
Στις 11 Σεπτεμβρίου ήταν σχεδόν όλοι εκεί. Οι μόνιμοι καθηγητές, οι αναπληρωτές, οι συνάδελφοι της Ειδικής Αγωγής. Τα τμήματα είχαν συγκροτηθεί, οι αναθέσεις είχαν μοιραστεί, τα ωράρια είχαν σχεδόν κλείσει και, το σημαντικότερο, οι μαθητές είχαν μπει σε τάξεις που μπορούσαν να λειτουργήσουν ανθρώπινα.
Στο Γυμνάσιο υπήρχαν τρία τμήματα σε κάθε τάξη, χωρίς υπερφόρτωση, χωρίς 26άρια και 27άρια, χωρίς την αίσθηση ότι τα παιδιά στοιβάζονται απλώς για να βγουν οι αριθμοί. Και κυρίως στην Α΄ Γυμνασίου, εκεί όπου τα παιδιά έκαναν το πρώτο τους βήμα σε ένα εντελώς νέο σχολικό περιβάλλον, η εικόνα ήταν σχεδόν ιδανική.
Οι μαθητές είχαν κατανεμηθεί ανά 17-18 σε τρία τμήματα.
Μικρές τάξεις, διαχειρίσιμες, με χώρο για να γνωριστούν μεταξύ τους, να προσαρμοστούν, να μπορέσει ο καθηγητής να δει το κάθε παιδί και να μη χαθεί κανείς μέσα στο πλήθος.
Και οι εκπαιδευτικοί, για πρώτη φορά μετά από καιρό, δεν ήταν όλοι κομμένοι σε κομμάτια.
Οι περισσότεροι είχαν ολοκληρωμένο ωράριο μέσα στο ίδιο σχολείο. Δεν χρειαζόταν να τρέχουν από τη μία σχολική μονάδα στην άλλη, να συντονίζουν δύο και τρία διαφορετικά προγράμματα, να αλλάζουν δήμο μέσα στην ίδια ημέρα για δύο ώρες μάθημα.
Για λίγο, το σχολείο έμοιαζε να έχει βρει μια ισορροπία.
Κράτησε τρεις ημέρες.
Η εντολή που ήρθε σαν κεραυνός
Και ενώ οι μαθητές είχαν ήδη χωριστεί σε τμήματα, ενώ οι καθηγητές είχαν ήδη μπει στις τάξεις τους και είχαν γνωρίσει τα παιδιά, ενώ οι αναθέσεις μαθημάτων είχαν μοιραστεί και το ωρολόγιο πρόγραμμα είχε αρχίσει να σταθεροποιείται, ήρθε η εντολή από τη Διεύθυνση Εκπαίδευσης:
Συγχωνεύσεις τμημάτων.
Και ξαφνικά ό,τι είχε στηθεί μέσα σε λίγες ημέρες έπρεπε να ξηλωθεί.
Τα τμήματα να ξαναμοιραστούν.
Οι μαθητές να στοιβαχτούν σε μεγαλύτερες τάξεις.
Οι αναθέσεις να ξαναγίνουν.
Τα ωράρια να ξαναγραφτούν.
Και οι καθηγητές που μέχρι πριν από λίγες ώρες είχαν σχεδόν συμπληρωμένο πρόγραμμα στο σχολείο τους, να εμφανίζονται ξαφνικά με ελλείψεις δύο, τριών ή τεσσάρων ωρών και να πρέπει να βρεθεί αλλού πού θα τις συμπληρώσουν.
Από τα 17 παιδιά στο «βάλτε όσους χωράνε»
Η πρώτη και πιο ορατή συνέπεια ήταν φυσικά οι μαθητές.
Τα παιδιά της Α΄ Γυμνασίου, που μόλις είχαν αρχίσει να βρίσκουν τα πατήματά τους, να γνωρίζουν τους συμμαθητές τους και να εξοικειώνονται με το καινούργιο σχολείο, έπρεπε ξαφνικά να αλλάξουν τμήμα, θέση, ομάδα, σε ορισμένες περιπτώσεις και καθηγητή.
Μέσα σε λίγα εικοσιτετράωρα.
Και αυτό ίσως είναι το πιο παράλογο στοιχείο.
Το σχολείο ζητά από ένα παιδί 12 ετών να προσαρμοστεί σε μια νέα βαθμίδα, σε περισσότερους καθηγητές, σε διαφορετική καθημερινότητα, σε νέα μαθήματα και απαιτήσεις. Και την ώρα που το παιδί αρχίζει να βρίσκει μια αίσθηση ασφάλειας, το σύστημα του αλλάζει ξανά τα δεδομένα.
Τα τμήματα που είχαν 17 και 18 μαθητές αρχίζουν να «ξεχειλώνουν». Η παιδαγωγική λογική δίνει τη θέση της στη λογιστική.
Δεν έχει πλέον σημασία πόσο καλά μπορεί να λειτουργήσει μια τάξη. Σημασία έχει πόσα παιδιά μπορούν να χωρέσουν σε αυτή ώστε να μειωθεί ο αριθμός των τμημάτων.
Και μαζί με τα τμήματα διαλύθηκαν τα ωράρια
Αλλά το πρόβλημα δεν σταματά στους μαθητές.
Ένα τμήμα λιγότερο σημαίνει ώρες λιγότερες για πολλούς εκπαιδευτικούς.
Ο Φιλόλογος χάνει ώρες. Ο Φυσικός χάνει ώρες. Οι καθηγητές ξένων γλωσσών χάνουν ώρες. Το ίδιο μπορεί να συμβεί σε Μαθηματικούς, Πληροφορικούς, εκπαιδευτικούς Φυσικής Αγωγής και άλλες ειδικότητες.
