που εξακολουθούν να κρατούν ζωντανό το πρόβλημα στην πραγματική οικονομία, αναδεικνύει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) σε νέα τεχνική έκθεσή του για το χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Η εικόνα των τραπεζών έχει βελτιωθεί θεαματικά σε σχέση με την περίοδο της κρίσης. Οι δείκτες καθυστερήσεων στους ισολογισμούς τους έχουν υποχωρήσει σε επίπεδα που πριν από λίγα χρόνια θα θεωρούνταν δύσκολα εφικτά, ενώ οι τράπεζες έχουν αποκτήσει μεγαλύτερο περιθώριο να στηρίξουν ξανά την οικονομία μέσω νέων χορηγήσεων.
Ωστόσο, το ΔΝΤ στέλνει σαφές μήνυμα ότι το ρίσκο των μη εξυπηρετούμενων δανείων δεν εξαφανίστηκε, αλλά σε μεγάλο βαθμό μεταφέρθηκε εκτός τραπεζικού συστήματος, στους servicers που διαχειρίζονται τα προβληματικά χαρτοφυλάκια και στα funds που τα κατέχουν.
Η μεγάλη εκκαθάριση των τραπεζών
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζει το Ταμείο, τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα των ελληνικών τραπεζών μειώθηκαν από 43,5% τον Ιούνιο του 2019 σε 3,3% τον Σεπτέμβριο του 2025. Η υποχώρηση αυτή προήλθε κυρίως από τις τιτλοποιήσεις μέσω του προγράμματος «Ηρακλής», αλλά και από απευθείας πωλήσεις δανείων σε επενδυτικά κεφάλαια.
Η πρόοδος είναι αναμφίβολα σημαντική, καθώς επέτρεψε στις τράπεζες να αφήσουν πίσω τους ένα μεγάλο μέρος του βάρους που συσσώρευσε η δεκαετής κρίση. Παρ’ όλα αυτά, το ΔΝΤ επισημαίνει ότι η μείωση των κόκκινων δανείων στους τραπεζικούς ισολογισμούς δεν σημαίνει και οριστική λύση του προβλήματος για την οικονομία.
Το μεγαλύτερο μέρος των επισφαλειών έχει πλέον περάσει σε ένα νέο σύστημα διαχείρισης, όπου κεντρικό ρόλο έχουν οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων. Οι servicers καλούνται να ανακτήσουν αξία από δάνεια που παραμένουν σε καθυστέρηση, να προχωρήσουν σε ρυθμίσεις όπου αυτό είναι εφικτό και να κινήσουν διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης όταν δεν υπάρχει άλλη λύση.
Το βάρος των 92,9 δισ. ευρώ

Το μέγεθος του προβλήματος παραμένει πολύ μεγάλο. Όπως αναφέρει η έκθεση, οι servicers διαχειρίζονται distressed στοιχεία ύψους 92,9 δισ. ευρώ. Από αυτά, τα 81,4 δισ. ευρώ ανήκουν σε funds, ενώ το υπόλοιπο μέρος αφορά δάνεια που παραμένουν στις τράπεζες αλλά έχουν ανατεθεί προς διαχείριση.
Το ποσό αυτό αντιστοιχεί στο 37,4% του ελληνικού ΑΕΠ για το 2025, γεγονός που δείχνει ότι τα κόκκινα δάνεια εξακολουθούν να αποτελούν ζήτημα με συστημική διάσταση. Δεν πρόκειται απλώς για ένα λογιστικό υπόλοιπο που έχει μεταφερθεί από τους τραπεζικούς ισολογισμούς σε άλλους φορείς, αλλά για ένα απόθεμα ιδιωτικού χρέους που συνεχίζει να επηρεάζει τη δυνατότητα νοικοκυριών και επιχειρήσεων να επανέλθουν σε κανονική οικονομική δραστηριότητα.
