Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2026

Η χώρα χρειάζεται μια νέα ηγεμονία και όχι απλώς μια πιο ηχηρή αντιπολίτευση

Το γεγονός ότι έχουμε φτάσει σε ένα σημείο όπου η διακύμανση – στο όριο του στατιστικού λάθους – υπέρ της κυβέρνησης σε μια δημοσκόπηση, που παρ’ όλα αυτά δείχνει ότι η Νέα Δημοκρατία επιμένει να κάνει δημοσκοπικές χαμηλές πτήσεις, παρουσιάζεται ως ένδειξη μείζονος αλλαγής στο πολιτικό σκηνικό και ως έκφραση εμπιστοσύνης στο κυβερνητικό έργο, λέει πολλά όχι μόνο για τον τρόπο που αντιλαμβάνεται την ενημέρωση το φιλοκυβερνητικό μηντιακό οικοσύστημα αλλά και για την ίδια την κατάσταση του πολιτικού συστήματος.
Και ο λόγος είναι ότι αυτή τη στιγμή μόνο η Νέα Δημοκρατία διεκδικεί να έχει ένα «ηγεμονικό πρόταγμα». Δηλαδή, να έχει μια κοινωνική βάση, στοιχεία ενός πολιτικού σχεδίου και να προσπαθεί να ασκεί την ηγεμονία, δηλαδή να εκπροσωπεί ευρύτερα στρώματα. Επιπλέον, εξακολουθεί να «θέτει την ατζέντα», δηλαδή να υποχρεώνει τους άλλους να τοποθετηθούν πάνω στις πρωτοβουλίες της, ακόμη και για να τις καταγγείλουν.
Προφανώς, η επιρροή της έχει «στενέψει», αλλά δεν παύει να είναι η πιο συμπαγής στο πολιτικό σκηνικό. Έχει έναν «σκληρό πυρήνα» στρωμάτων που έχουν ευνοηθεί άμεσα από τις πολιτικές της – ενίοτε όπως διαπιστώνουμε από την υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ και με αθέμιτους τρόπους -, έχει στρώματα που θεωρούν ότι δεν υπάρχει άλλη πολιτική επιλογή και στρώματα που αντιμετωπίζουν με φόβο το ενδεχόμενο πολιτικής αλλαγής, γιατί στα μάτια τους αυτό φαντάζει ως κίνδυνος αποσταθεροποίησης. Και επιπλέον δεν έχει πρόβλημα να επενδύει στα φοβικά αντανακλαστικά που πάντα υπάρχουν σε κοινωνικά στρώματα, εκμεταλλευόμενη πρωτίστως την υπαρκτή ξενοφοβία και ανασφάλεια.
Και βέβαια στηρίζεται σε μια συστηματική χειραγώγηση της δημόσιας σφαίρας μέσα από ένα ολόκληρο μηντιακό οικοσύστημα, που ξεκινά από φιλικά ΜΜΕ, συχνά τροφοδοτημένα από την επιλεκτική διαχείριση της κρατικής διαφημιστικής δαπάνης, φτάνει μέχρι τρολ στο Διαδίκτυο, την «Ομάδα Αλήθειας» αλλά ακόμη και υπουργούς που συμπεριφέρονται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ως πολιτικοί ινφλουένσερ.
Σίγουρα, η Νέα Δημοκρατία δεν είναι στην κατάσταση του 2019 όταν ο ΣΥΡΙΖΑ παρότι πέτυχε την έξοδο από τα μνημόνια στη συνείδηση της κοινωνίας παρέμενε ταυτισμένος με την προηγούμενη κατάσταση, με αποτέλεσμα να είναι η σημερινή κυβερνητική παράταξη αυτή που πρόβαλε ως ηγεμονικό πρόταγμα τη διεκδίκηση «κανονικότητας».
Αντιθέτως, σήμερα η μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία είναι απέναντι στην κυβέρνηση, με πολύ υψηλά ποσοστά δυσαρέσκειας για τις περισσότερες πτυχές της πολιτικής της και υψηλή απήχηση ενός αιτήματος πολιτικής αλλαγής.
Όμως, αυτό που απουσιάζει είναι ένα αντίπαλο ηγεμονικό πρόταγμα, που να μπορεί να εκπροσωπήσει – αφού τη μετασχηματίσει – αυτή τη δυσαρέσκεια και επιθυμία αλλαγής.
Μόνο που χωρίς ένα αντίπαλο ηγεμονικό πρόταγμα πολιτική εναλλακτική δεν φτιάχνεται.
Ο Ανδρέας Παπανδρέου και το ΠΑΣΟΚ το 1981 δεν είπαν μόνο «Αλλαγή», υποσχέθηκαν εκδημοκρατισμό, αναγνώριση των ηττημένων του Εμφυλίου ως ισότιμων τμημάτων του έθνους, κοινωνική αναδιανομή, δημόσιο σύστημα υγείας, βελτίωση της θέσης των εργαζομένων και υπερήφανη εξωτερική πολιτική. Η Νέα Δημοκρατία μπορεί να χρησιμοποίησε το αίτημα «κάθαρσης» ως εφαλτήριο το 1990 αλλά πρωτίστως διεκδίκησε να εκπροσωπήσει τη «νέα εποχή» – αν και όταν η κοινωνία κατάλαβε τι σήμαινε ο βαλκανικός νεοφιλελευθερισμός που τότε εκπροσωπούσε η ΝΔ, η μεταστροφή ήταν μεγάλη και γρήγορη. Στη δεκαετία του 1990 ο Κώστας Σημίτης κατάφερε να παρουσιάσει τον νεοφιλελευθερισμό ως εκσυγχρονισμό και να οικοδομήσει μια συμμαχία γύρω από ένα όραμα «να γίνουμε Ευρώπη» που βεβαίως στα χρόνια της κρίσης φάνηκε ότι ήταν «όραμα με δανεικά». Και αυτά είναι μερικά μόνο παραδείγματα. Ακόμη και το 2015 ο ΣΥΡΙΖΑ δεν εκπροσώπησε απλώς το «αντιμνημόνιο» αλλά ένα αίτημα δημοκρατίας, κοινωνικής δικαιοσύνης και απαίτησης για παραγωγική ανασυγκρότηση, ουσιαστικά μια ιστορική αισιοδοξία.
