
Ωστόσο ποια είναι η αληθινή εικόνα για τις ελληνικές εξαγωγές; Για δύο όψεις του νομίσματος μίλησαν στην «Η» παράγοντες της ελληνικής αγοράς, καθώς η συμφωνία καταργεί ή μειώνει τους συχνά απαγορευτικούς δασμούς (πάνω από 36% κατά μέσο όρο) στις εξαγωγές αγροδιατροφικών προϊόντων της ΕΕ, δίνοντας ώθηση στους Ευρωπαίους αγρότες, ωστόσο η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη καθώς αρκετά προϊόντα, όπως το ελαιόλαδο, δεν εντάσσονται στη διατροφική κουλτούρα των Ινδών, γεγονός που μπορεί να περιορίσει τη ζήτηση.
«Επανάσταση για τις ελληνικές εξαγωγές»
Για την Ελλάδα, η συμφωνία ανοίγει σημαντικές ευκαιρίες, κυρίως για το ελαιόλαδο, τις επιτραπέζιες ελιές, καθώς οι δασμοί που φτάνουν έως 45% θα μηδενιστούν σε βάθος 5ετίας, ενώ και άλλες αγροδιατροφικές εξαγωγές, όπως το κρασί, (θα μειωθούν από 150% σε 75% κατά την έναρξη ισχύος της συμφωνίας και τελικά σε 20%), τα ακτινίδια, τα αποξηραμένα φρούτα. Για «επανάσταση για τις ελληνικές εξαγωγές» έκανε λόγο στην «Η» ο πρόεδρος του Συνδεσμου Εξαγωγέων, Συμεών Διαμαντίδης, αντίθετα επιφυλακτικός εμφανίστηκε Μανώλης Γιαννούλης πρόεδρος Διεπαγγελματκής Ελαιόλαδου.
Ο κ. Διαμαντίδης υπογράμμισε τη σημασία της συμφωνίας: «Θα σημάνει πολλά, γιατί μιλάμε για μια αγορά 1,4 δισεκατομμυρίου ανθρώπων, την ώρα που οι εξαγωγές μας εκεί φτάνουν σήμερα μόλις σε μερικά εκατομμύρια ευρώ. Είναι μια τεράστια αγορά που θα μπορούσαμε να διεισδύσουμε».
Και συνέχισε τονίζοντας «Δεν μιλάμε μόνο για γεωργικά προϊόντα· πρόκειται για μια πραγματική επανάσταση, διότι εκεί εξάγουμε πολύ λίγα».
«Το 2024 εξάγαμε περίπου 121 εκατομμύρια ευρώ σε προϊόντα, όπως πετρελαιοειδή, αλουμίνιο και προϊόντα μετάλλου, τρόφιμα, καρπούς και φρούτα σε κονσέρβα».
Στο πλαίσιο αυτό, ο κ. Διαμαντίδης υπογράμμισε ότι η άρση των δασμών και η πρόσβαση στη μεγάλη ινδική αγορά αλλάζουν τα δεδομένα για τον αγροδιατροφικό τομέα και δημιουργούν νέες προοπτικές για τα ελληνικά προϊόντα.
«Η συμφωνία ανοίγει μια τεράστια αγορά για το ελαιόλαδο και μπορεί να εκτοξεύσει τις ελληνικές εξαγωγές. Το ελαιόλαδο είναι πολύ σημαντικό, όπως και οι ελιές, οι καρποί και τα αποξηραμένα φρούτα», πρόσθεσε ο κ. Διαμαντίδης, δίνοντας έμφαση στις νέες προοπτικές για τους παραγωγούς.
«Μακάρι να μαθει ο Ινδός να τρώει ελαιόλαδο»
Πιο συγκρατημενος εμφανίστηκε ο πρόεδρος της Διεπαγγελματικής Ελαιολάδου, Μανώλης Γιαννούλης, επισημαίνοντας ότι, παρά τις θετικές προοπτικές της συμφωνίας, η διείσδυση του ελαιόλαδου στην ινδική αγορά δεν είναι αυτονόητη. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, το ελαιόλαδο δεν εντάσσεται στη διατροφική κουλτούρα της χώρας, γεγονός που αποτελεί βασικό εμπόδιο για την αύξηση της κατανάλωσης.
Ο ίδιος υπενθύμισε ότι κατά το παρελθόν υπήρχε η εκτίμηση πως «αν οι Κινέζοι κατανάλωναν έστω ένα γραμμάριο ελαιόλαδο, δεν θα επαρκούσε ούτε η παγκόσμια παραγωγή, θα θέλαμε τρεις παγκόσμιες παραγωγές», ωστόσο η πραγματικότητα απέδειξε ότι οι μεγάλες αγορές δεν ανοίγουν αυτόματα, καθώς δεν αποτελούν μέρος της καθημερινής τους διατροφής.
Όπως σημείωσε, η κατάργηση ή η μείωση των δασμών μπορεί να βελτιώσει τις συνθήκες πρόσβασης, δεν αρκεί όμως από μόνη της για να δημιουργήσει ζήτηση. «Δεν θα αρχίσει ξαφνικά να αγοράζει κανείς Ινδός ελαιόλαδο μόνο και μόνο επειδή έγινε φθηνότερο», τόνισε, φέρνοντας ως παράδειγμα τις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου, παρά τη μακροχρόνια παρουσία του προϊόντος, η κατά κεφαλήν κατανάλωση παραμένει περίπου στο ένα κιλό ετησίως.
Ο κ. Γιαννούλης υπογράμμισε ότι η προοπτική της ινδικής αγοράς είναι μακροπρόθεσμη και δεν μπορεί να αποδώσει θεαματικά αποτελέσματα σε ορίζοντα λίγων ετών. «Μακάρι να μάθει ο Ινδός να τρώει ελαιόλαδο», κατέληξε χαρακτηριστικά.
