
Για παράδειγμα, η εκτεταμένη και στοχευμένη διασπάθιση ευρωπαϊκών επιδοτήσεων για να διαμορφωθεί φιλοκυβερνητικός συσχετισμός σε διάφορες κρίσιμες εκλογικές περιφέρειες παρουσιάζεται περίπου ως «αθώο ρουσφέτι». Όπως δήλωσε χαρακτηριστικά ο υπουργός Υγείας Άδωνις Γεωργιάδης, «εάν τολμήσει βουλευτής της αντιπολιτεύσεως και σηκωθεί σε εμένα και κατηγορήσει τους συναδέλφους μου της ΝΔ, για αυτόν τον φάκελο που έστειλε η κυρία Παπανδρέου, δεσμεύομαι να δημοσιεύσω στο Twitter μου, όλα τα ρουσφέτια που μου έχει ζητήσει ο ίδιος. Γιατί δεν ξέρω πολλούς βουλευτές της αντιπολίτευσης που να μη μου έχουν ζητήσει».
Η στόχευση αυτής της δήλωσης είναι διττή. Από τη μια, επιχειρεί να παρουσιάσει τους βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας ως κάποιους που δεν έκαναν κάτι μεμπτό. Από την άλλη, να υπαινιχτεί ένα γενικευμένο «και εσείς τα ίδια κάνετε» και άρα ουσιαστικά μέσα από την καθολική «ενοχή», να υπάρξει συμψηφισμός, οπότε «τίποτα τελικά δεν έγινε» για τους κυβερνητικούς βουλευτές.
Βεβαίως, όλα αυτά -τα ούτως ή άλλως κατακριτέα για σειρά λόγων- στηρίζονται σε μια λαθροχειρία, καθώς συνειδητά συγχέονται δύο διαφορετικά πράγματα. Το ένα είναι όταν ένας πολίτης απευθύνεται σε έναν βουλευτή και ζητάει λύση σε κάποιο πρόβλημα που οφείλεται σε πραγματικές ελλείψεις και αδυναμίες του κράτους και των εποπτευόμενων από το κράτος μηχανισμών. Τότε εύλογο είναι ο βουλευτής να πάει να μιλήσει με τον υπουργό, να εκθέσει το πρόβλημα, να ζητήσει μα λύση.
Αυτό δεν είναι υποχρεωτικά ρουσφέτι. Όταν, δηλαδή, το αίτημα αφορά το να βρεθεί ένα κρεβάτι σε ένα δημόσιο νοσοκομείο για ένα σοβαρό περιστατικό, ή να ολοκληρωθεί πιο γρήγορα μια γραφειοκρατική διαδικασία, ή να διορθωθεί μια άστοχη απόφαση (π.χ. εάν έχει απορριφθεί μια αναγκαία αδειοδότηση παρότι υπάρχουν τα τυπικά δικαιολογητικά), ή να ικανοποιηθεί ένα τοπικό αίτημα για ένα αναγκαίο έργο, ακόμη και μικρής κλίμακας, δεν μιλάμε ακριβώς για ρουσφέτι.
Μιλάμε για την αναγκαία δουλειά που πρέπει να κάνει ένας βουλευτής όταν εκπροσωπεί τους εκλογείς του και όταν υπάρχουν προβλήματα στην ικανότητα του κράτους να ικανοποιήσει πραγματικές κοινωνικές ανάγκες.
Σε αυτές τις περιπτώσεις το πρόβλημα δεν είναι ότι διατυπώνονται τέτοια αιτήματα, αλλά ακριβώς ότι για να γίνει το αυτονόητο που όφειλε το κράτος να παρέχει στον πολίτη, χρειάζεται ο τελευταίος να απευθυνθεί στον τοπικό βουλευτή για να μιλήσει με τη σειρά του στον υπουργό.
Στην περίπτωση του ΟΠΕΚΕΠΕ όμως δεν πρόκειται για κάτι τέτοιο. Αντιθέτως, έχουμε να κάνουμε – και φαίνεται αυτό στα στοιχεία από τη δικογραφία που ήρθαν στη δημοσιότητα – με μια συνειδητή προσπάθεια να χρησιμοποιηθεί μια παράτυπη πρακτική για να πάρουν επιδοτήσεις συγκεκριμένοι ψηφοφόροι, που δεν τις δικαιούνταν, με τους κυβερνητικούς βουλευτές να προσπαθούν να εξασφαλίσουν «μερίδιο» από αυτόν τον «μηχανισμό επανεκλογής».
