
Η κοινοβουλευτική πλειοψηφία πουθενά δεν αναφέρεται ότι αποτελεί διαρκή ασυλία απέναντι στη δικαιοσύνη. Υπάρχουν, βέβαια οι προβλέψεις για τη βουλευτική ασυλία ή οι ειδικές διαδικασίες για τη διερεύνηση της ποινικής ευθύνης των υπουργών, όμως είναι προφανές ότι και οι βουλευτές και οι υπουργοί μπορούν να κληθούν να αντιμετωπίσουν τη Δικαιοσύνη.
Να το πω διαφορετικά όταν αναλαμβάνει μια κυβέρνηση και παίρνει ψήφο εμπιστοσύνης, αυτό δεν σημαίνει ότι λαμβάνει και διαρκές απαλλακτικό βούλευμα για τη δράση της.
Μάλιστα, η φιλελεύθερη πολιτική παράδοση, η παράδοση του κράτους δικαίου, αυτή στην οποία υποτίθεται ότι εγγράφεται και η Νέα Δημοκρατία, θεωρεί ιδιαίτερα σημαντική την ηθική στην πολιτική, ακριβώς γιατί η ανηθικότητα στην πολιτική, η παραβατικότητα των πολιτικών, η διαφθορά τους, τραυματίζουν ανεπανόρθωτα την εμπιστοσύνη των πολιτών στο πολιτικό σύστημα.
Αυτό εξηγεί γιατί μέχρι πρότινος όχι μόνο θεωρούνταν αυτονόητο ότι οι άμεσα εμπλεκόμενοι παραιτούνται, αλλά και γιατί από ένα σημείο και μετά μια κυβέρνηση που κατηγορείται για μεγάλα σκάνδαλα παραιτείται και αυτή και πάμε σε εκλογές.
Κάποτε ακόμη και μια υπόνοια σκανδάλου αρκούσε για να καταστραφεί μια πολιτική καριέρα. Σήμερα, είναι απλώς άλλη μια μέρα που κυβερνά η Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη και θα βγει άλλο ένα non paper που θα παρουσιάσει τον εσπευσμένο ανασχηματισμό ως μια κίνηση αναβάθμισης και βελτίωσης του κυβερνητικού έργου και όχι ως μια απέλπιδα προσπάθεια να αντιστραφεί ένα καταδικαστικό κλίμα μέσα στην κοινωνία.
Μόνο που πρέπει να δούμε τα πράγματα ως έχουν. Τα ίδια τα γεγονότα. Όπως θα τα βλέπαμε εάν συνέβαιναν σε μια άλλη χώρα.
Και τα πράγματα έχουν ως εξής: Παραμένει ανοιχτή η υπόθεση των Τεμπών, με τη δίκη των μη πολιτικών προσώπων να έχει ξεκινήσει και εν αναμονή της παραπομπής ενός υπουργού, για τη μη έγκαιρη υλοποίηση των έργων στο σιδηρόδρομο που θα είχαν αποτρέψει την τραγωδία μια ενός υφυπουργού που κατηγορείται σε σχέση με την απόφαση για το μπάζωμα του χώρου του δυστυχήματος. Εχει ανοίξει ξανά και πλήρως το ζήτημα των υποκλοπών συμπεριλαμβανομένων των ευθυνών των πολιτικών προσώπων στο Μέγαρο Μαξίμου που αποφάσισαν την παρακολούθηση αρχικά μέσω ΕΥΠ και μετά μέσω παράνομου κατασκοπευτικού λογισμικού πολιτικών, υπουργών, ανώτατων αξιωματικών, δικαστικών και επιχειρηματιών. Είχαμε ήδη την αρχική δικογραφία για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, την οποία ως προς τα πολιτικά πρόσωπα προσπάθησε να προσπεράσει η κυβέρνηση. Την ώρα που συμβαίνουν όλα αυτά, έχουμε νέες δικογραφίες από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία που αφορούν υπουργούς και βουλευτές σε τέτοια κλίμακα που οδήγησαν σε παραιτήσεις και αναγκαστικό ανασχηματισμό.
Όλα αυτά σημαίνουν ότι έχουμε μια κυβέρνηση που έχει τον μεγαλύτερο αριθμό υποδίκων που έχει υπάρξει σε κυβέρνηση της Μεταπολίτευσης, μια κυβέρνηση που έχει τρία ανοιχτά σκάνδαλα, αυτό των υποκλοπών, αυτό της μη υλοποίησης αναγκαίων έργων στον σιδηρόδρομο, και αυτό του ΟΠΕΚΕΠΕ, δηλαδή ένα σκάνδαλο που αφορά του πώς στήθηκε ένας κυβερνητικός μηχανισμός για τη διασπάθιση, μέσω πλασματικών δηλώσεων, ευρωπαϊκών ενισχύσεων με σκοπό τη διαμόρφωση ευνοϊκού εκλογικού συσχετισμού ώστε να γίνουν «γαλάζιες» μερικές κρίσιμες εκλογικές περιφέρειες.
Με οποιοδήποτε μέτρο πολιτικού ήθους, ευθιξίας, σεβασμού στους θεσμούς και εάν εξετάσουμε την κατάσταση είναι σαφές ότι σε οποιοδήποτε άλλη χώρα η κυβέρνηση θα είχε παραιτηθεί χτες.
Θα είχε φύγει νύχτα, για να το πω διαφορετικά.
