
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο πόσο χρέος έχει συσσωρεύσει ο κόσμος, αλλά πόσο περιθώριο έχουν πλέον οι κυβερνήσεις για να αντιμετωπίσουν μια νέα οικονομική ή γεωπολιτική αναταραχή.
Το θέμα αναλύει σε άρθρο του στους Financial Times ο Martin Wolf, ένας από τους σημαντικότερους οικονομικούς σχολιαστές της εφημερίδας, με αφετηρία την τελευταία έκθεση Global Debt Monitor του Institute of International Finance (IIF).
365 τρισ. δολάρια χρέος
Σύμφωνα με το IIF, το ακαθάριστο παγκόσμιο χρέος έφτασε τα 365 τρισ. δολάρια κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, ποσό που αντιστοιχεί στο 311% του παγκόσμιου ΑΕΠ.
Το IIF προειδοποιεί ότι οι κυβερνήσεις των ώριμων αγορών δαπανούν πλέον περισσότερα για τόκους από όσα επενδύει συνολικά ο κόσμος σε τομείς όπως η τεχνητή νοημοσύνη, η άμυνα και η ενέργεια. Παράλληλα, υποστηρίζει ότι το χρέος έχει μετατραπεί περισσότερο σε πολιτικό παρά σε μακροοικονομικό ζήτημα, καθώς οι εκλογικοί κύκλοι ευνοούν βραχυπρόθεσμες λύσεις αντί για δύσκολες δημοσιονομικές αποφάσεις.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι μονοδιάστατη. Μεταξύ του 2018 και του Ιουνίου του 2026, ο λόγος του παγκόσμιου χρέους προς το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά λιγότερο από 10 ποσοστιαίες μονάδες.
Μάλιστα, στις αρχές του 2021 είχε φτάσει στο 337%, στο υψηλότερο επίπεδο μετά την πανδημία, προτού υποχωρήσει κατά 27 ποσοστιαίες μονάδες έως το τέλος του 2023.
Ο «εξουδετερωτής» του χρέους
Τι μεσολάβησε; Ο πληθωρισμός.
Όπως επισημαίνει ο Wolf, ο πληθωρισμός λειτούργησε ως ένας παλιός και γνώριμος μηχανισμός απομείωσης του χρέους, μειώνοντας την πραγματική του αξία. Αντίστοιχη διαδικασία είχε συμβάλει και στη μείωση του βρετανικού χρέους μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.
Για τις χώρες που μπορούν να εκδίδουν το νόμισμα στο οποίο είναι εκφρασμένο το χρέος τους, αυτός ο μηχανισμός είναι ιδιαίτερα σημαντικός.
Υπάρχει όμως και τίμημα.
Ο πληθωρισμός συνέβαλε στην άνοδο των επιτοκίων και, κατά συνέπεια, στην αύξηση του κόστους εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους. Στις ώριμες οικονομίες, το κόστος των τόκων αυξήθηκε κατά 1,5 ποσοστιαία μονάδα από τον Δεκέμβριο του 2021 έως τα τέλη Αυγούστου του 2026, φτάνοντας το 3,3% του ΑΕΠ.
Στις ΗΠΑ, η αύξηση ήταν ακόμη μεγαλύτερη: το κόστος τόκων ως ποσοστό του ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 1,6 ποσοστιαία μονάδα από τον Ιανουάριο του 2021 έως το 2026.
Το νέο χρέος της τεχνητής νοημοσύνης
Το δημόσιο χρέος, ωστόσο, δεν είναι το μοναδικό ζήτημα.
Το IIF καταγράφει παράλληλα εκρηκτική αύξηση στην έκδοση εταιρικών ομολόγων που συνδέονται με την τεχνητή νοημοσύνη. Η αξία τους εκτιμάται ότι θα φτάσει τα 541 δισ. δολάρια το 2026, από μόλις 90 δισ. δολάρια τρία χρόνια νωρίτερα.
Η επενδυτική έκρηξη γύρω από την AI συμβάλλει και αυτή στην άνοδο των επιτοκίων και, έμμεσα, αυξάνει το κόστος δανεισμού των κυβερνήσεων.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η διάρκεια αυτών των εταιρικών ομολόγων. Το 2026, η μέση διάρκειά τους έφτασε τα 13,4 χρόνια, από 11,5 χρόνια το 2024. Την ίδια στιγμή, η μέση διάρκεια των αμερικανικών κρατικών ομολόγων περιορίστηκε στα μόλις 2,5 χρόνια, από 6,1 χρόνια το 2024.
Τα επιτόκια στα εταιρικά ομόλογα που σχετίζονται με την AI είναι περίπου μία ποσοστιαία μονάδα υψηλότερα από εκείνα των αμερικανικών κρατικών τίτλων.
Περισσότερη ανησυχία για το δημόσιο χρέος
Η ανάλυση του IIF είναι σαφώς πιο καθησυχαστική για το ιδιωτικό χρέος και για τις αναδυόμενες οικονομίες σε σχέση με το δημόσιο χρέος των χωρών υψηλού εισοδήματος.
Η ιδιωτική πίστη, για παράδειγμα, αντιστοιχεί περίπου στο 5% του ανεξόφλητου χρέους των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων.
Παράλληλα, το IIF επισημαίνει τον πρωτοφανή ρυθμό έκδοσης κρατικών ευρωομολόγων το 2026, αποδίδοντάς τον εν μέρει στα ισχυρότερα θεμελιώδη μεγέθη, ενώ χαρακτηρίζει υγιή την εικόνα στον τομέα των ESG δανείων, με τις εκταμιεύσεις από την αρχή του έτους να φτάνουν το 1 τρισ. δολάρια.