Στον ΟΠΕΚΕΠΕ δεν έχουμε καν μια προσπάθεια να δούμε εάν θα μπορούσαν να εξασφαλιστούν επιπλέον πόροι συνολικά για τους αγρότες. Έχουμε προσπάθεια πλήρους εργαλειοποίησης της διαδικασίας με σαφώς κομματικούς σκοπούς και με χρήμα που ένα μέρος του επιστρέφει σε συγκεκριμένες κομματικές τσέπες.
Κοντολογίς έχουμε να κάνουμε όχι μόνο με κακοδιαχείριση και διασπάθιση ευρωπαϊκών πόρων, αλλά και με διαφθορά.
Φαίνεται αυτό φυσιολογικό και «κανονικό» στον Άδωνι Γεωργιάδη;
Όμως, την ίδια στιγμή έχουμε και μια συστηματική προσπάθεια να «αποδομηθεί» ο θεσμός της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Και πάλι ο Άδωνις Γεωργιάδης το είπε καθαρά: «φτιάχτηκε το 2021 όταν αποφάσισαν κάποιοι ευρωπαίοι να τη φτιάξουν. Δεν της χρωστάμε κανά σπουδαίο σεβασμό ως θεσμό, μπορεί να είναι και άχρηστος. Θα κριθεί αν δουλεύει από τους ανθρώπους από τους οποίους έλαβαν την εμπιστοσύνη για να κάνουν τη δουλειά τους. Δεν έχουν αποδεχθεί και οι ”27 ” την ευρωπαϊκή εισαγγελία, δεν είναι και το Κέιμπριτζ. Αυτό που κρίνει έναν θεσμό είναι πώς οι εκπρόσωποί του υλοποιούν την εξουσία. Αν οι εκπρόσωποι αντί να πολεμούν τη διαφθορά, πάνε και κάνουν πολιτικά παιχνίδια, τότε όχι δεν είναι άξιοι του θεσμού αλλά θα πάρουν στον λαιμό του και τον θεσμό».
Και αυτή δεν ήταν η μόνη απαξιωτική αναφορά του υπουργού Υγείας στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Σε άλλη δημόσια παρέμβασή του υποστήριξε ότι «η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία είναι σαν να κρατάει όμηρο το πολιτικό σύστημα». Αλλά και ο Κωστής Χατζηδάκης μίλησε επίσης απαξιωτικά, εμμέσως πλην σαφώς, όταν αναρωτήθηκε «και στατιστικά να το δείτε πόσες υποθέσεις που ξεκινούν από τις εισαγγελικές αρχές δεν έχουν αθωωτικό αποτέλεσμα;».
Και βέβαια τη «γραμμή» την πήραν τα φιλοκυβερνητικά μέσα και «διαμορφωτές κοινής γνώμης: «Ως πότε θα κρατήσει η ομηρία μιας κυβέρνησης χώρας της ΕΕ από εισαγγελείς της Ευρωπαϊκής Ένωσης». «Η υπόθεση έχει αρχίσει μ’ αυτά τα δεδομένα να θυμίζει ακόμη και εκείνη τη σκοτεινή υπόθεση της Novartis». «Πόσο θα τραβήξει το τροπάρι της Κοβέσι». Και αυτές είναι μόνο μερικές χαρακτηριστικές αποστροφές. Για να μην αναφερθώ σε όσους πρακτικά υπαινίσσονται ότι κάτι ύποπτο υπάρχει αφού μπορούσαν να συγκεντρώνουν αυτά τα στοιχεία και να κάνουν και αυτές τις νόμιμες επισυνδέσεις χωρίς να το αντιληφθεί η κυβέρνηση, παραβλέποντας βέβαια ότι αυτό ακριβώς είναι ο ορισμός μιας εισαγγελικής έρευνας που γίνεται με σωστό τρόπο.
Ο ίδιος ο πρωθυπουργός δεν επέλεξε μια τόσο ρητά επικριτική τοποθέτηση. Ωστόσο, δεν ήταν καθόλου τυχαίο ότι ήταν κατά βάση κυβερνητικές πηγές που «εξηγούσαν» πως το γεγονός ότι ο Πρωθυπουργός ζήτησε στο διάγγελμα από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία «να προχωρήσει ταχύτατα σε όλες τις ανακριτικές ενέργειες και να αποφανθεί αν, σε πόσους και σε ποιους προτίθεται να ασκήσει διώξεις», αποτελούσε σαφή αναφορά στο ότι δεν μπορούσε να είναι η κυβέρνηση και η πολιτική σε κατάσταση ομηρίας.
