Παρασκευή 10 Απριλίου 2026

Ούτε «ψεκασμένη», ούτε «εξεγερμένη»: η «αντισυστημική ψήφος» αναζητά την πολιτική αλλαγή

Εάν δεν υπήρχε η μαγική εικόνα που κατασκευάζουν τα, διαρκώς τροφοδοτούμενα με δημόσιο χρήμα ή «χορηγίες» από ευνοημένους από τη κρατική χρηματοδότηση, φιλοκυβερνητικά ΜΜΕ, η δημόσια σφαίρα στη χώρα μας θα αποτύπωνε αυτό που αισθάνεται η κοινωνία.
Ότι, δηλαδή, σήμερα στη χώρα κυβερνά μια αντιδημοφιλής κυβέρνηση, που στις δημοσκοπήσεις καταβαραθρώνεται, που έχει ως πρωθυπουργό έναν πολιτικό απέναντι στον οποίο οι πολίτες προτιμούν τον «Κανένα», και που πιστώνεται ταυτόχρονα μια σημαντική επιδείνωση της κατάστασης της μεγάλης πλειοψηφίας της κοινωνίας και μια εντυπωσιακή ακολουθία σκανδάλων που έχουν ως αποτέλεσμα η κυβέρνηση Μητσοτάκη να έχει την υψηλότερη συγκέντρωση υπόδικων στελεχών στην πρόσφατη ιστορία και να είναι ταυτισμένη στη συνείδηση των περισσοτέρων με τη συστηματική παραβίαση των κανόνων του κράτους δικαίου.
Επειδή, όμως, το μηντιακό τοπίο στη χώρα είναι ιδιαίτερα στρεβλωμένο, έχουμε φτάσει στο σημείο να διαβάζουμε καθημερινά για το πόσο ισχυρή είναι αυτή η κυβέρνηση και πόσο μεγάλη υποτίθεται ότι είναι η απόστασή της από το επόμενο κόμμα. Παραβλέποντας βέβαια ότι μεγάλη – ανυπέρβλητο εμπόδιο στην πράξη – είναι και η απόσταση της Νέας Δημοκρατίας από οποιοδήποτε ενδεχόμενο να πετύχει αυτοδυναμία.
Το αφήγημα που προσπαθεί να επιβάλλει η κυβέρνηση και τα φίλια, πάντα υπάκουα, ΜΜΕ είναι ότι αυτή τη στιγμή η Νέα Δημοκρατία εκπροσωπεί τη σταθερότητα και αυτό αποτυπώνει η σχετικά αυξημένη εκλογική συσπείρωσή της, τουλάχιστον σε σχέση με τα άλλα κόμματα. Αυτό συχνά συνδυάζεται με την άμεση ή έμμεση υπογράμμιση ότι πέραν του «λαού της σταθερότητας», που εκπροσωπείται κυρίως από τη Νέα Δημοκρατία, υπάρχει το «χάος» της «αντισυστημικής ψήφου» που απειλεί να φέρει στο προσκήνιο τα «άκρα» και την καταστροφή.
Μόνο που αυτή είναι μια εσφαλμένη ανάγνωση του κοινωνικού και πολιτικού τοπίου στη χώρα μας, αλλά και μια αδυναμία να γίνει κατανοητό τι πυροδοτεί σήμερα τη δυσαρέσκεια και την οργή γεννώντας την ανάγκη για «αντισυστημική ψήφο».
Καταρχάς πρέπει να πούμε ότι η ίδια έννοια της «αντισυστημικότητας» -κακοποιημένη παρεμπιπτόντως από όσους προωθούν την αντιδραστική και ανιστόρητη θεωρία των δύο άκρων- εντάσσεται σε ένα πλέγμα εννοιών που προσπαθούν να περιγράψουν τα πολιτικά πράγματα χωρίς να καταφύγουν σε έννοιες, όπως η Δεξιά και η Αριστερά.
Σε μερικές περιπτώσεις υποκρύπτει και την αντίληψη ότι κανονικά οι πολίτες θα έπρεπε να είναι όλοι «Κεντρώοι» και οτιδήποτε άλλο αποτελεί μια δυναμική αμφισβήτησης, που ελλοχεύει κινδύνους. Συνοδεύεται δε συνήθως από μια άλλη έννοια που συχνά γίνεται πολεμική κραυγή, αυτή του λαϊκισμού.
Ωστόσο, πιστεύω ότι μπορούμε να τη χρησιμοποιήσουμε περιγραφικά για να ορίσουμε όλους αυτούς που αμφισβητούν το πολιτικό σύστημα, δεν το εμπιστεύονται και θα ήθελαν μια διαφορετική κατάσταση.
Στην Ελλάδα αυτή η κατηγορία ενισχύθηκε σημαντικά στην περίοδο των μνημονίων γιατί οι άνθρωποι ένιωσαν να φεύγει το έδαφος κάτω από τα πόδια τους, είδαν το ΠΑΣΟΚ – το κόμμα με τη συμπαγέστερη εκλογική βάση για 30 χρόνια – να εφαρμόζει μνημόνια, είδαν και τη Νέα Δημοκρατία να ακολουθεί την ίδια κατεύθυνση και αισθάνθηκαν ότι εάν δύο βασικοί πυλώνες του πολιτικού συστήματος ευθύνονται για την κοινωνική καταστροφή, τότε χρειάζεται να αλλάξει το πολιτικό σύστημα.
