Σελίδες

Δευτέρα 15 Ιουνίου 2026

Χωρίς πολιτική βούληση για «καθαρό παιχνίδι» ούτε το VAR από μόνο του λύνει τα προβλήματα του ποδοσφαίρου, ούτε το gov.gr τα προβλήματα της κοινωνίας

Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης είναι σαφές ότι δεν έχει μεγάλη σχέση με τα ποδοσφαιρικά πράγματα. Άλλωστε, δύσκολα θα μπορούσε κανείς να τον φανταστεί να πηγαίνει κάθε Κυριακή στο γήπεδο. Δεν ταιριάζει στο προφίλ του.
Προφανώς, αυτό από μόνο του δεν είναι κακό. Δεν περιλαμβάνεται στα προσόντα της διακυβέρνησης η καλή γνώση του ποδοσφαίρου, παρότι κάποιος θα μπορούσε να πει ότι το τελευταίο είναι πολύ διδακτικό.
Τα σκέφτομαι όλα αυτά διαβάζοντας την τελευταία κυριακάτικη ανάρτηση του πρωθυπουργού, στην οποία με αφορμή το Μουντιάλ κάνει μια αναλογία με την εισαγωγή του VAR στο ποδόσφαιρο και του gov.gr στη ζωή των πολιτών. Όπως γράφει, «όταν πρωτομπήκε στο ποδόσφαιρο, μας φάνηκε παράξενο, έφερε αντιδράσεις, συζητήσεις. Σήμερα, όμως, κανείς δεν μπορεί να φανταστεί ποδόσφαιρο χωρίς αυτό, γιατί έφερε μια πραγματική επανάσταση στην αξιοπιστία του παιχνιδιού». Για να συνεχίσει παραλληλίζοντας το με την «επανάσταση» που έφερε το gov.gr, σημειώνοντας βέβαια ότι σε αυτήν την περίπτωση δεν υπήρξαν αντιδράσεις.
Βέβαια, όποιος έχει παρατηρήσει τα του ποδοσφαίρου, ελληνικού και ξένου, γνωρίζει καλά ότι από μόνο του το VAR δεν έφερε την αξιοπιστία. Υπήρξαν περιπτώσεις που ακόμη και με τη χρήση του VAR εξακολουθούσαν να υπάρχουν προβλήματα αξιοπιστίας στο ποδόσφαιρο. Αυτό που έλυνε τα προβλήματα κατά περίπτωση, ή που μπορεί να τα λύσει, δεν είναι από μόνη της η χρήση του VAR, που σίγουρα μπορεί να είναι ένα πολύτιμο εργαλείο, αλλά η βούληση όλων όσων εμπλέκονται να υπάρξει «καθαρό παιχνίδι». Όταν υπάρχει, τότε τα πράγματα είναι σίγουρα καλύτερα, με ή χωρίς VAR.
To ίδιο ισχύει και για το gov.gr και τη στροφή προς την ηλεκτρονική διακυβέρνηση. Το εάν όντως λύνει προβλήματα και διευκολύνει τον πολίτη είναι και πάλι θέμα πολιτικής βούλησης και απόφασης.
Εξαρτάται από την πραγματική βούληση για καταπολέμηση της γραφειοκρατίας, αντί για τη μεταφορά της από το γκισέ στην οθόνη, και σαφώς από το τι τελικά προσφέρεται στον πολίτη. Είναι σημαντικό να μπορείς να υποβάλεις τα δικαιολογητικά στον ΕΟΠΥ από την άνεση του υπολογιστή σου, αλλά όταν οι παροχές – π.χ. οπτικών – είναι καθηλωμένες πολύ κάτω από το πραγματικό κόστος, τότε το πραγματικό όφελος είναι μικρό. Και σίγουρα η ύπαρξη ενός εκτεταμένου δικτύου τηλεϊατρικής είναι πρόοδος, αλλά δεν μπορεί να απαντήσει στις υπαρκτές ελλείψεις υγειονομικού προσωπικού.
Ακόμη περισσότερο, συνδέεται με το πώς λειτουργεί συνολικά το κράτος και το αν υπάρχει ή όχι πολιτική βούληση να λειτουργήσει καλύτερα. Πανηγυρίζει για παράδειγμα ο Πρωθυπουργός στην ίδια ανάρτηση για την καταπολέμηση της διαφθοράς, συνδέοντας την, όπως κάνει συχνά τον τελευταίο καιρό, με την καταπολέμηση της γραφειοκρατίας. Όμως, το παράδειγμα που χρησιμοποιεί, αυτό της υπόθεσης των πολεοδομιών, η οποία έρχεται να προστεθεί σε μια σειρά σκανδάλων, θα έπρεπε αν μην τι άλλο να τον κάνει λίγο πιο προσεκτικό. Ιδίως όταν (και) η συγκεκριμένη υπόθεση «ακουμπάει» την κυβερνητική παράταξη. Αρκεί να αναλογιστούμε ότι ήδη δύο γενικοί γραμματείς υπουργείων, που ήταν μάλιστα για αρκετά χρόνια στις θέσεις τους και άρα ήταν πολιτικά στελέχη της «εμπιστοσύνης της πολιτικής ηγεσίας», αναγκάζονται σε παραίτηση. Άρα το θέμα δεν ήταν η «ψηφιοποίηση», αλλά ότι μάλλον στη ΝΔ η διαφθορά είναι πιο ενδημική από ό,τι θέλει να παραδεχτεί ο πρωθυπουργός.
