Δευτέρα 30 Μαρτίου 2026

Το βαθύ λαρύγγι του Μαξίμου Gate θα ξαναχτυπήσει, το αδιέξοδο και το αναπόφευκτο τίμημα

Την ώρα που τα Μέσα που επιμένουν σε μια φιλοκυβερνητική γραμμή ακολουθούν πιστά τον «όρκο σιωπής» σε σχέση με τις υποκλοπές, επιλέγοντας να μην κάνουν καμία αναφορά στις πρόσφατες αποκαλύψεις και όσα καταγράφηκαν στην καθαρογραμμένη απόφαση του δικαστηρίου για τους τέσσερις «ιδιώτες, είναι σαφές ότι η κυβέρνηση αυτή τη στιγμή ζει με την αγωνία πότε θα υπάρξει η επόμενη αποκάλυψη από τον καταδικασμένο πρωτόδικα για την υπόθεση ισραηλινό επιχειρηματία Ταλ Ντίλιαν.
Και αυτό γιατί με τις μέχρι τώρα δηλώσεις του -με την πρώτη ομολογία να γίνεται στη Δώρα Αναγνωστοπούλου και την εκπομπή Mega Stories-, ο Ντίλιαν έχει κάνει σαφές ότι δεν έχει κανέναν σκοπό να γίνει εξιλαστήριο θύμα, επιμένοντας ότι προφανώς και δεν έκανε αυτός τις υποκλοπές ως «ιδιώτης», απλώς η εταιρεία του έπραξε αυτό που κάνει πάντα: δηλαδή, συνεργάζεται με κυβερνήσεις και με κρατικές υπηρεσίες ασφαλείας. Πράγμα που μεταφράζεται στο ότι και στην Ελλάδα το παράνομο – με βάση την ελληνική και ευρωπαϊκή νομοθεσία – κατασκοπευτικό λογισμικό Predator το έδωσε στην ελληνική κυβέρνηση ή/και στην Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών και ήταν η κυβερνητική πλευρά αυτή που επέλεξε τους «στόχους» για τις συγκεκριμένες παρακολουθήσεις.
Ο λόγος που ο Ντίλιαν κάνει αυτές τις παρεμβάσεις είναι πολύ απλός. Η πρωτόδικη καταδίκη του για παράνομες παρακολουθήσεις αντικειμενικά περιορίζει κατά πολύ τη δυνατότητά του να συναλλάσσεται με κυβερνήσεις, που είναι και η βασική κατηγορία πελατών της εταιρείας του. Γιατί δύσκολα μια κυβέρνηση θα συνεργαστεί με κάποιον ήδη καταδικασμένο για παραβίαση της νομοθεσίας και μάλιστα για χρήση παράνομου κατασκοπευτικού λογισμικού, ιδίως όταν αυτή η υπόθεση έχει πάρει μεγάλη δημοσιότητα. Άλλωστε, μιλάμε για ένα είδος επιχειρηματικής δραστηριότητας όπου η εμπιστοσύνη έχει ιδιαίτερη σημασία.
Αυτό σημαίνει ότι με δεδομένο ότι η πρωτόδικη ποινή υπάρχει και αποσύρθηκαν γρήγορα οι σκέψεις που διέρρευσαν – από την κυβερνητική πλευρά – περί νομοθετικής παρέμβασης που θα επέτρεπε εξαγορά της ποινής (κάτι που ούτως ή άλλως δεν θα διευκόλυνε κάποιον σαν τον Ντίλιαν, γιατί το δικό του πρόβλημα είναι το ίδιο το γεγονός της καταδίκης όχι η μορφή της), το πιο πιθανό είναι να επιμείνει στην κατεύθυνση των κλιμακούμενων αποκαλύψεων σε σχέση με την κυβερνητική εμπλοκή.
Και αυτό που φοβούνται στην κυβέρνηση είναι ότι εάν και μέχρι τώρα ο Ντίλιαν έμεινε σε συγκεκριμένες πλην όμως γενικές αναφορές, που εστίαζαν εμφατικά στο ότι αυτός συναλλασσόταν μόνο με κυβερνητικούς υπευθύνους, χωρίς όμως κάποια πιο συγκεκριμένη τεκμηρίωση, το επόμενο βήμα θα είναι να δώσει στη δημοσιότητα στοιχεία που θα τεκμηριώνουν αυτή τη θέση: τιμολόγια, αλληλογραφία κ.λπ.