Βεβαίως, όλοι αυτοί αποφεύγουν να αναφέρουν τι ακριβώς κάνει η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Όλοι αυτοί οι υποτίθεται διαπρύσιοι Ευρωπαϊστές, οι αγωνιστές του «Μένουμε Ευρώπη», παραβλέπουν ότι ο συγκεκριμένος θεσμός συγκροτήθηκε ακριβώς επειδή υπήρχαν σοβαρά προβλήματα που αφορούσαν απάτες είτε για κονδύλια της Ευρώπης, είτε διασυνοριακές στον τομέα του ΦΠΑ. Η λογική ήταν απλή: υπάρχουν μορφές οικονομικής απάτης που είναι σε βάρος του προϋπολογισμού της ΕΕ και όχι μόνο των εθνικών προϋπολογισμών, άρα πρέπει να υπάρχει μια ευρωπαϊκή εισαγγελική αρχή. Και σε αντίθεση με όσα έγραψε ο πρωθυπουργός η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν θεσμοθετήθηκε το 2020, αλλά είχε αποφασιστεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο νωρίτερα και ήδη το 2017 η χώρα μας ήταν από τα ιδρυτικά μέλη του θεσμού, ενώ ήταν ένας νόμος της κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα, ο 4956/2019, που περιλάμβανε τις διατάξεις για την ενσωμάτωση του θεσμού και στο ελληνικό νομικό πλαίσιο.
Όλα αυτά δείχνουν ότι ο «ευρωπαϊσμός» της κυβέρνησης τελειώνει εκεί που αρχίζει το άμεσο κομματικό συμφέρον και η προσήλωσή της στο κράτος δικαίου εξαντλείται εκεί που αρχίζουν να διώκονται και οι παραβατικές συμπεριφορές δικών της κομματικών στελεχών.
Πράγμα που για άλλη μια φορά αποδεικνύει ότι η συχνή επίκληση της ευρωπαϊκής «κανονικότητας» από την κυβέρνηση Μητσοτάκη, για να διαχωριστεί από τους υποτιθέμενους «αρνητές της Ευρώπης» που κυβερνούσαν πριν (παρότι ήταν αυτοί που κατάφεραν να συνεργαστούν τελικά με την Ευρώπη, να ρυθμίσουν το χρέος και να βγάλουν τη χώρα από τα μνημόνια), στην πραγματικότητα είναι απλώς μια ρητορική χωρίς αντίκρισμα. Με αποτέλεσμα όταν είναι η κυβέρνηση και τα κυβερνητικά στελέχη που βρίσκονται στο στόχαστρο των ευρωπαϊκών θεσμών, η αντίδραση να παίρνει τη μορφή: «και ποιοι είναι αυτοί οι Ευρωπαίοι που θα έρθουν να μας πουν πώς να διαχειριστούμε τα δικά μας σκάνδαλα».
Και αυτό δείχνει ότι το κόστος από την παράταση αυτού του μοντέλου διακυβέρνησης ολοένα και αυξάνεται για τη χώρα και την ελληνική κοινωνία. Γιατί σε μια εποχή αναδιαπραγμάτευσης συνολικά των ευρωπαϊκών σχεδιασμών, από την κοινή αγροτική πολιτική έως την κοινή πολιτική για την άμυνα, η χώρα πηγαίνει με τη διπλή «ρετσινιά», της αποδεδειγμένης παραβατικότητας στη διαχείριση πόρων και της αμφισβήτησης των ευρωπαϊκών θεσμών από κυβερνητικά στελέχη. Και ο πρωθυπουργός από μεγάλη ελπίδα – τουλάχιστον αυτό μας έλεγαν… – κάποτε της ευρωπαϊκής κεντροδεξιάς, ολοένα και περισσότερο γίνεται μία από τις μεγάλες της επισφάλειες. Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σχόλια
Δεν βρέθηκαν σχόλια γι'αυτό το άρθρο.
Γίνε ο πρώτος που θα σχολιάσει το άρθρο χρησιμοποιώντας την παρακάτω φόρμα