
Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας και του Κυριάκου Μητσοτάκη έχει φτάσει σε αυτό το σημείο ακριβώς. Κυβερνά εδώ και πάνω από επτά χρόνια και εάν ισχύουν οι πρωθυπουργικές δεσμεύσεις, όταν οι πολίτες βρεθούν στα παραβάν των εκλογικών τμημάτων θα έχει συμπληρώσει μία οκταετία.
Μία οκταετία δεν είναι λίγος χρόνος. Αντιθέτως, είναι επαρκής χρόνος, ώστε ένας πολίτης να σχηματίσει σαφή εικόνα για το τι μπορεί και δεν μπορεί, τι θέλει και τι δεν θέλει να κάνει μια κυβέρνηση και ένας πρωθυπουργός.
Είναι, επίσης, αρκετός χρόνος ώστε μια κυβέρνηση, εάν το θέλει φυσικά, να αλλάξει τη χώρα. Προς το καλύτερο ή προς το χειρότερο.
Είναι, επίσης, αρκετός χρόνος ώστε μια κυβέρνηση να ελέγξει το κράτος. Να προωθήσει τους προϊσταμένους και τους διευθυντές που θέλει. Να προάγει τους αξιωματικούς που θέλει. Να κατευθύνει τα πράγματα ως προς την ηγεσία της δικαιοσύνης. Για να μην αναφερθώ στο ότι όλο αυτό το διάστημα μπορεί να εγκαταστήσει ουκ ολίγους συμβούλους στα υπουργεία, αλλά και να επιλέξει τις συμβουλευτικές εταιρείες, που θα καθορίζουν κρίσιμες πολιτικές αποφάσεις. Και βέβαια ελέγχει για οκτώ χρόνια το πώς θα κατευθυνθεί η δημόσια δαπάνη, εθνική και ευρωπαϊκή, το ποια έργα θα προωθηθούν, το εάν τα χρήματα αυτά θα αξιοποιηθούν ή θα διασπαθισθούν για κομματικούς λόγους (σύμφωνα με τη «μεθοδολογία ΟΠΕΚΕΠΕ). Αντίστοιχα, καθορίζει την κατεύθυνση που παίρνει η εκπαιδευτική πολιτική, η πολιτική για τη δημόσια υγεία, αλλά και για την κοινωνική προστασία. Και βέβαια έχει την ευθύνη της εξωτερικής πολιτικής.
Όλα αυτά σημαίνουν ότι εδώ και οκτώ χρόνια αυτή η κυβέρνηση καθορίζει πολλές όψεις της καθημερινότητας των πολιτών. Και κρίνεται για αυτό.
Η κυβέρνηση προσπαθεί να παρακάμψει αυτήν την ετυμηγορία της πραγματικότητας με τρεις τρόπους.
Ο ένας είναι να παρουσιάσει μια μαγική εικόνα. Αυτό παίρνει τη μορφή ενός βομβαρδισμού με επιλεγμένες στατιστικές, που προσπαθούν να πείσουν τους πολίτες ότι τα πράγματα είναι καλύτερα. Συνήθως είναι στατιστικές που παρουσιάζουν τη βελτίωση σε σχέση με το 2019 ή το 2018. Πάντα αναφέρονται με αθροιστικό τρόπο, αποφεύγοντας τη σύγκριση με το πόσο βελτιώθηκαν τα πράγματα σε άλλες χώρες (όπου βελτιώθηκαν σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό), επιλέγοντας συνήθως ονομαστικές και όχι πραγματικές αυξήσεις, και βεβαίως διαρκώς υποτιμώντας την παράλληλη τρομακτική αύξηση του κόστους ζωής και των κοινωνικών ανισοτήτων.
Η προσπάθεια αυτή είναι καταδικασμένη ούτως ή άλλως σε αποτυχία, ακριβώς επειδή οι πολίτες δεν κατοικούν σε ένα σύμπαν στατιστικών, αλλά σε ένα σύμπαν που περιλαμβάνει το σπίτι τους, το ενοίκιο, το κόστος του ηλεκτρικού ρεύματος, το αυτοκίνητό τους και το κόστος της βενζίνης, το σουπερμάρκετ και πόσο πληρώνουν, τα εισιτήρια για να πάνε διακοπές και το κόστος να νοικιάσουν ένα δωμάτιο.
