Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2026

Το «Κέντρο» δεν απειλείται από τα «άκρα», γιατί έχει γίνει το ίδιο «ακραίο»

Βλέπω να επαναλαμβάνεται στη δημόσια σφαίρα το ίδιο σχήμα από διάφορους δημοσιολογούντες με αφορμή όσα συμβαίνουν στη Γερμανία αλλά και άλλες ευρωπαϊκές χώρες, συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος ότι και στην Ελλάδα, η Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν τα πάει και τόσο καλά δημοσκοπικά.
Σύμφωνα με αυτό το σχήμα το πολιτικό «Κέντρο», που ταυτίζεται κατά βάση με την Κεντροδεξιά ή πολιτικούς όπως ο Εμανουέλ Μακρόν ή ο Κυριάκος Μητσοτάκης, δεν τα πάει πολύ καλά τελευταία, με αποτέλεσμα να ανεβαίνουν τα «άκρα» και η ριζοσπαστική Αριστερά. Κατά συνέπεια, η πολιτική πρόκληση είναι να στηριχτεί ξανά το Κέντρο.
Καταρχάς θέλω να πω ότι αυτό το σχήμα εμπεριέχει ένα παντελώς ανιστόρητο και σοβαρό ατόπημα εξισώνοντας τους νοσταλγούς του Χίτλερ και του Μουσολίνι με την Αριστερά, που σε τελική ανάλυση είναι μια δύναμη που αντιστάθηκε διαχρονικά στον φασισμό (με μεγάλο κόστος) και υπερασπίστηκε τη δημοκρατία.
Έπειτα, είναι ένα σχήμα που ξαναγράφει την ιστορία των ευρωπαϊκών και ελληνικών πολιτικών πραγμάτων.
Και αυτό γιατί στην περίοδο μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο δεν ήταν το «Κέντρο» αυτό που διαμόρφωσε το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο, αλλά η ύπαρξη από τη μια μιας πολύ ισχυρής σοσιαλδημοκρατίας (σε χώρες όπως η Γαλλία και η Ιταλία και μιας ισχυρής κομμουνιστικής Αριστεράς, που συνέβαλε στο να υπάρχει κοινωνικό κράτος) και από την άλλη μιας πολύ ισχυρής Χριστιανοδημοκρατίας ή Κεντροδεξιάς. Επρόκειτο για μεγάλες λαϊκές παρατάξεις, που αποδέχονταν ότι μπορεί το οικονομικό σύστημα να ήταν καπιταλιστικό, αλλά χρειαζόταν ισχυρός ρόλος του κράτους, αναδιανομή εισοδήματος, κοινωνική προστασία και μηχανισμοί που επιτρέπουν τη συνεννόηση ανάμεσα στις κοινωνικές ομάδες.
Το «Κέντρο» στην Ευρώπη συνήθως εκφραζόταν μέσα από φιλελεύθερα κόμματα που εκπροσωπούσαν στρώματα της μεσαίας τάξης, ελεύθερους επαγγελματίες κ.λπ.
Στην Ελλάδα τα πράγματα ήταν κάπως διαφορετικά γιατί δεν είχαμε ιστορικά ισχυρή σοσιαλδημοκρατική παράταξη, αλλά κομμουνιστική και βεβαίως είχαμε την εμπειρία του εμφυλίου. Έτσι το Κέντρο στην Ελλάδα αποτελούσε στην πραγματικότητα μια ισχυρή συνιστώσα, από ένα σημείο και μετά, τη βασική δύναμη, μιας «δημοκρατικής παράταξης» που ζητούσε να μπει φραγμός στον αυταρχισμό του μετεμφυλιακού κράτους, να κατοχυρωθεί η δημοκρατία απέναντι στο παρακράτος και να υπάρξει κοινωνική δικαιοσύνη.
Μετά την πτώση της δικτατορίας και μέσα σε μια ευρύτερη ριζοσπαστικοποίηση, η πολιτική «γεωμετρία» τροποποιήθηκε. Σταδιακά διαμορφώθηκε μια πόλωση ανάμεσα σε δύο βασικούς πόλους, μαζί με τη διατήρηση σημαντικής επιρροής της κομμουνιστικής Αριστεράς.
Από τη μια η Νέα Δημοκρατία κατοχυρώθηκε ως η μεγάλη παράταξη της δεξιάς και κεντροδεξιάς, με πραγματική λαϊκή βάση, ως ένα βαθμό ρήξη με την εμφυλιοπολεμική κληρονομιά, σε σαφή οριοθέτηση από τους νοσταλγούς της Χούντας και μια έμφαση και στο «κοινωνικό πρόσωπο».