Το ΔΝΤ σημειώνει ότι τα χαρτοφυλάκια αυτά συνδέονται με περίπου 2,4 εκατ. δανειολήπτες, σε έναν πληθυσμό 10,4 εκατ. κατοίκων. Αυτό σημαίνει ότι ένα σημαντικό τμήμα της κοινωνίας εξακολουθεί να βρίσκεται σε άμεση ή έμμεση σχέση με παλιά χρέη, ρυθμίσεις, δικαστικές εκκρεμότητες ή διαδικασίες ανάκτησης.
Δανειολήπτες εκτός τραπεζικού συστήματος
Μία από τις βασικές επισημάνσεις του ΔΝΤ είναι ότι η ύπαρξη αυτού του μεγάλου αποθέματος κόκκινων δανείων περιορίζει τη βάση των δυνητικών πελατών των τραπεζών. Πολλά νοικοκυριά και επιχειρήσεις παραμένουν εκτός τραπεζικής χρηματοδότησης, καθώς θεωρούνται ακόμη μη επιλέξιμα για νέο δανεισμό.
Όσο μεγάλο μέρος της οικονομίας παραμένει εκτός τραπεζικής χρηματοδότησης, τόσο οι τράπεζες στρέφονται κυρίως σε πιο ασφαλείς και μεγαλύτερους πελάτες, με αποτέλεσμα η πιστωτική επέκταση να συγκεντρώνεται σε μεγάλες επιχειρήσεις. Έτσι, η βελτίωση των τραπεζικών δεικτών δεν μεταφράζεται αυτόματα σε ευκολότερη πρόσβαση στη χρηματοδότηση για μικρότερες επιχειρήσεις ή νοικοκυριά που έχουν βρεθεί στο παρελθόν σε δυσκολία.
Το ζήτημα αυτό αποτελεί ένα από τα πιο κρίσιμα σημεία της επόμενης ημέρας, καθώς η εξυγίανση των τραπεζών έχει ήδη προχωρήσει, όμως το ζητούμενο πλέον είναι αν μπορεί να προχωρήσει και η εξυγίανση της πραγματικής οικονομίας, ώστε βιώσιμοι δανειολήπτες να επιστρέψουν σταδιακά στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και να αποκτήσουν ξανά πρόσβαση σε τραπεζική χρηματοδότηση.
Τα εμπόδια στους πλειστηριασμούς
Το ΔΝΤ αναγνωρίζει ότι οι διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης και οι ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί έχουν βελτιωθεί σε σύγκριση με το παρελθόν. Παρά την πρόοδο, όμως, το ποσοστό επιτυχίας παραμένει χαμηλό, κοντά στο 20% την τελευταία τετραετία.
Οι καθυστερήσεις αποδίδονται σε μια σειρά από πρακτικά και θεσμικά εμπόδια. Οι ανακοπές και οι ενστάσεις των δανειοληπτών σε διαφορετικά στάδια της διαδικασίας εξακολουθούν να επιμηκύνουν τον χρόνο ολοκλήρωσης, ενώ η υποχρεωτική περίοδος αναμονής επτά μηνών ανάμεσα στην κατάσχεση και τον πρώτο πλειστηριασμό καθυστερεί περαιτέρω την ανάκτηση αξίας.
Σημαντικό πρόβλημα αποτελεί και η περιορισμένη πληροφόρηση για τα ακίνητα που βγαίνουν σε πλειστηριασμό, καθώς σύμφωνα με το ΔΝΤ, οι πιστοποιημένοι εκτιμητές δεν έχουν πάντα πρόσβαση στο εσωτερικό των ακινήτων, γεγονός που δυσκολεύει την ακριβή αποτίμησή τους και αυξάνει την αβεβαιότητα για τους υποψήφιους αγοραστές.
