
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), η επιβάρυνση είναι ήδη ορατή στις νέες χορηγήσεις, χωρίς όμως να έχει την ίδια ένταση σε όλες τις κατηγορίες δανείων.
Πίσω από την άνοδο του κόστους βρίσκονται οι νέες πληθωριστικές πιέσεις που προκάλεσε η ενεργειακή κρίση και οδήγησαν την ΕΚΤ σε δύο αυξήσεις επιτοκίων, τον Ιούνιο και τον Σεπτέμβριο. Οι ανατιμήσεις δεν αφορούν πλέον μόνο το πετρέλαιο, αλλά έχουν επεκταθεί στο φυσικό αέριο και το ντίζελ, ενισχύοντας τις εκτιμήσεις ότι το ενεργειακό σοκ θα έχει μεγαλύτερη διάρκεια από ό,τι αναμενόταν αρχικά.
Σε αυτό το περιβάλλον, οι τράπεζες αντλούν κεφάλαια με υψηλότερο επιτόκιο τόσο από τη διατραπεζική αγορά όσο και μέσω ομολογιακών εκδόσεων, γεγονός που αυξάνει σταδιακά το κόστος των νέων χρηματοδοτήσεων προς επιχειρήσεις και νοικοκυριά.
Άνοδος έως 120 μονάδες βάσης στη διατραπεζική
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία της ΕΚΤ για την Ευρωζώνη, το κόστος άντλησης κεφαλαίων από τη διατραπεζική αγορά έχει αυξηθεί κατά περίπου 120 μονάδες βάσης σε σύγκριση με τα επίπεδα του Δεκεμβρίου του 2025. Στο ίδιο διάστημα, οι αποδόσεις των τραπεζικών ομολόγων έχουν ενισχυθεί κατά περίπου 100 μονάδες βάσης, αντανακλώντας την αλλαγή των προσδοκιών για την πορεία των επιτοκίων και τη μεγαλύτερη αβεβαιότητα.
Πάντως, η συνολική επιβάρυνση του κόστους χρηματοδότησης των τραπεζών είναι αισθητά μικρότερη και διαμορφώνεται κοντά στις 20 μονάδες βάσης. Η διαφορά εξηγείται από το γεγονός ότι οι τράπεζες δεν χρηματοδοτούν τη δραστηριότητά τους αποκλειστικά μέσω ομολόγων και διατραπεζικού δανεισμού, αλλά στηρίζονται σε μεγάλο βαθμό στις καταθέσεις πελατών, οι οποίες εξακολουθούν να αποτελούν τη σταθερότερη και συνήθως φθηνότερη πηγή ρευστότητας.
Αυτό το πλεονέκτημα περιορίζει προς το παρόν την ταχύτητα με την οποία η αύξηση των επιτοκίων περνά στο σύνολο του τραπεζικού κόστους, αλλά δεν ακυρώνει την πίεση που δημιουργείται, ιδιαίτερα για τις τράπεζες που προχωρούν σε νέες ομολογιακές εκδόσεις ή έχουν μεγαλύτερες ανάγκες χρηματοδότησης από τις αγορές.
Μεγαλύτερη επιβάρυνση στα επιχειρηματικά δάνεια
Η αύξηση του κόστους είναι ήδη πιο έντονη στα επιχειρηματικά δάνεια, καθώς, σε σύγκριση με τον Δεκέμβριο του 2025, το σύνθετο επιτόκιο των νέων χορηγήσεων προς επιχειρήσεις στην Ευρωζώνη έχει ενισχυθεί κατά περίπου 40 μονάδες βάσης, καταγράφοντας άνοδο διπλάσια από εκείνη του συνολικού κόστους χρηματοδότησης των τραπεζών.
Οι επιχειρηματικές χορηγήσεις επηρεάζονται συνήθως ταχύτερα από τις μεταβολές των επιτοκίων της αγοράς, οι οποίες ενσωματώνονται στις νέες συμβάσεις, ενώ η τελική τιμολόγηση κάθε δανείου διαμορφώνεται ανάλογα με τη διάρκειά του, τις εξασφαλίσεις που παρέχονται και το πιστωτικό προφίλ της επιχείρησης.
Επομένως, η τελική επιβάρυνση μπορεί να διαφέρει σημαντικά από επιχείρηση σε επιχείρηση, καθώς οι μεγαλύτερες εταιρείες, με ισχυρότερους ισολογισμούς και πρόσβαση σε περισσότερες πηγές άντλησης κεφαλαίων, διαθέτουν συνήθως μεγαλύτερα περιθώρια διαπραγμάτευσης από τις μικρομεσαίες, οι οποίες εξαρτώνται περισσότερο από τον τραπεζικό δανεισμό και έχουν λιγότερες εναλλακτικές επιλογές χρηματοδότησης.
Πιο περιορισμένη η αύξηση στα στεγαστικά
Στα στεγαστικά δάνεια, η άνοδος είναι μέχρι στιγμής ηπιότερη, καθώς το σύνθετο επιτόκιο των νέων στεγαστικών χορηγήσεων στην Ευρωζώνη έχει ενισχυθεί κατά περίπου 20 μονάδες βάσης σε σύγκριση με τον Δεκέμβριο του 2025, ακολουθώντας σε γενικές γραμμές τη μεταβολή του συνολικού κόστους χρηματοδότησης των τραπεζών.
Η βραδύτερη ενσωμάτωση των αυξήσεων συνδέεται με τη μεγαλύτερη διάρκεια των στεγαστικών συμβάσεων, τον ανταγωνισμό μεταξύ των τραπεζών και τη χρήση σταθερών επιτοκίων, παράγοντες που περιορίζουν την άμεση επίδραση των μεταβολών της αγοράς στις υφιστάμενες δόσεις, χωρίς όμως να αφήνουν ανεπηρέαστους όσους αναζητούν σήμερα νέο στεγαστικό δάνειο και βρίσκονται αντιμέτωποι με υψηλότερο κόστος δανεισμού.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σχόλια
Δεν βρέθηκαν σχόλια γι'αυτό το άρθρο.
Γίνε ο πρώτος που θα σχολιάσει το άρθρο χρησιμοποιώντας την παρακάτω φόρμα