
Το 63% δηλώνει ότι «μόλις τα βγάζει πέρα», έναντι 58% τον Σεπτέμβριο. Παράλληλα, το 85% δεν θεωρεί πιθανό να αποταμιεύσει μέσα στους επόμενους 12 μήνες, στοιχείο που αποτυπώνει πόσο περιορισμένα παραμένουν τα περιθώρια δημιουργίας ενός οικονομικού αποθέματος.
Η ανησυχία συνοδεύεται από εντονότερες προσδοκίες ανατιμήσεων: το 68% περιμένει ότι οι τιμές θα συνεχίσουν να αυξάνονται με τον ίδιο ή ταχύτερο ρυθμό. Το ΙΟΒΕ επισημαίνει ότι οι συνεχιζόμενες γεωπολιτικές εντάσεις, οι διαταραχές στις αγορές ενέργειας και η επιμονή του πληθωρισμού επηρεάζουν σημαντικά τις προσδοκίες.
Σε αυτό το περιβάλλον, η καταναλωτική εμπιστοσύνη υποχώρησε στις -48,9 μονάδες από -41,6 τον Σεπτέμβριο, διακόπτοντας την προηγούμενη ανοδική πορεία της. Οι Έλληνες καταναλωτές παραμένουν οι περισσότερο απαισιόδοξοι στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Περισσότεροι καλύπτουν οριακά τις ανάγκες τους
Η αύξηση του ποσοστού όσων «μόλις τα βγάζουν πέρα» αποτελεί μία από τις πιο χαρακτηριστικές μεταβολές του μήνα. Μέσα σε έναν μήνα, η συγκεκριμένη κατηγορία διευρύνθηκε κατά πέντε ποσοστιαίες μονάδες.
Ένα επιπλέον 11% αναφέρει ότι χρησιμοποιεί τις αποταμιεύσεις του, ενώ το 5% δηλώνει ότι έχει χρεωθεί. Στον αντίποδα, το 20% αναφέρει ότι καταφέρνει να αποταμιεύει λίγο ή πολύ.
Η εικόνα δεν επιδεινώνεται σε όλες τις κατηγορίες: το ποσοστό όσων αντλούν από τις οικονομίες τους περιορίστηκε από 12% σε 11% και όσων δηλώνουν ότι έχουν χρεωθεί από 7% σε 5%. Ωστόσο, η διεύρυνση της ομάδας που καλύπτει οριακά τις ανάγκες της δείχνει ότι η οικονομική στενότητα παραμένει εκτεταμένη.
Τα ποσοστά αποτυπώνουν τις απαντήσεις της έρευνας και δεν αθροίζουν κατ’ ανάγκη στο 100%.
Φόβος για νέα επιδείνωση και λιγότερες αγορές
Η πίεση αφορά τόσο την αποτίμηση της χρονιάς που πέρασε όσο και τις προσδοκίες για τη συνέχεια. Το 68% εκτιμά ότι η οικονομική κατάσταση του νοικοκυριού του επιδεινώθηκε τους τελευταίους 12 μήνες, ενώ μόλις το 2% αναφέρει μικρή βελτίωση.
Για το επόμενο δωδεκάμηνο, το 63% περιμένει νέα επιδείνωση των οικονομικών του, από 55% τον Σεπτέμβριο. Μόλις το 3% προβλέπει μικρή βελτίωση.
Η επιφυλακτικότητα αποτυπώνεται και στις προγραμματισμένες δαπάνες. Πάνω από τους μισούς καταναλωτές σχεδιάζουν να ξοδέψουν λιγότερα ή πολύ λιγότερα για σημαντικές αγορές, όπως έπιπλα και ηλεκτρικές συσκευές. Το σχετικό ποσοστό αυξήθηκε στο 52%, από 46% έναν μήνα νωρίτερα.