Όμως, στη χώρα μας ξέρουμε πως δεν θα γίνει. Ακόμη και εάν η κυβέρνηση μεθοδεύσει κάποια στιγμή κάποιον εκλογικό αιφνιδιασμό, αυτό θα το κάνει με βάση άλλους υπολογισμούς και όχι επειδή θεωρεί ότι αυτή τη στιγμή έχει να αντιμετωπίσει ένα σοβαρότατο ζήτημα ηθικής τάξης.
Για την ακρίβεια εάν κανείς παρατηρήσει τις δηλώσεις – αλλά και τις σιωπές…– του πρωθυπουργού, όλα συμβαίνουν ως να μην υπάρχει κανένα θέμα ηθικής τάξης. Το ίδιο ισχύει και για όσα – υπό σαφή καθοδήγηση – γράφουν τα κυβερνητικά μέσα.
Το μοτίβο είναι δεδομένο: δεν ευθύνεται ο πρωθυπουργός, δεν ευθύνεται η κυβέρνηση, δεν τίθεται θέμα παραίτησης. Ίσως ευθύνονται κάποιοι υπουργοί, όχι όμως όλοι όσοι εμπλέκονται και σε αρκετές περιπτώσεις αυτό που φταίει είναι το «τοξικό κλίμα». Σε κάθε περίπτωση με τον ανασχηματισμό η κυβέρνηση μπορεί να κάνει θετική επανεκκίνηση.
Εδώ πρέπει να ξεκαθαρίσουμε κάτι. Στην πολιτική δεν ισχύει ακριβώς το «τεκμήριο αθωότητας». Όταν μια υπόθεση φτάνει στη δικαιοσύνη, ήδη έχει τεθεί ηθικό ζήτημα, ήδη μια κυβέρνηση έχει σκιά.
Και αυτό γιατί μια πραγματική δημοκρατική διακυβέρνηση, μια κυβέρνηση που σέβεται το κοινωνικό συμβόλαιο στον πυρήνα της δημοκρατικής εκπροσώπησης, δεν μπορεί να λειτουργήσει με σκιές, με κυνισμό, με αποσιώπηση παραβατικών συμπεριφορών.
Οφείλει, για να μπορεί να κυβερνά με πραγματική και όχι τυπική νομιμοποίηση, να μην τραυματίζει την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς, που περιλαμβάνει και την εμπιστοσύνη των πολιτών στο ότι οι πολιτικοί μπορεί να είμαι φιλόδοξοι, δεν μπορούν όμως να είναι διεφθαρμένοι.
Όταν τραυματίζει μια κυβέρνηση αυτή τη σχέση εμπιστοσύνης, τότε τραυματίζει τον πυρήνα της δημοκρατίας.
Και ταυτόχρονα υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών στο ίδιο το κράτος και τους λειτουργούς του. Γιατί ας μη γελιόμαστε: όταν ο κρατικός λειτουργός βλέπει την κυβέρνηση να συμπεριφέρεται ως να έχει δικαίωμα στην ασυλία, ως να έχει δικαίωμα στη διαφθορά, τότε και ο κρατικός λειτουργός θα σκεφτεί ότι δεν υπάρχει θέμα με τη διαφθορά στο κράτος, αρκεί να μη σε πιάσουν. Και άμα σε πιάσουν, το βασικό είναι να είσαι με τη σωστή παράταξη, γιατί αυτή θα καθαρίσει για σένα.
Γιατί μπορεί οι πολίτες γενικά να πιστεύουν ότι οι πολιτικοί δεν είναι «άγγελοι», όμως όταν βλέπουν μια τέτοια εικόνα γενικευμένου κυνισμού, όταν βλέπουν μια πολιτική κουλτούρα ατιμωρησίας, όταν βλέπουν μια κυβέρνηση να λέει «θα συνεχίσουμε να κυβερνάμε ακόμη και εάν βγαίνει ένα σκάνδαλο την ημέρα», τότε θα χάσουν την εμπιστοσύνη στην πολιτική ως δραστηριότητα με την οποία κανείς αλλάζει τη ζωή του προς το καλύτερο.
Και τότε στην καλύτερη των περιπτώσεων θα εξεγερθούν και θα κατέβουν στον δρόμο απαιτώντας από μια κυβέρνηση να τσακιστεί να φύγει. Στη χειρότερη δεν θα αντισταθούν στις σειρήνες της ακροδεξιάς που πάντα επένδυε στο να παρουσιάζει όλους τους πολιτικούς ως διεφθαρμένους, με την υπογράμμιση «όλοι ίδιοι είναι».
Για όλους αυτούς τους λόγους αυτή η κυβέρνηση, μια κυβέρνηση υποδίκων, δεν μπορεί και δεν πρέπει να κυβερνά. Γιατί οι κυβερνήσεις δεν φεύγουν μόνο όταν χάσουν τη «δεδηλωμένη» στο κοινοβούλιο, αλλά και όταν χάσουν συντριπτικά την εμπιστοσύνη της κοινωνίας.
Και μια τελευταία παρατήρηση. Στις κυβερνήσεις πάντα υπεύθυνος είναι ο πρωθυπουργός. Αυτός ευθύνεται για οτιδήποτε έκανε η κυβέρνησή του. Αυτόν ακουμπούν αντικειμενικά όλα τα σκάνδαλα. Και αυτή την ευθύνη πρέπει επιτέλους να την αναλάβει και ο πρωθυπουργός. Ακόμη και εάν αυτό σημαίνει το τέλος του πολιτικού του δρόμου…
Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σχόλια
Δεν βρέθηκαν σχόλια γι'αυτό το άρθρο.
Γίνε ο πρώτος που θα σχολιάσει το άρθρο χρησιμοποιώντας την παρακάτω φόρμα