Τρίτη 4 Αυγούστου 2026

DBRS: «Θωρακισμένες» οι ελληνικές τράπεζες – Κέρδη 2,4 δισ. και δάνεια πάνω από την Ευρωζώνη

Ισχυρή κερδοφορία, ταχεία πιστωτική επέκταση και υψηλά κεφαλαιακά αποθέματα χαρακτηρίζουν τις επιδόσεις των ελληνικών τραπεζών κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, σύμφωνα με την DBRS, παρά το γεγονός ότι οι γεωπολιτικοί και οικονομικοί κίνδυνοι παραμένουν αυξημένοι.
Οι τέσσερις συστημικές τράπεζες, Alpha Bank, Eurobank, Εθνική Τράπεζα και Τράπεζα Πειραιώς, διατήρησαν ισχυρά πιστωτικά θεμελιώδη μεγέθη κατά τους πρώτους έξι μήνες του έτους. Στη θετική εικόνα συνέβαλαν η ανθεκτικότητα των κερδών, η σταθερή ποιότητα του ενεργητικού, η αύξηση των χορηγήσεων και οι εύρωστες συνθήκες χρηματοδότησης και ρευστότητας.
Η DBRS εκτιμά ότι οι εξωτερικές πιέσεις θα εξακολουθήσουν να είναι έντονες τους επόμενους μήνες. Ωστόσο, η επαναλαμβανόμενη κερδοφορία, τα σημαντικά αποθέματα προβλέψεων και η επάρκεια χρηματοδότησης και κεφαλαίων δημιουργούν ένα ισχυρό «μαξιλάρι» απέναντι σε πιθανές αναταράξεις.
Συνολικά, οι μεγάλες ελληνικές τράπεζες εμφάνισαν καθαρά κέρδη 2,4 δισ. ευρώ στο πρώτο εξάμηνο του 2026. Το ποσό είναι αυξημένο κατά 2% σε ετήσια βάση, ενώ χωρίς να υπολογίζονται τα έκτακτα στοιχεία η άνοδος φθάνει το 11%. Παράλληλα, η μέση απόδοση ιδίων κεφαλαίων διατηρήθηκε κοντά στο 12%.
Ισχυρότερα έσοδα και αναβαθμισμένες προβλέψεις
Η ενίσχυση των εσόδων στηρίχθηκε στην ανθεκτικότητα των καθαρών εσόδων από τόκους, στην ισχυρή αύξηση των δανείων και στη σημαντική άνοδο των προμηθειών. Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι οι τράπεζες διευρύνουν σταδιακά τις πηγές από τις οποίες αντλούν έσοδα.
Παρά την αύξηση των λειτουργικών εξόδων, η λειτουργική κερδοφορία παρέμεινε σε υψηλά επίπεδα. Ως αποτέλεσμα, οι τράπεζες επιβεβαίωσαν ή αναθεώρησαν προς τα πάνω τους στόχους τους για το 2026, κυρίως λόγω καλύτερων εκτιμήσεων για τα επιτοκιακά περιθώρια, την πιστωτική επέκταση και τα έσοδα από προμήθειες.
Το κόστος πιστωτικού κινδύνου συνέχισε να αποκλιμακώνεται. Παρ’ όλα αυτά, τα πιστωτικά ιδρύματα διατήρησαν προσεκτική στάση ως προς τον σχηματισμό προβλέψεων, προκειμένου να καλύψουν πιθανές επιπτώσεις από τη γεωπολιτική αβεβαιότητα αλλά και κινδύνους που συνδέονται με παλαιότερα δανειακά ανοίγματα.
Η ποιότητα του ενεργητικού κινήθηκε συνολικά σε σταθερά επίπεδα, καθώς οι νέες εισροές προβληματικών δανείων παρέμειναν περιορισμένες, η μείωση του κινδύνου συνεχίστηκε και οι νέες χρηματοδοτήσεις αυξήθηκαν. Ακόμη και σε περίπτωση επιδείνωσης του οικονομικού περιβάλλοντος, τα ισχυρά κέρδη και οι υφιστάμενες προβλέψεις προσφέρουν σημαντική δυνατότητα κάλυψης ενδεχόμενων ζημιών.