Αυτό φέρνει την κυβέρνηση μπροστά σε ένα δύσκολο δίλημμα, με όλες τις επιλογές, όμως, να οδηγούν σε αδιέξοδο.
Εάν επιλέξει να πει και πάλι ότι δεν έχει καμία ευθύνη και ότι το θέμα αφορά ιδιώτες και με αυτό ασχολείται η δικαιοσύνη, τότε θα κινδυνεύει να φανεί ότι εμφανώς ψεύδεται. Επιπλέον, η νέα δικαστική έρευνα, που ούτως ή άλλως ξεκίνησε με βάση την πρωτόδικη απόφαση, θα μπορούσε να αξιοποιήσει και όσα στοιχεία δώσει ο Ντίλιαν.
Εάν επιλέξει, αυτή τη φορά να αναγνωρίσει την ευθύνη για τις υποκλοπές και να την μεταφέρει σε πρόσωπα που ήταν τότε στο Μαξίμου και είχαν επιτελικό ρόλο στον κυβερνητικό σχεδιασμό και στην τότε ηγεσία της ΕΥΠ, δηλαδή να προσπαθήσει να κάνει damage control φορτώνοντας τις ευθύνες σε συγκεκριμένα πρόσωπα με την ελπίδα ότι έτσι δεν θα βρεθεί απολογούμενη στο σύνολό της, τότε αφ’ ενός υπάρχει το ενδεχόμενο αυτά τα πρόσωπα να μη θελήσουν να κρατήσουν το στόμα τους κλειστό, αφ’ ετέρου πλέον θα έχει ομολογήσει ανοιχτά ότι η υπόθεση την αφορά άμεσα και άρα θα έχει δικαιώσει αναδρομικά όλη την πολεμική της αντιπολίτευσης εναντίον της.
Την ίδια στιγμή η κυβέρνηση γνωρίζει ότι είναι μύθος ότι αυτή η υπόθεση δεν την αγγίζει ή ότι η κοινωνία είναι τόσο πολύ εθισμένη στον κυνισμό της γενικευμένης επιτήρησης, που δεν θεωρεί την υπόθεση σκάνδαλο και τη βλέπει ως τμήμα της «κανονικής» άσκησης κυβερνητικών καθηκόντων.
Αντιθέτως, η κυβέρνηση έχει ήδη αντιληφθεί ότι η υπόθεση έχει αντίκτυπο στην κοινωνία, ότι ήδη αντιμετωπίζεται από ένα σημαντικό μέρος του εκλογικού σώματος ως μια έκφραση κυβερνητικής ανηθικότητας, και ότι συντελεί σε ένα συνολικότερο κλίμα δυσαρέσκειας που μεταφράζεται και σε ακόμη μεγαλύτερες εκλογικές απώλειες για την ΝΔ. Δεν είναι τυχαία η πρόσφατη συντριπτικά πλειοψηφική απάντηση σε δημοσκόπηση ότι πρέπει η έρευνα να επεκταθεί και σε πολιτικά πρόσωπα.
Αυτό επιτείνεται από την επίγνωση ότι μετά από τα όσα ακούστηκαν στην πρόσφατη δίκη των υποκλοπών, την απόφαση για άνοιγμα ξανά της δικαστικής έρευνας και για επιπλέον πρόσωπα, την αναβάθμιση των κατηγοριών και τη διερεύνηση και του αδικήματος της κατασκοπείας, αλλά και τις δηλώσεις Ντίλιαν, η υπόθεση με τις υποκλοπές έχει ανοίξει πια μέσα στην ελληνική κοινωνία. Κανείς δεν θυμάται πλέον το διαβόητο πόρισμα Ζήση που δεν είδε πουθενά ευθύνες κυβερνητικών στελεχών. Αντιθέτως, όλοι έχουν πια αντιληφθεί ότι ήταν το Μέγαρο Μαξίμου και τα τότε στελέχη του, συμπεριλαμβανομένου του τότε γραμματέα – και ανιψιού – του πρωθυπουργού Γρηγόρη Δημητριάδη, που είχαν εμπλοκή σε αυτή την υπόθεση όπως και ότι αυτές οι παρακολουθήσεις ήταν κυβερνητική απόφαση και όχι ιδιωτική πρωτοβουλία.