Αντιθέτως, όταν το 2023, παρότι είχαν ήδη προηγηθεί τα Τέμπη και είχε ήδη υπάρξει μεγάλη δυσαρέσκεια για την κυβέρνηση, το μόνο ηγεμονικό πρόταγμα – έστω και με μικρότερη απήχηση – ήταν το «εμάς ξέρετε, εμάς εμπιστευτείτε» της ΝΔ, με δομική αδυναμία της αντιπολίτευσης να πείσει ότι έχει εναλλακτικό σχέδιο, ο Κυριάκος Μητσοτάκης βγήκε για δεύτερη φορά νικητής.
Και αυτό μας φέρνει στο σημερινό πρόβλημα και στη σημερινή πολιτική κρίση.
Η Νέα Δημοκρατία κυριαρχεί ως προς την πρωτοβουλία των κινήσεων, αλλά το δικό της ηγεμονικό πρόταγμα έχει εξαντληθεί. Ακόμη χειρότερα, ολοένα και περισσότερο δεν συσπειρώνει θετικά αντανακλαστικά, διεκδικήσεις, προσδοκίες, αλλά πρωτίστως την επιθυμία να μην αλλάξουν τα πράγματα, είτε από φόβο, είτε από συμφέρον.
Όμως, η πολιτική όπως και η φύση δεν πολυσυμπαθούν το κενό. Ακόμη και εάν η ηγεμονική απήχηση της ΝΔ υποχωρεί, στο τέλος, ακόμη και μετά από μια περίοδο αστάθειας, επειδή έχει συγκριτικά τη πιο συμπαγή βάση, θα εξακολουθεί να διεκδικεί την εξουσία, έστω και αναζητώντας «προθύμους» να τη στηρίξουν. Και στο τέλος θα τους βρει.
Εκτός και εάν υπάρξει ένα αντίπαλο ηγεμονικό πρόταγμα. Αυτό δεν μπορεί να είναι η διαμαρτυρία, η οργή, η αγανάκτηση. Γιατί αυτές οι εκδοχές πολιτικού θυμικού δημιουργούν μεν δυναμικές και κινητοποιούν, αλλά από μόνες τους δεν εκπροσωπούν μια πολιτική εναλλακτική.
Μόνο που αυτό δεν μπορεί να γίνει ούτε με συνθήματα, ούτε σε επίπεδο «πολιτικής επικοινωνίας». Για να είναι αποτελεσματικό και όντως ηγεμονικό θα πρέπει να προκύπτει από αυτά που θέλουν τα κοινωνικά στρώματα που σήμερα ασφυκτιούν, ο κόσμος της εργασίας, ο κόσμος της γνώσης, η αγροτιά, η επιχειρηματικότητα που θέλει όντως να δημιουργήσει κάτι και όχι απλώς να «πιάσει την καλή». Να είναι εφικτό και να παραπέμπει σε διακυβέρνηση και όχι απλώς σε «όραμα». Να καλεί σε συμμετοχή και να ζητά από την κοινωνία να βάλει πλάτη. Να ενώνει στρώματα (αλλά και παρατάξεις) και να υπηρετεί ένα ήθος κοινού σκοπού και ευθύνης. Πάνω από όλα, να μπορεί να εξηγεί γιατί θα κάνει αυτή τη χώρα έναν καλύτερο τόπο, που δεν θα διώχνει τα παιδιά της και που θα κάνει τους ανθρώπους να νιώθουν υπερήφανοι για αυτήν.
Οι κοινωνίες δεν είναι στατικές. Μετασχηματίζονται διαρκώς και μαζί μετασχηματίζονται και οι άνθρωποι. Οι αποτελεσματικότερες πολιτικές, αυτές που όντως οδηγούν κοινωνίες σε πρόοδο, είναι αυτές που προκύπτουν από τις ίδιες τις αναζητήσεις των ανθρώπων που συναποτελούν την κοινωνία, τις αγωνίες και τις ανάγκες τους. Υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχουν πολιτικά σχήματα και προσωπικότητες που αναλαμβάνουν την ευθύνη να καθοδηγήσουν τις κοινωνίες σε αυτόν το μετασχηματισμό. Αφού πρώτα τις αφουγκραστούν και ακούσουν αυτά που πραγματικά απαιτούν, για να τα μετατρέψουν σε μέτρα, θεσμικές διαρρυθμίσεις, πολιτικές. Διαφορετικά, δεν μιλάμε για πρόοδο αλλά για ιστορική οπισθοδρόμηση. Και αυτός σήμερα είναι ένας υπαρκτός κίνδυνος. 
Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια
Δεν βρέθηκαν σχόλια γι'αυτό το άρθρο.
Γίνε ο πρώτος που θα σχολιάσει το άρθρο χρησιμοποιώντας την παρακάτω φόρμα