
Αυτό βλέπουμε και τώρα σε σχέση με τις πολεμικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν.
Μια συγκυρία πολέμου, ενός πολέμου μάλιστα που απειλεί να αποσταθεροποιήσει μια ευρύτερη περιοχή και έχει απρόβλεπτες συνέπειες και για τη χώρα – ιδίως από τη στιγμή που φιλοξενεί βάσεις των ΗΠΑ που συμμετέχουν στις επιχειρήσεις – γεμίζει την κοινωνία με ανησυχία και με φόβο.
Η ανησυχία και ο φόβος συχνά λειτουργούν υπέρ της κυβέρνησης που ασκεί την εξουσία, καθώς οι πολίτες αισθάνονται ότι δεν είναι καιρός για αλλαγές και ότι χρειάζεται σταθερότητα και ένα «στιβαρό χέρι» στο τιμόνι.
Είναι σαφές ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης θέλει να το εκμεταλλευτεί αυτό.
Δεν είναι τυχαίο ότι η δημόσια παρουσία του είναι μετρημένη. Ακολουθεί τον τόνο των Ευρωπαίων ηγετών και δεν τοποθετείται υπέρ των ΗΠΑ και του Ισραήλ ρητά, αλλά αποφεύγει και οποιαδήποτε καταδίκη του πολέμου.
Βεβαίως, την ίδια στιγμή δεν κάνει και οτιδήποτε θα απέμπλεκε την Ελλάδα από τον πόλεμο ή τουλάχιστον θα περιόριζε το ενδεχόμενο να είναι στόχος.
Και αυτό γιατί αυτό που μετράει σε αυτή τη στάση και τον τόνο του πρωθυπουργού είναι η εικόνα. Η εικόνα του ηγέτη μέσα στη θύελλα.
Από κοντά και η ακραία επικοινωνιακή εκμετάλλευση της αναγκαίας υποστήριξης στην Κύπρο, όπου ένα αυτονόητο μέτρο, δηλαδή η ενίσχυση της αμυντικής ικανότητας της Κύπρου – που αποτελεί, ας μην το ξεχνάμε, και υποχρέωση της Ελλάδας ως «εγγυήτριας δύναμης» – παρουσιάζεται ως εάν η Ελλάδα να γίνεται μεγάλη δύναμη.
Βεβαίως, όλα αυτά δεν περιορίζονται σε αυτό τον τόνο. Αυτός είναι ο τόνος που χρησιμοποιείται για ένα πιο πλατύ ακροατήριο, που αυτή τη στιγμή αισθάνεται ότι ο κόσμος κατρακυλάει στο χάος, και ανησυχεί. Ενα ακροατήριο που θα ήθελε να υπήρχαν δυνάμεις που να ύψωναν ένα ανάστημα και να υπερασπίζονταν το διεθνές δίκαιο και την ύπαρξη διεθνών θεσμών αντί για μονομερείς ενέργειες.
Γιατί υπάρχει παράλληλα και ένας άλλος τόνος από την κυβέρνηση. Ένας τόνος τον οποίο εκφράζουν τα φιλοκυβερνητικά ΜΜΕ αλλά ακόμη και υπουργοί της κυβέρνησης, κατά προτίμηση αναρμόδιοι για θέματα εξωτερικής πολιτικής.
Εδώ ο τόνος είναι διαφορετικός. Θαυμασμός για τις επιδείξεις ισχύος των ΗΠΑ και του Ισραήλ. Εξύμνηση των «ισχυρών». Κατηγορίες προς όσους εκφράζουν επιφυλάξεις για αυτού του είδους τις πολεμικές επιχειρήσεις χωρίς νομιμοποίηση ότι «είναι με τους μουλάδες».
Και βέβαια – που είναι και το πιο επικίνδυνο – μια σταδιακή μετατόπιση προς τη λογική ότι πλέον δεν χρειάζεται καμιά επίκληση του διεθνούς δικαίου, ότι αυτό που μετράει είναι η καθαρή ισχύς, και ότι αυτό που θα βοηθήσει στα εθνικά θέματα δεν είναι ότι έχουμε το διεθνές δίκαιο με το μέρος μας, αλλά ότι θα μας βοηθήσουν οι ισχυροί «παίκτες» που είναι σύμμαχοί μας. Δηλαδή, θα μετατοπιστούμε στη λογική που μέχρι τώρα μόνο η Τουρκία υποστήριζε, αλλά θα κερδίσουμε παρ’ όλα αυτά γιατί θα έρθουν να «καθαρίσουν» άλλοι για εμάς.