Ρευστότητα και κεφάλαια παραμένουν ισχυρά
Οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να διαθέτουν ισχυρό προφίλ χρηματοδότησης και ρευστότητας, το οποίο υποστηρίζεται από τη διεύρυνση της καταθετικής βάσης και την καλύτερη πρόσβαση στις διεθνείς αγορές.
Η κεφαλαιακή τους θέση παρέμεινε ανθεκτική, παρά την αύξηση των εργασιών και τις υψηλότερες διανομές κεφαλαίου προς τους μετόχους. Καθοριστική είναι η συμβολή της ισχυρής εσωτερικής δημιουργίας κεφαλαίων, των άνετων εποπτικών αποθεμάτων και της σταδιακής βελτίωσης της ποιότητας των κεφαλαίων.
Κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, τα συνολικά έσοδα των τεσσάρων τραπεζών ενισχύθηκαν κατά 5% σε ετήσια βάση. Η άνοδος των καθαρών εσόδων από τόκους και προμήθειες αντιστάθμισε τη μείωση που καταγράφηκε στις υπόλοιπες πηγές μη επιτοκιακών εσόδων.
Ακόμη καλύτερη ήταν η εικόνα στα βασικά έσοδα, δηλαδή στα έσοδα από τόκους και προμήθειες, τα οποία αυξήθηκαν συνολικά κατά 8% σε σύγκριση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025.
Άνοδος 5% στα καθαρά έσοδα από τόκους
Τα συνολικά καθαρά έσοδα από τόκους αυξήθηκαν κατά 5% σε ετήσια βάση. Την άνοδο υποστήριξαν η συνεχιζόμενη επέκταση των χορηγήσεων, οι υψηλότερες αποδόσεις από τα χαρτοφυλάκια ομολόγων και η αύξηση των επιτοκίων νομισματικής πολιτικής κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2026.
Οι παράγοντες αυτοί περιόρισαν τις επιπτώσεις από το χαμηλότερο επιτοκιακό περιβάλλον και τη συμπίεση των περιθωρίων σε σχέση με το πρώτο εξάμηνο του 2025.
Οι προοπτικές για τα έσοδα από τόκους κατά το υπόλοιπο του έτους παραμένουν θετικές. Η DBRS θεωρεί ότι μπορούν να υποστηριχθούν τόσο από το ενδεχόμενο νέων αυξήσεων στα επιτόκια όσο και από τη διατήρηση της ισχυρής πιστωτικής επέκτασης.
Ιδιαίτερα έντονη ήταν και η άνοδος στα καθαρά έσοδα από προμήθειες, τα οποία αυξήθηκαν κατά 20% σε ετήσια βάση. Η αύξηση προήλθε κυρίως από τη διαχείριση περιουσίας, τις υπηρεσίες συναλλαγών, τις ασφαλιστικές δραστηριότητες και τις εργασίες στις κεφαλαιαγορές.
Μεγαλύτερη συμβολή των προμηθειών
Οι ελληνικές τράπεζες συνεχίζουν να στρέφουν μεγαλύτερο μέρος της δραστηριότητάς τους σε εργασίες που παράγουν έσοδα από προμήθειες, περιορίζοντας σταδιακά την εξάρτησή τους από τα επιτοκιακά έσοδα.
Έτσι, οι προμήθειες αντιστοιχούσαν περίπου στο 23% των συνολικών εσόδων κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, έναντι 20% την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους. Η εξέλιξη αυτή ενισχύει τη διαφοροποίηση των εσόδων και φέρνει τις ελληνικές τράπεζες πιο κοντά στα αντίστοιχα ευρωπαϊκά πιστωτικά ιδρύματα.
Την ίδια ώρα, οι λειτουργικές δαπάνες αυξήθηκαν κατά 10% σε ετήσια βάση, κυρίως εξαιτίας εξαγορών, υψηλότερων αμοιβών προσωπικού και νέων επενδύσεων στην τεχνολογία και στον ψηφιακό μετασχηματισμό.
Παρά την άνοδο του κόστους, η λειτουργική αποτελεσματικότητα παρέμεινε ισχυρή. Ο μέσος δείκτης κόστους προς έσοδα διαμορφώθηκε στο 36%, ενώ τα συνολικά έσοδα πριν από τις προβλέψεις αυξήθηκαν κατά 3%, δημιουργώντας επαρκές απόθεμα για την κάλυψη του πιστωτικού κινδύνου.