Ούτε μπορούμε να παραβλέψουμε -και διαρκώς έρχονται στην επιφάνεια νέα στοιχεία- ότι κάποια στιγμή η «ψηφιακή διακυβέρνηση» της ΝΔ περιλάμβανε και τη χρήση παράνομου κατασκοπευτικού λογισμικού Predator από κρατικές υπηρεσίες, υπό την επίβλεψη του Μεγάρου Μαξίμου, για την παρακολούθηση υπουργών, δικαστικών, ανώτατων αξιωματικών, επιχειρηματιών, δημοσιογράφων και πολιτικών. Επίσης δεν μπορούμε να προσπεράσουμε το γεγονός ότι όταν γίνει ο πραγματικός απολογισμός του πώς κατανεμήθηκαν κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης, συμπεριλαμβανομένων και αρκετών που αφορούσαν προγράμματα ψηφιοποίησης, μάλλον θα ανακαλύψουμε ουκ ολίγες περιπτώσεις «προνομιακών» αναθέσεων σε εταιρείες που εν συνεχεία έδειξαν με ποικίλους τρόπους την «ευγνωμοσύνη» τους προς την κυβερνητική παράταξη.
Και όλα αυτά μας φέρνουν σε ένα από τα μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε σήμερα. Από τη μια, την αναπαραγωγή μιας εικόνας, σύμφωνα με την οποία διαρκώς η χώρα εκσυγχρονίζεται, ιδίως σε σχέση με την ψηφιοποίηση του κράτους, την εμφάνιση νέων πλατφορμών, την αναβάθμιση των υποδομών. Από την άλλη, την πραγματικότητα των πολιτών που δεν βλέπουν τελικά μια πραγματική αναβάθμιση των υπηρεσιών του κράτους στο σύνολό του– ακόμη και εάν κάποιες διαδικασίες απλουστεύονται –, που εξακολουθούν να νιώθουν απροστάτευτοι απέναντι στο κύμα ακρίβειας ανησυχώντας αν θα μπορέσουν να τα βγάλουν πέρα το επόμενο διάστημα, και που εξακολουθούν να αισθάνονται ότι η διαφθορά παραμένει ενεργή πραγματικότητα.
Γιατί το πραγματικό επίδικο για το κράτος δεν είναι εάν είναι ψηφιακό ή όχι. Σε τελική ανάλυση, αυτονόητη είναι η απάντηση ότι προφανώς και πρέπει να είναι ψηφιακό. Το πραγματικό διακύβευμα για το κράτος σήμερα, είναι εάν θα ξαναγίνει κοινωνικό, εάν δηλαδή θα ξαναγίνει ο μηχανισμός για να ενισχυθεί η κοινωνική προστασία, να υπάρξει αναδιανομή εισοδήματος, να εφαρμοστούν πολιτικές κοινωνικής δικαιοσύνης. Και ως προς αυτό ο απολογισμός της κυβέρνησης είναι αρνητικός, ακριβώς επειδή είδε το κράτος ως τρόπαιο και μηχανισμό διευκόλυνσης συμφερόντων.
ΥΓ. Ο πρωθυπουργός παρουσιάζει στην ανάρτησή του ως αυτονόητο μέτρο τους «κόμβους επιστροφής» εκτός ΕΕ, δηλαδή τη δημιουργία ουσιαστικά στρατοπέδων κράτησης σε χώρες της Αφρικής ή αλλού όπου η ΕΕ θα «παρκάρει» όσους δεν μπορεί να επαναπατρίσει στις χώρες τους, αδιαφορώντας για τα στοιχειώδη ανθρώπινα δικαιώματά τους. Ενδεικτικό κι αυτό του πόσο ηγεμονική έχει γίνει η λογική της ακροδεξιάς στη χώρα μας και στην Ευρώπη…
Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια
Δεν βρέθηκαν σχόλια γι'αυτό το άρθρο.
Γίνε ο πρώτος που θα σχολιάσει το άρθρο χρησιμοποιώντας την παρακάτω φόρμα