Και τα πράγματα κάνει ακόμη χειρότερα, ο τρόπος με τον οποίο εκφράζεται ο θαυμασμός προς τις πολεμικές επιχειρήσεις και για την πολεμική αποτελεσματικότητα του Ισραήλ. Δηλαδή, ένας θαυμασμός προς τις μονομερείς ενέργειες, την περιφρόνηση κάθε τυπικής και ουσιαστικής νομιμοποίησης, την προτίμηση της βίας αντί των διαπραγματεύσεων, τις δολοφονίες ηγετών, την αδιαφορία για το εάν υπάρχουν θύματα μεταξύ των αμάχων.
Κοντολογίς, ένα θαυμασμός για τη βαναυσότητα και μια αντιμετώπιση της αυθαιρεσίας και των μονομερών ενεργειών ως «μαγκιάς».
Όλα αυτά διαμορφώνουν ένα επικίνδυνο «μείγμα πολιτικής». Γιατί εάν κανείς κοιτάξει πίσω από τις γραμμές θα δει ότι οι εκκλήσεις ψυχραιμίας και εθνικής ενότητας είναι περισσότερο για λόγους πολιτικού μάρκετινγκ και για δημιουργία κλίματος συσπείρωσης γύρω από την κυβέρνηση, παρά αντανάκλαση μιας σοβαρής και μελετημένης εξωτερικής πολιτικής. Γιατί αυτή η κυβέρνηση ήταν που με άκριτο και μηχανιστικό τρόπο υιοθέτησε μια μονομερή πολιτική συμμαχιών και ταυτίσεων, που τώρα τη φέρνουν σε αμηχανία, που δεν επένδυσε στην ανάγκη μιας διακριτής και αυτόνομης ευρωπαϊκής πολιτικής, που υποτίμησε την ανάγκη να δηλωθεί καθαρά στο Ισραήλ ένα αναγκαίο «φτάνει πια», και που ένα μέρος της πανηγυρίζει για μια επικίνδυνη πολεμική κλιμάκωση.
Και βέβαια δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι σε μια δύσκολη ώρα δεν μπορεί να συσπειρώσει πραγματικά την κοινωνία μια κυβέρνηση που έκανε ό,τι μπορούσε για την διαιρέσει, για να καλλιεργήσει ένα ιδιότυπο εμφυλιοπολεμικό κλίμα και που δεν έχει καμία πραγματική διάθεση για διάλογο των πολιτικών δυνάμεων και διαμόρφωση κοινής εθνικής στρατηγικής.
Η κοινωνία όλα αυτά τα σημειώνει. Σίγουρα η ανασφάλεια και ο φόβος κάνει τους ανθρώπους να μη θέλουν περιττές περιπέτειες. Αυτό, όμως, δεν τους κάνει και ανίκανους να αντιληφθούν τα όρια και τις ελλείψεις της κυβερνητικής πολιτικής.
Με αυτή την έννοια δεν είναι καθόλου δεδομένο ότι στο τέλος θα συσπειρωθούν γύρω από την κυβέρνηση. Γιατί μπορεί να συμβεί και το ακριβώς αντίθετο. Μέσα σε μια συνθήκη κινδύνου να συσπειρωθούν γύρω από την πολιτική πρόταση που θα ενώνει ξανά την κοινωνία, θα αντιμετωπίζει πραγματικά κοινωνικά προβλήματα, θα αποκαθιστά τη δημοκρατία και τη λειτουργία των θεσμών και θα χαράσσει ένα μέλλον πιο αισιόδοξο από την απλή διαχείριση του φόβου και της ανασφάλειας. Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σχόλια
Δεν βρέθηκαν σχόλια γι'αυτό το άρθρο.
Γίνε ο πρώτος που θα σχολιάσει το άρθρο χρησιμοποιώντας την παρακάτω φόρμα