Σίγουρα μέσα σε εκείνη τη συγκυρία βαθιάς πολιτικής κρίσης, αλλά και κρίσης των βασικών κομματικών εκπροσωπήσεων της Μεταπολίτευσης, εμφανίστηκαν και αρκετές μορφές «αμφισβήτησης» που εμπνεόταν από θεωρίες συνωμοσίας και «ψεκασμένες» ιδεολογίες και τοποθετήσεις. Ενδεικτικό το πώς εκμεταλλεύτηκε όλο αυτό η Χρυσή Αυγή για να βρεθεί από το περιθώριο στη Βουλή.
Όμως, ούτε και τότε ο κύριος όγκος της «αντισυστημικής ψήφου» πήγε σε «ψεκασμένες» κατευθύνσεις. Στον ΣΥΡΙΖΑ κατευθύνθηκε που στην πραγματικότητα διεκδίκησε να είναι κορμός μιας εκπροσώπησης των λαϊκών στρωμάτων και της μεσαίας τάξης, σε μια πολιτική που να βάζει φρένο στην καταστροφή και να υπόσχεται μεγαλύτερη δικαιοσύνη. Μεγάλο μέρος του κόσμου αυτού το κράτησε έως τις εκλογές του 2019, απέναντι σε μια Νέα Δημοκρατία που αποφάσισε να εκπροσωπήσει ένα αίτημα «κανονικότητας», πατώντας βέβαια πάνω στο ότι οι κυβερνήσεις του Αλέξη Τσίπρα είχαν καταφέρει να βγάλουν τη χώρα από τη Μνημόνια, να έχουν ρυθμίσει το χρέος και να έχουν διαμορφώσει ένα «χρηματοδοτικό μαξιλάρι».
Έτσι και σήμερα ο κύριος όγκος της αντισυστημικής ψήφου δεν είναι πρωτίστως «ψεκασμένοι» ούτε επιθυμούν να κάνουν μια «εκλογική εξέγερση», δηλαδή απλώς να ψηφίσουν «κόμματα διαμαρτυρίας», πέραν του πεπερασμένου ποσοστού που σήμερα εκπροσωπούν παραλλαγές της ακροδεξιάς. Οι άνθρωποι αυτοί ανήκουν σε ένα ευρύ κοινωνικό φάσμα, προερχόμενοι από όλες τις κατηγορίες, που σήμερα πλήττονται από την κρίση κόστους ζωής και μια οικονομική πολιτική που προσφέρει ανάπτυξη, αλλά όχι αναδιανομή. Είναι, δηλαδή, εργαζόμενοι, νέοι, αγρότες, ελεύθεροι επαγγελματίες, οι οποίοι βλέπουν στην οικονομική ανασφάλεια και απαισιοδοξία να προστίθεται και το σοκ από την έκταση της διαφθοράς, της διασπάθισης των δημόσιων και ευρωπαϊκών πόρων, της περιφρόνησης για τους θεσμούς.
Οι άνθρωποι αυτοί ανησυχούν για το μέλλον, γνωρίζουν ότι μετά το τέλος του Ταμείου Ανάκαμψης τα πράγματα στη χώρα θα γίνουν αρκετά πιο δύσκολα, τρομάζουν στη σκέψη ότι «ζουν από τύχη» και ότι ακόμη και ζητήματα όπως η ασφάλεια των μεταφορών δεν είναι εγγυημένα, και εξοργίζονται όταν βλέπουν μια κυβέρνηση να θεωρεί ότι έχει «διαρκές απαλλακτικό βούλευμα» για κάθε μικρότερη ή μεγαλύτερη παραβατική συμπεριφορά της.
Γι’ αυτόν τον λόγο δεν εμπιστεύονται την κυβέρνηση και δεν εμπιστεύονται και το πολιτικό σύστημα, ιδίως όταν η κυβέρνηση αυτοπαρουσιάζεται διαρκώς ως η μόνη επιτρεπτή και συνάμα εφικτή επιλογή.
Δεν ψάχνουν απλώς ένα αντιπολιτευτικό κόμμα που θα εκφράζει τα αισθήματά τους με πιο εύγλωττο τρόπο, άλλωστε έχουν μια δυσπιστία και απέναντι στις παραδοσιακές πρακτικές και τελετουργίες της πολιτικής σκηνής.
Αυτό δεν σημαίνει, όμως, ότι ψάχνουν και την «αντιπολιτική». Ή, για να το πω με μεγαλύτερη ακρίβεια, η αντιπολιτική μπορεί να τους ελκύει, για αυτόν τον χαρακτήρα της έντονης αποδοκιμασίας της κυρίαρχης πολιτικής, όμως δεν τους καλύπτει. Γι’ αυτό και παρά τη δημοφιλία της, η Μαρία Καρυστιανού βλέπει τη δυνητική επιρροή ενός κόμματος υπό την ηγεσία της να υποχωρεί.