Μειωμένες προβλέψεις για ζημίες από δάνεια
Οι προβλέψεις για πιθανές ζημίες από δάνεια περιορίστηκαν κατά 24% σε σχέση με το πρώτο εξάμηνο του 2025. Η πτώση αποδίδεται στη βελτίωση του προφίλ κινδύνου των τραπεζών, παρά τις αυξημένες γεωπολιτικές αβεβαιότητες.
Ως αποτέλεσμα, το μέσο ετησιοποιημένο κόστος κινδύνου υποχώρησε στις 44 μονάδες βάσης. Στη βελτίωση συνέβαλαν τόσο οι χαμηλότερες προβλέψεις όσο και η αύξηση του συνολικού χαρτοφυλακίου δανείων.
Οι τράπεζες επικαιροποίησαν, πάντως, τα μοντέλα σχηματισμού προβλέψεων, ώστε να λαμβάνουν υπόψη το πιο σύνθετο γεωπολιτικό περιβάλλον. Παράλληλα, αναγνώρισαν πρόσθετες προβλέψεις για ανοίγματα που σχετίζονται με στεγαστικά δάνεια σε ελβετικό φράγκο και με τις πρόσφατες αποφάσεις του Αρείου Πάγου για τον υπολογισμό των επιτοκίων σε δάνεια που έχουν υπαχθεί στον Νόμο Κατσέλη.
Οι κινήσεις αυτές έχουν στόχο να καλύψουν κινδύνους που προκύπτουν από την ενίσχυση του ελβετικού φράγκου έναντι του ευρώ, καθώς και από υψηλότερες επιβαρύνσεις τόκων σε ορισμένα αναδιαρθρωμένα δάνεια που προέρχονται από παλαιότερες τιτλοποιήσεις.
Ισχυρή κάλυψη παρά τις νέες αβεβαιότητες
Ορισμένες τράπεζες αξιοποιούν πρόσθετα αποθέματα προβλέψεων διοικητικής κρίσης, τα λεγόμενα management overlays, τα οποία είχαν δημιουργήσει τα προηγούμενα χρόνια. Με τον τρόπο αυτό απορροφούν μέρος των νέων κινδύνων, διατηρώντας συνολικά ισχυρό επίπεδο κάλυψης.
Η σταδιακή μείωση του κόστους κινδύνου αποτυπώνει τη μεγάλη πρόοδο που έχει σημειωθεί στην εξυγίανση των τραπεζικών ισολογισμών και στον περιορισμό των προβληματικών ανοιγμάτων τα τελευταία χρόνια.
Δεν αποκλείεται, ωστόσο, οι τράπεζες να ενισχύσουν εκ νέου τις προβλέψεις τους στα επόμενα τρίμηνα, εφόσον παραμείνουν αυξημένοι οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι ή οι απώλειες από τα δάνεια σε ελβετικό φράγκο και τον Νόμο Κατσέλη ξεπεράσουν τις σημερινές εκτιμήσεις.
Ενδεχόμενη άνοδος του κόστους κινδύνου αναμένεται να αντισταθμιστεί σε σημαντικό βαθμό από την ανθεκτικότητα των εσόδων και τη συνεχιζόμενη αύξηση των χορηγήσεων.
Σταθερός στο 2,6% ο δείκτης προβληματικών ανοιγμάτων
Οι δείκτες ποιότητας ενεργητικού έχουν σταθεροποιηθεί στα σημαντικά βελτιωμένα επίπεδα των τελευταίων ετών. Καθοριστική συμβολή έχουν η οργανική διαχείριση των προβληματικών δανείων, οι περιορισμένες νέες εισροές μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, η πιστωτική επέκταση και τα υψηλά αποθέματα προβλέψεων.
Ο μέσος ακαθάριστος δείκτης μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων παρέμεινε αμετάβλητος στο 2,6% στα τέλη Ιουνίου 2026, σε σύγκριση με το τέλος του 2025.