Ο δεύτερος τρόπος είναι να αποδίδει τα πάντα σε «αντικειμενικούς παράγοντες». Η ακρίβεια δεν οφείλεται στη δική της ανικανότητα να βάλει φραγμό στα καρτέλ, αλλά είναι «εισαγόμενος πληθωρισμός» – που παραμένει «εισαγόμενος» ακόμη και όταν π.χ. ο ευρωπαϊκός πληθωρισμός είναι πιο χαμηλός από τον ελληνικό. Ή η κρίση κόστους ζωής οφείλεται σε γεωπολιτικές παραμέτρους (ακόμη και όταν οι ίδιες γεωπολιτικές εξελίξεις σε άλλες χώρες δεν οδηγούν σε ανάλογα κοινωνικά προβλήματα). Ή ότι οι μεγάλες καταστροφές από τις πυρκαγιές οφείλονται στην κλιματική αλλαγή που ξεπερνά κάθε σχεδιασμό και όχι ακριβώς στην απουσία σχεδιασμού για το πώς θα αντιμετωπιστεί η νέα αυξημένη ένταση των πυρκαγιών εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής (κάτι που το γνωρίζουμε εδώ και αρκετό καιρό και άρα όφειλε να υπάρχει προετοιμασία).
Και ο τρίτος τρόπος είναι να κατασκευάζει «φανταστικούς εχθρούς». Ο αγαπημένος της είναι το «βαθύ κράτος». Σύμφωνα με αυτό το αφήγημα, η κυβέρνηση θα μπορούσε να είχε κάνει περισσότερα, ιδίως σε σχέση με την καταπολέμηση της διαφθοράς, αλλά την εμπόδισε το «βαθύ κράτος». Βεβαίως, το τι ακριβώς είναι το βαθύ κράτος ποτέ δεν ορίζεται. Γιατί βέβαια μια κυβέρνηση που π.χ. χρησιμοποίησε το «βαθύ κράτος» της ΕΥΠ για να παρακολουθεί υπουργούς, ανώτατους αξιωματικούς, δικαστικούς, δημοσιογράφους, πολιτικούς και επιχειρηματίες, δύσκολα μπορεί να λέει ότι έχει το «βαθύ κράτος» απέναντι.
Επιπλέον, μια κυβέρνηση που εδώ και χρόνια ελέγχει το ποιος αναλαμβάνει θέσεις ευθύνης σε πλήθος υπηρεσίες και φορείς, ιδίως αυτούς που διαχειρίζονται δημόσιες και ευρωπαϊκές δαπάνες, όχι μόνο δεν συνάντησε «εμπόδια», αλλά μάλλον το ακριβώς αντίθετο: έχει την ουσιαστική ευθύνη για τα φαινόμενα διαφθοράς.
Όλα αυτά σημαίνουν ότι πολύ λίγες αλλαγές μπορεί να υποσχεθεί αυτή τη στιγμή η κυβέρνηση, γιατί πολύ απλά θα βρεθεί αμέσως αντιμέτωπη με το ερώτημα «γιατί δεν έκανε τόσο καιρό αυτές τις αλλαγές;». Μπορεί βεβαίως να υποσχεθεί ότι θα συνεχίσει να υπηρετεί την ίδια πολιτική και να εξυπηρετεί τα ίδια συμφέροντα. Όμως, αυτό περιορίζει αρκετά το ακροατήριό της. Και αυτό είναι το πραγματικό αδιέξοδο που αντιμετωπίζει αυτή τη στιγμή η κυβέρνηση. Να το πούμε διαφορετικά: οι λαγοί που θα μπορούσε να βγάλει από το καπέλο έχουν πια εξαντληθεί… Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σχόλια
Δεν βρέθηκαν σχόλια γι'αυτό το άρθρο.
Γίνε ο πρώτος που θα σχολιάσει το άρθρο χρησιμοποιώντας την παρακάτω φόρμα