Ούτε ισχύει ότι η κοινωνία θεωρεί «φυσιολογική» μια τέτοια πρακτική. Οι πολίτες σαφώς γνωρίζουν ότι παγκοσμίως και όχι μόνο στη χώρα μας οι πρακτικές επιτήρησης έχουν γενικευτεί. Όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι τις θεωρούν και θεμιτές ή ότι δεν εξεγείρονται στην ευκολία με την οποία η σύγχρονη εκδοχή του «Μεγάλου Αδελφού» μπορεί να παρακολουθεί τους πάντες. Και βέβαια δεν τους εμπνέει εμπιστοσύνη η πρακτική μιας κυβέρνησης, που το γραφείο του πρωθυπουργού -είτε μέσω της ΕΥΠ, είτε μέσω παράνομου κατασκοπευτικού λογισμικού – παρακολουθεί υπουργούς, πολιτικούς, επιχειρηματίες, δικαστικούς, ανώτατους αξιωματικούς και δημοσιογράφους.
Αυτά τα γνωρίζουν στην κυβέρνηση και ας προσπαθούν να δώσουν την εικόνα ότι τίποτα από αυτά δεν ισχύει. Και αυτό εμπλέκεται με τον εκλογικό σχεδιασμό που κάνουν αυτή τη στιγμή.
Καταρχάς, εξηγείται γιατί έχει ανοίξει η συζήτηση για τις πρόωρες εκλογές, που προτείνονται ως μια προσπάθεια η κυβέρνηση να προλάβει το κόστος από τυχόν νέες αποκαλύψεις για το θέμα με τις υποκλοπές και άρα κλιμάκωση της δυσαρέσκειας.
Βεβαίως, το αντεπιχείρημα έναντι αυτών των εισηγήσεων είναι ότι ακριβώς επειδή οι αποκαλύψεις για τις υποκλοπές γίνονται αυτό το διάστημα, τυχόν πρόωρες εκλογές θα κινδύνευαν να επικαθοριστούν από τις υποκλοπές ακόμη περισσότερο, δηλαδή να συμβεί αυτό που θα ήθελε να αποφύγει η κυβέρνηση.
Από την άλλη, εάν η κυβέρνηση επιλέξει να μην πάει σε πρόωρες εκλογές κινδυνεύει να βρεθεί αντιμέτωπη με μια παρατεταμένη δημοσιότητα του θέματος των υποκλοπών, νέες αποκαλύψεις και βεβαίως όσα στοιχεία βγάλει η δικαστική έρευνα.
Και όλα αυτά την ώρα που το συνολικότερο κλίμα δεν είναι ιδιαίτερα ευνοϊκό για την κυβέρνηση. Ο πόλεμος κατά του Ιράν έχει ήδη σημαντικό οικονομικό κόστος. Ο υπολογισμός της κυβέρνησης ότι η ανασφάλεια θα φέρει συσπείρωση γύρω από τον κυβερνήτη, συγκρούεται με το πολύ βαρύ κοινωνικό κόστος από μια ακόμη μεγαλύτερη έκρηξη ακρίβειας, από την αύξηση της τιμής των καυσίμων, την ώρα που η ίδια η κυβέρνηση έχει σχεδόν ομολογήσει ότι τα μέτρα που έχει πάρει είναι ανεπαρκή.
Στην πραγματικότητα, τώρα είναι που συνειδητοποιεί η κυβέρνηση ότι κακώς πίστεψε ότι οι εκλογές του 2023 ήταν απαλλακτικό βούλευμα για τις υποκλοπές ή έστω απόδειξη ότι η κοινωνία «δεν νοιάζεται». Όπως συνειδητοποιεί και ότι μπορεί τα θεσμικά ζητήματα να μην φαντάζουν αυτά γύρω από τα οποία κινητοποιείται η κοινωνία, είναι όμως αυτά που όταν ανοίξουν κάνουν το ρήγμα βαθύ και τη μεταστροφή μη αντιστρέψιμη. Άρα και την εκλογική ήττα αναπόφευκτη.        Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια
Δεν βρέθηκαν σχόλια γι'αυτό το άρθρο.
Γίνε ο πρώτος που θα σχολιάσει το άρθρο χρησιμοποιώντας την παρακάτω φόρμα