Παράλληλα, περισσότεροι δυσκολεύονται να προβλέψουν πώς θα εξελιχθούν τα οικονομικά τους. Η αβεβαιότητα αυτή περιορίζει τη δυνατότητα προγραμματισμού δαπανών, ιδίως εκείνων που απαιτούν μεγαλύτερη οικονομική δέσμευση.
Οι απαντήσεις αφορούν τις προσδοκίες των νοικοκυριών και όχι ήδη καταγεγραμμένες μεταβολές εισοδήματος ή κατανάλωσης.
Η πίεση αφορά τόσο την αποτίμηση της χρονιάς που πέρασε όσο και τις προσδοκίες για τη συνέχεια. Το 68% εκτιμά ότι η οικονομική κατάσταση του νοικοκυριού του επιδεινώθηκε τους τελευταίους 12 μήνες, ενώ μόλις το 2% αναφέρει μικρή βελτίωση.
Για το επόμενο δωδεκάμηνο, το 63% περιμένει νέα επιδείνωση των οικονομικών του, από 55% τον Σεπτέμβριο. Μόλις το 3% προβλέπει μικρή βελτίωση.
Η επιφυλακτικότητα αποτυπώνεται και στις προγραμματισμένες δαπάνες. Πάνω από τους μισούς καταναλωτές σχεδιάζουν να ξοδέψουν λιγότερα ή πολύ λιγότερα για σημαντικές αγορές, όπως έπιπλα και ηλεκτρικές συσκευές. Το σχετικό ποσοστό αυξήθηκε στο 52%, από 46% έναν μήνα νωρίτερα.
Παράλληλα, περισσότεροι δυσκολεύονται να προβλέψουν πώς θα εξελιχθούν τα οικονομικά τους. Η αβεβαιότητα αυτή περιορίζει τη δυνατότητα προγραμματισμού δαπανών, ιδίως εκείνων που απαιτούν μεγαλύτερη οικονομική δέσμευση.
Οι απαντήσεις αφορούν τις προσδοκίες των νοικοκυριών και όχι ήδη καταγεγραμμένες μεταβολές εισοδήματος ή κατανάλωσης.
Περιορισμένα σχέδια για αγορά και ανακαίνιση κατοικίας
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα ευρήματα για την κατοικία. Μόλις το 1,5% των νοικοκυριών δηλώνει ότι ίσως προχωρήσει σε αγορά ή κατασκευή κατοικίας μέσα στον επόμενο χρόνο.
Πρόκειται για καταγραφή πρόθεσης αγοράς και όχι για μέτρηση του πόσα νοικοκυριά χρειάζονται σπίτι ή μπορούν να χρηματοδοτήσουν την απόκτησή του. Παρ’ όλα αυτά, το χαμηλό ποσοστό δείχνει πόσο περιορισμένα είναι τα σχετικά σχέδια στο δείγμα της έρευνας.
Υποχώρηση καταγράφεται και στις προθέσεις για σημαντικές παρεμβάσεις σε υφιστάμενες κατοικίες. Το ποσοστό όσων θεωρούν αρκετά ή πολύ πιθανό να πραγματοποιήσουν μεγάλες δαπάνες για βελτίωση ή ανανέωση του σπιτιού τους μειώθηκε στο 5,1%, από 9,9% το προηγούμενο τρίμηνο.
Τα ερωτήματα για την κατοικία εξετάζονται ανά τρίμηνο και έχουν διαφορετική διατύπωση.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα ευρήματα για την κατοικία. Μόλις το 1,5% των νοικοκυριών δηλώνει ότι ίσως προχωρήσει σε αγορά ή κατασκευή κατοικίας μέσα στον επόμενο χρόνο.
Πρόκειται για καταγραφή πρόθεσης αγοράς και όχι για μέτρηση του πόσα νοικοκυριά χρειάζονται σπίτι ή μπορούν να χρηματοδοτήσουν την απόκτησή του. Παρ’ όλα αυτά, το χαμηλό ποσοστό δείχνει πόσο περιορισμένα είναι τα σχετικά σχέδια στο δείγμα της έρευνας.