Από την άλλη, το ΠΑΣΟΚ σταδιακά έγινε ο κορμός μιας δημοκρατικής παράταξης, που πλέον είχε ανοιχτά σοσιαλδημοκρατικό (στα πρώτα χρόνια και ριζοσπαστικό αριστερό) προσανατολισμό, οδηγώντας στη δεκαετία του 1980 στη διαμόρφωση του κορμού του κοινωνικού κράτους. ΝΔ και ΠΑΣΟΚ συνέβαλαν στο να αποκτήσει, τουλάχιστον μέχρι την εποχή της κρίσης και των Μνημονίων, η Ελλάδα ένα είδος δικομματισμού ανάλογου με αυτό που υπήρχε και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Τα πράγματα άρχιζαν να αλλάζουν σταδιακά ήδη από την εποχή της διακυβέρνησης του Κώστα Σημίτη και προφανώς στην εποχή των μνημονίων. Αυτή είναι η εποχή που ο νεοφιλελευθερισμός ήταν ηγεμονικός παγκοσμίως και αυτό οδηγούσε σε μια σύγκλιση σοσιαλδημοκρατικών και συντηρητικών/κεντροδεξιών κομμάτων γύρω από τις ίδιες πολιτικές, που πρόκριναν τις ιδιωτικοποιήσεις και την αυξημένη χρηματιστικοποίηση της οικονομίας, οξύνοντας τις κοινωνικές ανισότητες και φέρνοντας μεγαλύτερη επισφάλεια στην εργασία. Διαμορφωνόταν έτσι μια συναίνεση γύρω από μια πολιτική ιδεολογία που θα χαρακτηριστεί «Ακραίο Κέντρο», και όπου στην πραγματικότητα θα συνδυάζεται η πλήρης πρόκριση των πολιτικών που ήθελαν οι αγορές, μαζί με αυξημένο αυταρχισμό, με τον κεντρώο χαρακτήρα να αφορά περισσότερο ζητήματα «ταυτοτήτων».
Στην Ευρώπη αυτή η τάση αποτυπώθηκε καταρχάς ως κρίση των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων που είδαν την εργατική τάξη να απομακρύνεται από αυτά, σε ορισμένες περιπτώσεις προς την Ακροδεξιά, αλλά από ένα σημείο και μετά ως κρίση και των συντηρητικών ή χριστιανοδημοκρατικών κομμάτων. Αυτό επέτρεψε την εμφάνιση πολιτικών όπως ο Εμανουέλ Μακρόν που υποστήριξαν ακριβώς ότι εκπροσωπούν το «Κέντρο», αν και βεβαίως χωρίς ποτέ να αποκτήσουν μια «ηγεμονική» παρουσία. Αυτό διευκόλυνε την άνοδο και «κανονικοποίηση» ορισμένων παραλλαγών της ακροδεξιάς, που βρέθηκαν ακόμη και στην κυβερνητική εξουσία.
Σε άλλες χώρες, όπως η Γαλλία και η Γερμανία, θεωρήθηκε ότι έπρεπε να υπάρχει μια «υγειονομική ζώνη» απέναντι στην Ακροδεξιά, η οποία όμως συνεχίζει να ανεβαίνει επειδή τροφοδοτείται από το ότι οι πολίτες παραμένουν εξαιρετικά απογοητευμένοι από κυβερνήσεις συνεργασίας που αναπαράγουν τις ίδιες πολιτικές που βρίσκονται στον πυρήνα της κοινωνικής δυσαρέσκειας.
Η ιδεολογία του «Ακραίου Κέντρου» στην Ευρώπη ως «μέσος όρος» σήμερα των ασκούμενων κυβερνητικών πολιτικών σε αρκετές μπορεί να συνδυάζεται με ρητορική κατά ακροδεξιών θέσεων, αλλά σε μεγάλο βαθμό υιοθέτησε τέτοιες πολιτικές. Την ίδια στιγμή ήταν και παραμένει εξαιρετικά εχθρική απέναντι σε κάθε τοποθέτηση που υποστηρίζει ότι μπορεί να υπάρξει μια ριζοσπαστική πολιτική με έμφαση στην αναδιανομή εισοδήματος, την κοινωνική δικαιοσύνη, και συνολικά την αμφισβήτηση του νεοφιλελευθερισμού. Σε αυτές τις περιπτώσεις καταφεύγουν στη ρητορική των «δύο άκρων» ή της καταγγελίας του λαϊκισμού. Το είδαμε και στην Ελλάδα από το πώς αντιμετώπισαν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις το δίκαιο αίτημα της κοινωνίας να μπει τέλος στην κοινωνική καταστροφή εξαιτίας των μνημονίων.