Αυτό που αναζητούν αυτοί οι άνθρωποι είναι μια πολιτική κατεύθυνση που ταυτόχρονα να αποτελεί ρήξη και τομή με το σημερινό πολιτικό σύστημα, τις πολιτικές που ακολουθούνται, το ήθος και ύφος της εξουσίας που έχει κυριαρχήσει, αλλά και αξιόπιστη πρόταση διακυβέρνησης.
Αυτή ακριβώς είναι και η διπλή πρόκληση για όσους αναφέρονται σε μια δημοκρατική και προοδευτική διέξοδο. Από τη μια οφείλουν να είναι «αντισυστημικοί», δηλαδή να στέκονται απέναντι στο μοντέλο διακυβέρνησης που έχει κυριαρχήσει και τις βασικές πολιτικές επιλογές που έχουν γίνει σε κρίσιμους τομείς, και να δεσμεύονται για την ανάδειξη όλων των πραγματικών πολιτικών και ποινικών ευθυνών για τα σκάνδαλά της Νέας Δημοκρατίας. Λογικές του τύπου «ας μην μας πουν ‘ακραίους’» απλώς οδηγούν στην αναπαραγωγή ενός υποτονικού πολιτικού λόγου και αχνών διαχωριστικών γραμμών, που καμιά σχέση δεν έχει με την αναγκαία τομή που αποζητά η κοινωνία. Από την άλλη, οφείλουν να είναι σοβαροί, δηλαδή να έχουν προτάσεις και να είναι έτοιμοι να κυβερνήσουν.
Η συνειδητοποίηση ότι απαιτείται να απαντηθούν και οι δύο προκλήσεις είναι αναγκαία και για έναν επιπλέον λόγο. Αυτόν που αφορά την αντιμετώπιση της αποχής. Γιατί είναι σαφές ότι τα τελευταία χρόνια μεγάλο μέρος της κοινωνικής δυσαρέσκειας και απογοήτευσης μεταφράζεται και σε έλλειψη εμπιστοσύνης στη δυνατότητα η ψήφος να αποτελεί δρόμο για να αλλάξουν τα πράγματα. Η κυβέρνηση σε μεγάλο βαθμό θα ήθελε και θα επιδιώξει αυτή η τάση να ενταθεί, καθώς αυτό θα σήμαινε ότι σε ένα μικρότερο εκλογικό σώμα το δικό της ποσοστό θα ανέβαινε αναλογικά.
Η ύπαρξη όμως όλου αυτού του δυναμικού που δεν έχει πειστεί να ψηφίσει, σημαίνει ότι οι πραγματικές εκλογικές δεξαμενές για μια εναλλακτική πρόταση είναι πολύ μεγαλύτερες. Μόνο που για να εμπνευστεί αυτός ο κόσμος και να βγει από τον φαύλο κύκλο της απογοήτευσης και της αποχής, θα πρέπει ταυτόχρονα να πειστεί και για τη διάθεση ρήξης (τον «αντισυστημικό» χαρακτήρα) και για την ικανότητα διακυβέρνησης όσων του λένε να σηκωθεί από τον καναπέ και να πάει να ψηφίσει.
Εάν κινητοποιηθούν τότε οι πραγματικές πιθανότητες πολιτικής αλλαγής αυξάνουν. Ας μην ξεχνάμε ότι αυτή τη στιγμή όλα δείχνουν ότι μετά τις επόμενες εκλογές ούτε η Νέα Δημοκρατία θα έχει αυτοδυναμία, ούτε ο Κυριάκος Μητσοτάκης ή οποιαδήποτε επιλογή θα θεωρηθεί «συνέχειά» του και «διάδοχη κατάσταση» θα μπορέσουν να σχηματίσουν κυβέρνηση συνεργασίας (ακόμη και εάν αναζητήσουν ακροδεξιά στηρίγματα). Εάν σε εκείνη τη συγκυρία καταγραφεί σαφής συσχετισμός υπέρ μιας δημοκρατικής και προοδευτικής αλλαγής και διεξόδου, τότε είναι σαφές ότι θα ανοίγει ο δρόμος για μια νέα διακυβέρνηση, χωρίς να μπορεί να προχωρήσει οποιοδήποτε σχέδιο εκλογικού εκβιασμού από τη μεριά της Νέας Δημοκρατίας.
Όμως, αυτό σημαίνει ότι όσοι μοιράζονται το όραμα της ουσιαστικής πολιτικής αλλαγής δεν πρέπει να ξεχνούν ότι το ζήτημα στην πολιτική δεν είναι ποτέ μόνο να λες κάτι, αλλά να λες κάτι που έχει όντως απήχηση, δηλαδή κάτι που συναντιέται με τις αγωνίες, τις ανάγκες, και τις ελπίδες των ανθρώπων.      Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια
Δεν βρέθηκαν σχόλια γι'αυτό το άρθρο.
Γίνε ο πρώτος που θα σχολιάσει το άρθρο χρησιμοποιώντας την παρακάτω φόρμα