Υποχώρηση καταγράφεται και στις προθέσεις για σημαντικές παρεμβάσεις σε υφιστάμενες κατοικίες. Το ποσοστό όσων θεωρούν αρκετά ή πολύ πιθανό να πραγματοποιήσουν μεγάλες δαπάνες για βελτίωση ή ανανέωση του σπιτιού τους μειώθηκε στο 5,1%, από 9,9% το προηγούμενο τρίμηνο.
Τα ερωτήματα για την κατοικία εξετάζονται ανά τρίμηνο και έχουν διαφορετική διατύπωση.
Η αντοχή των νοικοκυριών δοκιμάζει και την αγορά
Οι περιορισμένες προθέσεις για δαπάνες έχουν σημασία και για τις επιχειρήσεις που στηρίζονται στην εγχώρια κατανάλωση. Στο λιανικό εμπόριο, η έρευνα καταγράφει εξασθένιση των θετικών εκτιμήσεων για τις τρέχουσες πωλήσεις, αλλά και ηπιότερες προσδοκίες για το επόμενο τρίμηνο.
Συνολικά, ο δείκτης οικονομικού κλίματος υποχώρησε ελαφρά στις 106,9 μονάδες, από 107,6 τον Σεπτέμβριο. Επιδείνωση καταγράφηκε στη βιομηχανία, στις υπηρεσίες και στο λιανικό εμπόριο, ενώ οι κατασκευές βελτιώθηκαν λόγω των δημόσιων έργων.
Για τα νοικοκυριά, πάντως, το βασικό εύρημα παραμένει η δυσκολία να δημιουργήσουν οικονομικό περιθώριο πέρα από την κάλυψη των αναγκών τους. Με το 85% να μη θεωρεί πιθανή την αποταμίευση και περισσότερους από τους μισούς να σχεδιάζουν περικοπές στις μεγάλες αγορές, η έρευνα καταγράφει συνθήκες που μπορούν να συγκρατήσουν τη μελλοντική κατανάλωση.
Η έρευνα του ΙΟΒΕ βασίζεται σε στοιχεία από περισσότερες από 1.000 επιχειρήσεις και αντιπροσωπευτικό δείγμα 1.500 καταναλωτών.
Οι περιορισμένες προθέσεις για δαπάνες έχουν σημασία και για τις επιχειρήσεις που στηρίζονται στην εγχώρια κατανάλωση. Στο λιανικό εμπόριο, η έρευνα καταγράφει εξασθένιση των θετικών εκτιμήσεων για τις τρέχουσες πωλήσεις, αλλά και ηπιότερες προσδοκίες για το επόμενο τρίμηνο.
Συνολικά, ο δείκτης οικονομικού κλίματος υποχώρησε ελαφρά στις 106,9 μονάδες, από 107,6 τον Σεπτέμβριο. Επιδείνωση καταγράφηκε στη βιομηχανία, στις υπηρεσίες και στο λιανικό εμπόριο, ενώ οι κατασκευές βελτιώθηκαν λόγω των δημόσιων έργων.
Για τα νοικοκυριά, πάντως, το βασικό εύρημα παραμένει η δυσκολία να δημιουργήσουν οικονομικό περιθώριο πέρα από την κάλυψη των αναγκών τους. Με το 85% να μη θεωρεί πιθανή την αποταμίευση και περισσότερους από τους μισούς να σχεδιάζουν περικοπές στις μεγάλες αγορές, η έρευνα καταγράφει συνθήκες που μπορούν να συγκρατήσουν τη μελλοντική κατανάλωση.
Η έρευνα του ΙΟΒΕ βασίζεται σε στοιχεία από περισσότερες από 1.000 επιχειρήσεις και αντιπροσωπευτικό δείγμα 1.500 καταναλωτών.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σχόλια
Δεν βρέθηκαν σχόλια γι'αυτό το άρθρο.
Γίνε ο πρώτος που θα σχολιάσει το άρθρο χρησιμοποιώντας την παρακάτω φόρμα