Το πρόβλημα, κατά τον Wolf, είναι ότι αυτή η συνολικά θετική εικόνα μπορεί να είναι «παραπλανητικά ευνοϊκή».
Το στενότερο περιθώριο ελιγμών
Η αποκλιμάκωση των δεικτών χρέους χάρη στον πληθωρισμό δεν σημαίνει ότι το πρόβλημα έχει λυθεί.
Τα επιτόκια παραμένουν διαρθρωτικά υψηλότερα σε σχέση με την περίοδο πριν από την πανδημία, ενώ οι κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν πολιτικούς περιορισμούς όταν επιχειρούν να επιβάλουν μέτρα που συνεπάγονται κόστος για τους ψηφοφόρους.
Αυτό σημαίνει ότι το δημόσιο χρέος στις ώριμες οικονομίες μπορεί να συνεχίσει να αυξάνεται γρήγορα.
Ιδιαίτερο κίνδυνο δημιουργεί, σύμφωνα με την ανάλυση, η στροφή προς βραχύτερες διάρκειες δανεισμού, κυρίως στις ΗΠΑ. Μια απότομη άνοδος των αποδόσεων θα μπορούσε να μεταφραστεί σε σημαντική αύξηση του κόστους εξυπηρέτησης του χρέους.
Ένα πιθανό έναυσμα θα μπορούσε να είναι μια απότομη υποτίμηση ενός ευάλωτου νομίσματος.
Από τους οικονομικούς στους πολιτικούς κινδύνους
Στην εξίσωση προστίθενται και οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι.
Oι πόλεμοι, οι ενεργειακές κρίσεις και μεγαλύτερες εμπορικές συγκρούσεις μπορούν να επιβαρύνουν περαιτέρω τα δημόσια οικονομικά. Ο Wolf αναφέρεται επίσης στο ενδεχόμενο εσωτερικής πολιτικής σύγκρουσης στις ΗΠΑ ή αποδυνάμωσης της συνεργασίας στην ΕΕ.
Το βασικό συμπέρασμα της ανάλυσης του Wolf δεν είναι ότι μια νέα κρίση βρίσκεται προ των πυλών. Είναι ότι οι σημαντικές οικονομίες χάνουν σταδιακά το περιθώριο ελιγμών τους, ακολουθώντας μια πορεία που δεν μπορεί να διατηρηθεί επ' αόριστον.
«Αν δεν μπορεί να συνεχιστεί για πάντα, θα σταματήσει»
Ο Wolf επικαλείται τον αείμνηστο οικονομολόγο Herbert Stein, ο οποίος είχε διατυπώσει τη γνωστή αρχή: «Αν κάτι δεν μπορεί να συνεχιστεί για πάντα, θα σταματήσει».
Η τεράστια συσσώρευση δημόσιου χρέους, υποστηρίζει, δεν μπορεί να συνεχίζεται επ' αόριστον, ιδιαίτερα όταν δεν υπάρχει κάποια κρίση που να δικαιολογεί τη διόγκωσή του.
Υπάρχει όμως και η «συνέχεια» του νόμου του Stein, όπως την περιέγραψε ο οικονομολόγος Rüdiger Dornbusch: οι κρίσεις μπορεί να καθυστερούν πολύ περισσότερο από όσο φανταζόμαστε, αλλά όταν τελικά έρθουν, μπορούν να εξελιχθούν πολύ ταχύτερα από όσο περιμένουμε.
Ο Dornbusch είχε ειδικευτεί στη Λατινική Αμερική, μια περιοχή όπου οι κρίσεις χρέους σε χώρες που δανείζονται σε ξένο νόμισμα συχνά οδηγούν στην ανάγκη εξωτερικής διάσωσης.
Το πλεονέκτημα του δανεισμού στο εθνικό νόμισμα
Διαφορετική είναι η περίπτωση των χωρών που μπορούν να δανείζονται στο δικό τους νόμισμα.
Αυτές έχουν μεγαλύτερα περιθώρια να διαχειριστούν την πίεση, ακόμη και μέσω πρακτικών που ονομάζονται «χρηματοοικονομική καταστολή»: την υποχρέωση, άμεσα ή έμμεσα, των δανειστών να αποδέχονται χαμηλότερες αποδόσεις ή δυσμενέστερους όρους χρηματοδότησης.
Οι ΗΠΑ διαθέτουν, σύμφωνα με τον Wolf, αρκετή οικονομική ισχύ ώστε να μπορούν ακόμη και να ασκήσουν πίεση σε ξένους δανειστές. Το ίδιο, όπως σημειώνει, δεν ισχύει στον ίδιο βαθμό για το Ηνωμένο Βασίλειο.
Ωστόσο, τέτοιες πρακτικές δεν μπορούν να λειτουργούν για πάντα.
Η ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων θα μπορούσε ακόμη και να περιοριστεί σε μια τέτοια εξέλιξη. Και, ιστορικά, ο πληθωρισμός αποτελεί συχνά την πρώτη λύση όταν οι κυβερνήσεις προσπαθούν να μειώσουν το πραγματικό βάρος του χρέους.
Το ερώτημα που θέτει ο Wolf στο τέλος της ανάλυσής του είναι χαρακτηριστικό: «Για ποιον άλλο λόγο ο Τραμπ θέλει η Fed να θέσει τα επιτόκια στο 1%;»
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σχόλια
Δεν βρέθηκαν σχόλια γι'αυτό το άρθρο.
Γίνε ο πρώτος που θα σχολιάσει το άρθρο χρησιμοποιώντας την παρακάτω φόρμα