
Μόνο που η πολιτική αλλαγή απαιτεί και σχήματα που μπορούν να εκπροσωπήσουν αυτό το αίτημα, δηλαδή σχήματα που να εκπροσωπούν μια εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης. Γιατί δεν αρκεί μόνο να ξέρεις από πού θέλεις να φύγεις, αλλά να ‘χεις και κάπου να πας.
Διαφορετικά η κοινωνική δυσαρέσκεια ή αγανάκτηση καταγράφεται μεν, επηρεάζει τους πολιτικούς συσχετισμούς, διαμορφώνει αυτή την εικόνα πολύ μεγάλης πολιτικής ρευστότητας, αλλά δεν δρομολογεί πολιτική αλλαγή.
Και εδώ είναι που αρχίζουν τα δύσκολα.
Τα υπαρκτά σχήματα της δημοκρατικής αντιπολίτευσης έχουν δείξει τα πολιτικά τους όρια. Αυτό δεν μειώνει την ορθότητα των παρεμβάσεών τους, εντός και εκτός κοινοβουλίου, αλλά καταδεικνύει ότι δεν πείθουν, το καθένα ξεχωριστά ότι είναι ένα κόμμα διακυβέρνησης.
Εδώ πρέπει να ξεκαθαρίσουμε κάτι. Η πολιτική εκπροσώπηση είναι μια εξαιρετικά σύνθετη διαδικασία. Δεν είναι ένα διαγώνισμα όπου κάποιος παίρνει τον καλύτερο βαθμό. Δεν αφορά απλώς την ορθότητα κάποιων θέσεων. Ούτε καν την ποιότητα των στελεχών.
Αφορά το εάν πείθει ένα πολιτικό σχήμα ότι μπορεί να κυβερνήσει τη χώρα. Αυτό έχει να κάνει με το είδος των κοινωνικών εκπροσωπήσεων που συγκεντρώνει και εάν ευρύτερα τμήματα της κοινωνίας αναγνωρίζονται σε αυτό. Εξαρτάται σαφώς από τη σοβαρότητα των προγραμματικών επεξεργασιών και το εάν αυτές όντως αποτελούν εναλλακτικές προτάσεις και όχι απλώς μετάφραση της δυσαρέσκειας σε πολιτικές θέσεις. Σίγουρα παίζουν σημαντικό ρόλο τα πρόσωπα και το εάν εμπνέουν εμπιστοσύνη. Και σαφώς έχει να κάνει με τον τρόπο που η κοινωνία αποτιμά τη διαδρομή των σχημάτων αυτών, την κυβερνητική τους εμπειρία, τα «γραμμάτια» που μπορεί να κουβαλούν.
Και μέχρι τώρα, εάν κρίνουμε από τις δημοσκοπήσεις, η ετυμηγορία της κοινωνίας είναι αυστηρή και σε μεγάλο βαθμό επικριτική. Ως ένα βαθμό, αυτό οφείλεται στον τρόπο που ένα φιλοκυβερνητικό μιντιακό οικοσύστημα στοχοποιεί πρόσωπα, αποσιωπά παρεμβάσεις, διαστρεβλώνει απόψεις. Όμως, αυτός δεν είναι ο κύριος λόγος. Ο βασικότερος είναι ότι οι άνθρωποι συνεκτιμούν όλα τα παραπάνω.
Αυτό εξηγεί γιατί τα υπάρχοντα σχήματα της δημοκρατικής αντιπολίτευσης δεν κατορθώνουν να αποκτήσουν μια μεγάλη δυναμική. Και σίγουρα ο μεταξύ τους διαγκωνισμός – ή ο εσωτερικός διαγκωνισμός μεταξύ των ηγετικών στελεχών κάθε σχήματος – είναι επιβαρυντικός παράγοντας. Όμως, δεν θα βοηθούσε και το απλό άθροισμά τους. Γιατί η κοινωνία θα έβλεπε με σαφήνεια ότι πρόκειται για άθροισμα ελλειμμάτων και αδυναμιών.
Από την άλλη, τα όρια των υπαρκτών σχημάτων δεν σημαίνουν ότι γενικά χρειαζόμαστε κάτι το «νέο». Όχι προφανώς γιατί δεν χρειάζεται η πολιτική σκηνή νέα και άφθαρτα πρόσωπα που να έρχονται από την κοινωνία και όχι την επαγγελματική πολιτική, αλλά γιατί από μόνη της η επίκληση του «νέου», ή η άρνηση της «επαγγελματικής πολιτικής», εύκολα μπορεί να γίνει βασιλική οδός για την αποϊδεολογικοποίηση και αυτή με τη σειρά της να στρώσει το έδαφος για αντιλήψεις κάθε άλλο παρά δημοκρατικές και προοδευτικές. Πολύ συχνά η ακροδεξιά υιοθετεί αυτή την αισθητική ότι δήθεν εκπροσωπεί την κοινωνία και είναι σε «ρήξη» με την επίσημη πολιτική.
Αυτό σημαίνει ότι χρειάζεται ένας συνδυασμός ανάμεσα σε νέες αντιλήψεις, μορφές, πρακτικές και δεξιότητες, άρα και τα νέα πρόσωπα που θα τις εκπροσωπούν, και από την άλλη την εμπειρία και τις εκπροσωπήσεις του σημερινού υπαρκτού δυναμικού. Με κριτήριο ως προς την ηγεσία το τι διαμορφώνει πραγματικά πειστική πρόταση διακυβέρνησης και όχι την όποια φιλοδοξία. Και με μια λογική συσπείρωσης όχι απλώς κομματικών μηχανισμών, αλλά πρωτίστως κοινωνικών δυνάμεων.
Κοντολογίς με την επίγνωση ότι για να αλλάξουν τα πράγματα πρέπει και αυτοί που σηκώνουν το βάρος μιας τέτοιας επιλογής να αποδείξουν ότι είναι ικανοί να αλλάξουν. Ακόμη και εάν αυτό σημαίνει να κάνουν πίσω από την όποια φιλοδοξία τους.
Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σχόλια
Δεν βρέθηκαν σχόλια γι'αυτό το άρθρο.
Γίνε ο πρώτος που θα σχολιάσει το άρθρο χρησιμοποιώντας την παρακάτω φόρμα