Στην ίδια εικόνα προστίθενται οι πολεοδομικές παραβάσεις. Οι αυθαίρετες κατασκευές ή οι εκκρεμότητες νομιμοποίησης αποθαρρύνουν ενδιαφερόμενους αγοραστές, δυσκολεύουν τη χρηματοδότηση της αγοράς από τράπεζες και συχνά οδηγούν servicers και πιστωτικά ιδρύματα να κρατούν ακίνητα στα χαρτοφυλάκιά τους για αρκετά χρόνια μέχρι να επιλυθούν οι σχετικές εκκρεμότητες.
Το κενό στις μεγάλες επιχειρηματικές αναδιαρθρώσεις
Η έκθεση κάνει ειδική αναφορά και στο πλαίσιο αναδιάρθρωσης επιχειρήσεων, όπου καταγράφεται ότι η Ελλάδα διαθέτει πλέον ένα πιο σύγχρονο νομικό πλαίσιο, με εργαλεία όπως ο Εξωδικαστικός Μηχανισμός και ο Πτωχευτικός Κώδικας του νόμου 4738/2020.
Ωστόσο, εντοπίζει μια σημαντική αδυναμία στις μεγαλύτερες και πιο σύνθετες επιχειρηματικές υποθέσεις. Το Ταμείο σημειώνει ότι απουσιάζει μια επίσημη δικαστική διαδικασία αναδιοργάνωσης που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σε περιπτώσεις μεγάλων εταιρειών, όπου δεν αρκεί μια απλή ρύθμιση οφειλών αλλά απαιτείται βαθύτερη επιχειρησιακή αναδιάρθρωση.
Στην πράξη, η εξυγίανση τέτοιων επιχειρήσεων βασίζεται κυρίως σε εξωδικαστικές διαπραγματεύσεις και αυτό περιορίζει τις διαθέσιμες επιλογές και στερεί από το σύστημα ένα εργαλείο που θα μπορούσε, υπό δικαστική εποπτεία, να επιτρέψει πιο ολοκληρωμένες λύσεις για βιώσιμες αλλά υπερχρεωμένες επιχειρήσεις.
Πίεση για αυστηρότερη εποπτεία των servicers

Το ΔΝΤ εστιάζει ιδιαίτερα και στις επιδόσεις των servicers, τονίζοντας ότι αυτές υπολείπονται των αρχικών στόχων που είχαν τεθεί στα επιχειρησιακά τους σχέδια.
Στο πλαίσιο αυτό, το Ταμείο ζητά από την Τράπεζα της Ελλάδος να ενισχύσει ουσιαστικά την εποπτεία του κλάδου. Η ανάγκη δεν αφορά μόνο την τυπική συμμόρφωση των εταιρειών με τους κανόνες, αλλά και την αξιολόγηση της πραγματικής τους απόδοσης στη διαχείριση των χαρτοφυλακίων.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το ΔΝΤ εισηγείται περισσότερους εποπτικούς πόρους, αυστηρότερους κανόνες διαφάνειας και συστηματική υποβολή επικαιροποιημένων business plans από τους servicers. Ζητά, επίσης, καλύτερη πληροφόρηση για την πορεία των τιτλοποιήσεων του «Ηρακλής», μέσα από μια ετήσια πιστοποιημένη έκθεση που θα αποτυπώνει την εξέλιξη των χαρτοφυλακίων και τις αποκλίσεις από τους αρχικούς στόχους.
Παράλληλα, το Ταμείο καλεί την κυβέρνηση να επιταχύνει την εκκαθάριση των εκκρεμών υποθέσεων του νόμου Κατσέλη, καθώς οι παλιές αυτές υποθέσεις εξακολουθούν να βαραίνουν το σύστημα και να καθυστερούν την οριστική διευθέτηση μέρους των προβληματικών οφειλών.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια
Δεν βρέθηκαν σχόλια γι'αυτό το άρθρο.
Γίνε ο πρώτος που θα σχολιάσει το άρθρο χρησιμοποιώντας την παρακάτω φόρμα