Εισαγωγές σε υπερδιπλάσιο όγκο από τις εξαγωγές
Η Ελλάδα εισάγει από την Ινδία κυρίως ηλεκτρονικό και ηλεκτρικό εξοπλισμό, αλουμίνιο, οργανικές χημικές ουσίες, μηχανές και εξαρτήματα, προϊόντα από σίδηρο και χάλυβα, καθώς και είδη όπως ενδύματα, χαλιά και μπαχαρικά. Αντίθετα, η χώρα μας εξάγει προς την Ινδία, πετρελαιοειδή, αλουμίνιο και προϊόντα αλουμινίου, προϊόντα χαρτιού, αλάτι/πηλό/τσιμέντο, καθώς και διάφορα μεταλλικά προϊόντα και μηχανήματα και σε μιρκότερη κλίμακα αγροτικά προΐοντα.
Οι ελληνικές εξαγωγές τροφίμων και ποτών παραμένουν πολύ περιορισμένες, φτάνοντας μόλις τα 1,03 εκατ. δολάρια. Στο μικρό αυτό ποσό περιλαμβάνονται οι ελιές με 250 χιλ. δολάρια, το ελαιόλαδο με 120 χιλ. δολάρια, η φέτα με 230 χιλ. δολάρια, το φύλλο για πίτες με 100 χιλ. δολάρια, καθώς και διάφορα ζαχαρώδη προϊόντα.
Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία (2024–2025) από την έκθεση του Γραφείου Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων της Ελλάδας, το διμερές εμπόριο Ελλάδας–Ινδίας ανήλθε σε 1,43 δισ. δολάρια, με ελληνικές εξαγωγές 382,06 εκατ. δολάρια και εισαγωγές 1.056,15 εκατ. δολάρια, οδηγώντας σε εμπορικό έλλειμμα για την Ελλάδα ύψους 674,09 εκατ. δολαρίων.
Το 2024, οι ελληνικές εξαγωγές ανήλθαν σε περίπου 121,3 εκατομμύρια ευρώ, ενώ οι εισαγωγές προϊόντων και υπηρεσιών στα 1,065 δισεκατομμύρια ευρώ, σύμφωνα με στοιχεία του ΣΕΒΕ. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ένα αρνητικό εμπορικό ισοζύγιο περίπου 943,5 εκατομμυρίων ευρώ, υπογραμμίζοντας με εμφατικό τρόπο την τεράστια ανισορροπία μεταξύ εισαγωγών και εξαγωγών και την επείγουσα ανάγκη ενίσχυσης των ελληνικών εξαγωγών.

Ποια προΐοντα μένουν εκτός
Ευαίσθητοι αγροτικοί κλάδοι της ΕΕ θα προστατεύονται πλήρως, καθώς προϊόντα όπως το βόειο κρέας, το κρέας κοτόπουλου, το ρύζι και η ζάχαρη εξαιρούνται από τη συμφωνία. Όλες οι εισαγωγές προϊόντων από την Ινδία θα συνεχίσουν να τηρούν τους αυστηρούς κανόνες της ΕΕ για την υγεία και την ασφάλεια των τροφίμων.
Παράλληλα, η ΕΕ και η Ινδία διαπραγματεύονται ξεχωριστή συμφωνία για τις γεωγραφικές ενδείξεις, η οποία θα βοηθήσει τα παραδοσιακά εμβληματικά γεωργικά προϊόντα της ΕΕ να πωλούνται περισσότερο στην Ινδία, εξαλείφοντας τον αθέμιτο ανταγωνισμό από απομιμήσεις.
Συνολικά, η συμφωνία ανοίγει τον δρόμο για εκατομμύρια ευρώ πρόσθετων εξαγωγών για ευρωπαϊκά προϊόντα σε βασικούς τομείς όπως οι μηχανές, ο ηλεκτρονικός και ιατρικός εξοπλισμός, ενώ η Ινδία θα επωφεληθεί με μεγαλύτερη πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά χάλυβα και τεχνολογικών υπηρεσιών.
Ευαίσθητοι αγροτικοί κλάδοι της ΕΕ θα προστατεύονται πλήρως, καθώς προϊόντα όπως το βόειο κρέας, το κρέας κοτόπουλου, το ρύζι και η ζάχαρη εξαιρούνται από τη συμφωνία. Όλες οι εισαγωγές προϊόντων από την Ινδία θα συνεχίσουν να τηρούν τους αυστηρούς κανόνες της ΕΕ για την υγεία και την ασφάλεια των τροφίμων.
Παράλληλα, η ΕΕ και η Ινδία διαπραγματεύονται ξεχωριστή συμφωνία για τις γεωγραφικές ενδείξεις, η οποία θα βοηθήσει τα παραδοσιακά εμβληματικά γεωργικά προϊόντα της ΕΕ να πωλούνται περισσότερο στην Ινδία, εξαλείφοντας τον αθέμιτο ανταγωνισμό από απομιμήσεις.
Συνολικά, η συμφωνία ανοίγει τον δρόμο για εκατομμύρια ευρώ πρόσθετων εξαγωγών για ευρωπαϊκά προϊόντα σε βασικούς τομείς όπως οι μηχανές, ο ηλεκτρονικός και ιατρικός εξοπλισμός, ενώ η Ινδία θα επωφεληθεί με μεγαλύτερη πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά χάλυβα και τεχνολογικών υπηρεσιών.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σχόλια
Δεν βρέθηκαν σχόλια γι'αυτό το άρθρο.
Γίνε ο πρώτος που θα σχολιάσει το άρθρο χρησιμοποιώντας την παρακάτω φόρμα