Στην Ελλάδα η μετατόπιση προς το «Ακραίο Κέντρο» ως κυρίαρχη «συστημική» ιδεολογία επιταχύνθηκε με τα Μνημόνια που όχι μόνο διέλυσαν μεγάλο μέρος των μεταπολιτευτικών εκλογικών εκπροσωπήσεων, αλλά και διαμόρφωσαν νέες διαχωριστικές γραμμές. Σημείο κλειδί ότι το ΠΑΣΟΚ γίνεται «μνημονιακό κόμμα», αλλά και το γεγονός ότι ένα σημαντικό μέρος των «διαμορφωτών κοινής γνώμης» τάσσεται υπέρ των μνημονίων και κατά των μαζικών κοινωνικών κινητοποιήσεων. Συμβολική συμπύκνωση το δημοψήφισμα του 2015 και το φαινόμενο των «Μένουμε Ευρώπη», αν και ήδη το «Ποτάμι» είχε αποτελέσει την πρώτη προσπάθεια για ένα κόμμα του «Ακραίου Κέντρου».
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης παρότι για να ανέβει στην ηγεσία θα στηριχτεί στη στήριξη της δεξιάς πτέρυγας της Νέας Δημοκρατίας, θα επενδύσει σημαντικά σε μια τέτοια «Κεντρώα» ταυτότητα. Θα αποφεύγει να προσδιορίζει τη Νέα Δημοκρατία ως Κεντροδεξιό κόμμα, θα στελεχώσει τις κυβερνήσεις του με στελέχη προερχόμενα από το ΠΑΣΟΚ – μέχρι του σημείου σήμερα ο «επίσημος διάδοχός» του, ο Κυριάκος Πιερρακάκης, να είναι ένα στέλεχος που προέρχεται από το ΠΑΣΟΚ –, και θα προσπαθήσει να αντισταθμίσει τις επιθετικές νεοφιλελεύθερες πολιτικές του, ή τις μετατοπίσεις του σε όλο και δεξιότερες θέσεις σε θέματα όπως το μεταναστευτικό και το προσφυγικό, με «δικαιωματικές» θέσεις σε ζητήματα όπως ο γάμος των ομόφυλων ζευγαριών. Αυτό εξηγεί και γιατί κατάφερε να αποξενώσει και ένα μέρος του παραδοσιακού κομματικού ακροατηρίου της Νέας Δημοκρατίας, που αισθάνεται ότι πλέον το κόμμα του δεν έχει ούτε κοινωνικό πρόσωπο, ούτε τις «παραδοσιακές αξίες» του. Και αυτό εξηγεί γιατί η Νέα Δημοκρατία είναι σήμερα ένα μειοψηφικό κόμμα, που εκπροσωπεί το τμήμα της κοινωνίας που κατά βάση θεωρεί ότι τα πράγματα πάνε καλά, εν μέσω γενικευμένης κοινωνικής δυσαρέσκειας.
Εάν σήμερα ένα κόμμα σαν τη Νέα Δημοκρατία δείχνει να μην τα πηγαίνει τόσο καλά, την ώρα που ανάλογα προβλήματα έχουν και άλλα ευρωπαϊκά κόμματα ανάλογης ιδεολογίας, αυτό δεν οφείλεται στο ότι είναι το «Κέντρο» που σήμερα «βάλλεται από τα άκρα» και γι’ αυτό θα πρέπει να «οργανώσουμε την άμυνά του». Αυτό θα ίσχυε, εάν αποδεχόμασταν τη θέση των απολογητών του «Ακραίου Κέντρου» ότι η πολιτική της είναι η μόνη εφικτή και οτιδήποτε άλλο θα είναι καταστροφή.
Στην πραγματικότητα η κρίση των κομμάτων του «Κέντρου» στην Ελλάδα και σε όλη την Ευρώπη είναι το αποτέλεσμα των πολιτικών τους και του τρόπου που στην πραγματικότητα στράφηκαν κατά της κοινωνικής πλειοψηφίας. Και εάν ανεβαίνουν στην Ευρώπη νεοφασιστικά κόμματα, αυτό οφείλεται στο πώς τα κόμματα του «Κέντρου» προλείαναν το έδαφος υιοθετώντας μια ακροδεξιά ατζέντα. Και αυτό σημαίνει ότι η απάντηση στην κρίση του «Ακραίου Κέντρου» δεν είναι προφανώς η συσπείρωση γύρω από τα κόμματά του, αλλά η προσπάθεια να υπάρξει μια πραγματική εναλλακτική δημοκρατική προοδευτική πολιτική που να μπορεί να πείσει ξανά την κοινωνία ότι μπορούν να υπάρξουν πολιτικές με έμφαση στην κοινωνική προστασία, τη δίκαιη κατανομή του πλούτου, τη συμπερίληψη και ένα αίσθημα πραγματικής ασφάλειας. Αυτό, δηλαδή, που φοβούνται περισσότερο από οτιδήποτε άλλο οι απολογητές του Ακραίου Κέντρου          Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια
Δεν βρέθηκαν σχόλια γι'αυτό το άρθρο.
Γίνε ο πρώτος που θα σχολιάσει το άρθρο χρησιμοποιώντας την παρακάτω φόρμα