Και έτσι αρχίζει το γαϊτανάκι των νέων αναθέσεων.
Ποιος θα κρατήσει ποιο τμήμα;
Ποιος θα χάσει ώρες;
Ποιος θα συμπληρώσει αλλού;
Ποιος θα πρέπει να φύγει από το σχολείο για δύο ώρες την εβδομάδα;
Και ποιος θα βρεθεί να υπηρετεί σε δύο ή ακόμη και τρία σχολεία, επειδή από μια συγχώνευση έχασε τρεις ή τέσσερις ώρες από το αρχικό του ωράριο;
Το πρόγραμμα, που είχε σχεδόν ισορροπήσει, αρχίζει ξανά να διαλύεται.
Η καθηγήτρια χωρίς αυτοκίνητο που πρέπει να τρέξει σε άλλο δήμο
Και κάπου εκεί η διοικητική απόφαση συναντά την πραγματική ζωή.
Υπάρχουν εκπαιδευτικοί που δεν έχουν αυτοκίνητο.
Υπάρχουν περιοχές όπου οι δημόσιες συγκοινωνίες είναι ελάχιστες ή πρακτικά ανύπαρκτες.
Υπάρχουν καθηγήτριες ξένων γλωσσών που μπορεί να πρέπει το πρωί να κάνουν τρεις ώρες σε ένα σχολείο και αμέσως μετά να μετακινηθούν σε άλλο σχολείο, ακόμη και σε διαφορετικό δήμο, για να συμπληρώσουν δύο ακόμη ώρες.
Στα χαρτιά αυτό μπορεί να εμφανίζεται ως «συμπλήρωση ωραρίου».
Στην πραγματικότητα μπορεί να σημαίνει αγωνία για το αν υπάρχει λεωφορείο, αν προλαβαίνει να φτάσει, αν υπάρχει χρόνος μετακίνησης, αν είναι πρακτικά εφικτό να βρίσκεται σε δύο σχολεία την ίδια ημέρα.
Και όλο αυτό επειδή ένα τμήμα εξαφανίστηκε από τον πίνακα.
Τα δάκρυα που δεν φαίνονται στις αποφάσεις
Υπάρχει όμως και κάτι που δεν αποτυπώνεται ποτέ σε κανένα υπηρεσιακό έγγραφο.
Η ανθρώπινη πλευρά.
Η φιλόλογος που είχε ήδη γνωρίσει τα παιδιά της και ξαφνικά μαθαίνει ότι θα χάσει το τμήμα.
Ο φυσικός που είχε οργανώσει το πρόγραμμά του και τώρα πρέπει να ξαναμοιραστεί σε σχολεία.
Οι καθηγήτριες ξένων γλωσσών που βλέπουν το ωράριό τους να διαλύεται και πρέπει να ψάχνουν πώς θα μετακινούνται μέσα στην ίδια ημέρα.
Και οι μαθητές που ρωτούν γιατί αλλάζει ο καθηγητής τους μόλις τρεις ημέρες μετά την πρώτη γνωριμία.
Υπάρχουν δάκρυα μέσα σε αυτή τη διαδικασία.
Και εκπαιδευτικών και μαθητών.
Όχι επειδή κάποιος είναι υπερβολικός.
Αλλά επειδή μέσα σε τρεις ημέρες δημιουργήθηκαν σχέσεις, προσδοκίες και μια πρώτη αίσθηση κανονικότητας, και ύστερα όλα ανατράπηκαν απότομα.
Το παράλογο του σχολικού Σεπτέμβρη
Αυτό είναι ίσως το πιο δύσκολο να εξηγηθεί.
Γιατί να στηθεί πρώτα ένα σχολείο και αμέσως μετά να διαλυθεί ο προγραμματισμός του;
Γιατί να γίνουν τοποθετήσεις, αναθέσεις και ωρολόγια προγράμματα, αν λίγες ημέρες αργότερα πρόκειται να αλλάξει ο αριθμός των τμημάτων;
Γιατί να γνωρίσει ο μαθητής τον καθηγητή του και ο καθηγητής τους μαθητές του, αν όλα μπορεί να ανατραπούν πριν καν περάσει η πρώτη εβδομάδα;
Το σχολείο χρειάζεται σταθερότητα.
Τα παιδιά χρειάζονται σταθερότητα.
Και οι εκπαιδευτικοί χρειάζονται ένα στοιχειώδες πλαίσιο μέσα στο οποίο να μπορούν να κάνουν αυτό για το οποίο βρίσκονται εκεί: μάθημα.
Όχι να ξαναφτιάχνουν κάθε τρεις ημέρες αναθέσεις.
Όχι να ψάχνουν πώς θα μετακινηθούν από δήμο σε δήμο.
Όχι να υπολογίζουν αν οι δύο ώρες που χάθηκαν από μια συγχώνευση σημαίνουν ότι πρέπει να μοιράσουν πλέον ολόκληρη την εβδομάδα τους σε τρία σχολεία.
Για τρεις ημέρες, φέτος, όλα έδειχναν ότι μπορούσε να υπάρξει ένα διαφορετικό ξεκίνημα.
Μικρότερα τμήματα, περισσότεροι εκπαιδευτικοί στο ίδιο σχολείο, λιγότερες μετακινήσεις, περισσότερη σταθερότητα για τα παιδιά.
Και χρειάστηκαν μόλις τρεις ημέρες για να επιστρέψει το σχολείο στη γνώριμη κατάσταση του «φτου κι από την αρχή».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σχόλια
Δεν βρέθηκαν σχόλια γι'αυτό το άρθρο.
Γίνε ο πρώτος που θα σχολιάσει το άρθρο χρησιμοποιώντας την παρακάτω φόρμα