Ο αντίστοιχος καθαρός δείκτης αυξήθηκε οριακά στο 0,6% από 0,5%, κυρίως εξαιτίας ορισμένων αποδεσμεύσεων προβλέψεων. Παράλληλα, ο μέσος δείκτης κάλυψης των προβληματικών ανοιγμάτων υποχώρησε περίπου στο 80% από 85%, παραμένοντας ωστόσο ισχυρός με βάση τα ευρωπαϊκά δεδομένα.
Σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, η ποιότητα του ενεργητικού ενδέχεται να επηρεαστεί από τις έμμεσες συνέπειες της γεωπολιτικής έντασης, όπως οι υψηλότερες τιμές ενέργειας, η επανεμφάνιση πληθωριστικών πιέσεων και η επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας.
Πιστωτική επέκταση υψηλότερη από την Ευρωζώνη
Οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να εμφανίζουν ένα από τα ισχυρότερα προφίλ πιστωτικής επέκτασης στην Ευρώπη. Βασικός μοχλός είναι οι επιχειρηματικές χρηματοδοτήσεις που συνδέονται με επενδύσεις, έργα με ευρωπαϊκή χρηματοδότηση και τις ευνοϊκές συνθήκες της εγχώριας οικονομίας.
Παρά την επιβράδυνση του ρυθμού αύξησης, τα επιχειρηματικά δάνεια ενισχύθηκαν κατά περίπου 11% σε ετήσια βάση τον Ιούνιο του 2026. Η επίδοση είναι αισθητά υψηλότερη από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, ο οποίος διαμορφώθηκε κοντά στο 4%.
Ανάκαμψη καταγράφηκε και στη χρηματοδότηση των νοικοκυριών, η οποία αυξήθηκε κατά περίπου 2,8% σε ετήσια βάση, κινούμενη σχεδόν στο ίδιο επίπεδο με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, που ήταν 2,9%.
Η βελτίωση αντανακλά την ενίσχυση της ζήτησης για πίστωση. Ωστόσο, ο δανεισμός προς τα νοικοκυριά εξακολουθεί να περιορίζεται από τη μακρά περίοδο απομόχλευσης της ελληνικής οικονομίας και τη σχετικά χαμηλή δραστηριότητα στην αγορά στεγαστικών δανείων.
Μικρή υποχώρηση των κεφαλαιακών δεικτών
Η κεφαλαιακή θέση των ελληνικών τραπεζών παραμένει εύρωστη, καθώς η οργανική δημιουργία κεφαλαίου συνεχίζει να αντισταθμίζει τις επιπτώσεις από την αύξηση των δανείων, τις εξαγορές, τις υψηλότερες διανομές στους μετόχους και την απόσβεση των αναβαλλόμενων φορολογικών πιστώσεων.
Στα τέλη Ιουνίου 2026, ο μέσος δείκτης κεφαλαίων υψηλής ποιότητας CET1 υποχώρησε στο 14,9%, από 15,5% στο τέλος του 2025. Αντίστοιχα, ο συνολικός δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας μειώθηκε στο 19,7% από 20,1%.
Παρά τη μείωση, τα εποπτικά περιθώρια ασφαλείας παραμένουν άνετα. Ο μέσος δείκτης CET1 βρίσκεται περίπου 470 μονάδες βάσης πάνω από τις ελάχιστες εποπτικές απαιτήσεις, παρέχοντας στις τράπεζες σημαντικό περιθώριο προστασίας.
Η DBRS αναμένει ότι οι κεφαλαιακοί δείκτες θα υποχωρήσουν ελαφρώς κατά τη διάρκεια του 2026, καθώς οι τράπεζες θα συνεχίσουν να χρηματοδοτούν την ανάπτυξή τους, να προχωρούν σε επιλεκτικές εξαγορές και να επιστρέφουν κεφάλαια στους μετόχους.
Την ίδια στιγμή, πάντως, η ποιότητα των κεφαλαίων εξακολουθεί να βελτιώνεται. Οι αναβαλλόμενες φορολογικές πιστώσεις αντιστοιχούσαν περίπου στο 40% των κεφαλαίων CET1 στα τέλη Ιουνίου 2026, έναντι 43% στο τέλος του 2025.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια
Δεν βρέθηκαν σχόλια γι'αυτό το άρθρο.
Γίνε ο πρώτος που θα σχολιάσει το άρθρο χρησιμοποιώντας την παρακάτω φόρμα