
Σύντομα, η πολεμική επιχείρηση, που αρχικά φάνηκε ότι είχε «θριαμβεύσει», αποδείχτηκε ότι ήταν το ξεκίνημα μιας μεγάλης περιπέτειας. Το Ιράκ βυθίστηκε στο χάος. Η αντιπαράθεση Σιιτών και Σουνιτών ήρθε στο προσκήνιο. Ξεδιπλώθηκε ταυτόχρονα ένοπλη αντίσταση στις συμμαχικές στρατιωτικές δυνάμεις και ένας ιδιαίτερα αιματηρός εμφύλιος πόλεμος. Μία από τις μεγαλύτερες τρομοκρατικές απειλές, αυτή του Ισλαμικού Κράτους, γεννήθηκε μέσα σε αυτή τη συνθήκη. Το Ιράν έγινε για ένα διάστημα σημαντικός ρυθμιστής των πολιτικών πραγμάτων του Ιράκ.
Έκτοτε η πολεμική εκστρατεία κατά του Σαντάμ Χουσεΐν ταυτίστηκε με την καταστροφική «αυτοκρατορική» αλαζονεία και την υποτίμηση κινδύνων. Αλλεπάλληλες αμερικανικές κυβερνήσεις τη χρησιμοποίησαν ως παράδειγμα προς αποφυγή.
Και όμως, εάν τη συγκρίνει κάποιος με τον σημερινό πόλεμο κατά του Ιράν, η εκστρατεία κατά του Ιράκ φαντάζει ιδιαίτερα καλά σχεδιασμένη. Οι αεροπορικές επιχειρήσεις συνδυάστηκαν με χερσαίες επιχειρήσεις και μεγάλες στρατιωτικές δυνάμεις στο πεδίο, σχέδια υπήρχαν και για τη μεταβατική κατάσταση και για το είδος των θεσμών. Τα think tanks είχαν πλήθος αναλύσεων και «σεναρίων».
Και παρ’ όλα αυτά απέτυχαν τραγικά. Βαρύτατος ο φόρος αίματος του Ιρακινού λαού, αλλά και σημαντικές οι απώλειες των ΗΠΑ.
Τα ίδια, επί της ουσίας, και στο Αφγανιστάν, όπου μάλιστα στο τέλος, το 2021 είδαμε τους Ταλιμπάν να επιστρέφουν θριαμβευτές και έκτοτε να κυβερνούν τη χώρα.
Και σήμερα τι βλέπουμε; Την κήρυξη ενός πολέμου σε μια χώρα, το Ιράν, που παρά τις μεγάλες εσωτερικές αντιθέσεις της, είναι πιο ισχυρή από ό,τι ήταν το Ιράκ το 2003.
Ένας πόλεμος που κυρίως έχει πάρει τη μορφή βομβαρδισμών, με έμφαση στις επιχειρήσεις «αποκεφαλισμού» της ηγεσίας του Ιράν με αποκορύφωμα τη δολοφονία του Χαμενεΐ, και χωρίς δέσμευση για χερσαίες επιχειρήσεις. Χωρίς, όμως, μια σαφή τοποθέτηση για οποιοδήποτε σχέδιο. Υποτίθεται ότι ορίζοντας είναι η αλλαγή καθεστώτος. Μόνο που δεν είναι σαφές τι σημαίνει αυτό. Μοιάζει σαν να ελπίζουν ότι η αντίδραση στους βομβαρδισμούς εντός του Ιράν θα πάρει τη μορφή είτε ενός παλλαϊκού ξεσηκωμού, που θα ρίξει το καθεστώς, είτε ενός «ανακτορικού πραξικοπήματος» όπου μια πιο «πραγματιστική» πτέρυγα του καθεστώτος θα έπαιρνε την εξουσία. Ωστόσο, πώς θα γίνει αυτό και εάν θα γίνει, δεν υπάρχει κανένα πραγματικό σχέδιο.
Και το αποτέλεσμα είναι ένας πόλεμος που δεν έχει κάποιο ορίζοντα και όπου οι ισραηλινές και αμερικανικές επιθέσεις προκαλούν διαρκή αντίποινα των ιρανικών δυνάμεων που ήδη προκαλούν προβλήματα στη ναυσιπλοΐα, στην παραγωγή πετρελαίου, στις αεροπορικές μεταφορές, αλλά και γεμίζουν ανησυχία όλες τις χώρες όπου υπάρχουν αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις στην περιοχή.
Και εάν για τον Νετανιάχου και τους ακροδεξιούς συμμάχους του αυτή η πολιτική μοιάζει να έχει κάποιο νόημα – σε τελική ανάλυση εάν αποσταθεροποιηθεί πλήρως η περιοχή, ποιος θα ασχοληθεί με το εάν διεξάγεται γενοκτονία σε βάρος των Παλαιστινίων –, το ερώτημα είναι εάν οι ΗΠΑ έχουν πραγματικά ένα σχέδιο για την επόμενη μέρα.
Γιατί ούτε είναι δεδομένο ότι μια τέτοια επίθεση θα οδηγήσει σε ένα ακόμη μεγαλύτερο αντικυβερνητικό και αντικαθεστωτικό κίνημα στο Ιράν, καθώς υπάρχει το ενδεχόμενο μεγαλύτερης πατριωτικής συσπείρωσης, ούτε ότι θα εμφανιστεί μια άλλη πτέρυγα του καθεστώτος για να συζητήσει με τις ΗΠΑ και να αποδεχτεί τους όρους τους.
Αντιθέτως, είναι πολύ πιο σίγουρο να δούμε μεγαλύτερη αναστάτωση, αιματοχυσία, οικονομικό κόστος σε μια ευρύτερη περιοχή.
Άλλωστε, το Ιράν δεν είναι Βενεζουέλα. Εκεί το καθεστώς, αποδυναμωμένο από χρόνια κυρώσεων και εσωτερικών διαμαρτυριών, αποδείχτηκε ότι ήταν έτοιμο να συνομιλήσει με τις ΗΠΑ, ακόμη και εάν αυτό σήμαινε τη «θυσία» του Μαδούρο. Δύσκολα μπορεί να φανταστεί κανείς κάτι ανάλογο στο Ιράν αυτή τη στιγμή.
Δεν είναι τυχαία η αμηχανία τόσο των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων, όσο και των περισσότερων αναλυτών στα μεγάλα αμερικανικά και δυτικά Μέσα Ενημέρωσης. Γιατί αντιλαμβάνονται τα ενδεχόμενα αδιέξοδα και τους μεγάλους κινδύνους. Αλλά από την άλλη αντιλαμβάνονται ότι οι ΗΠΑ με αυτή την πρωτοβουλία κάνουν μία από τις μεγαλύτερες «προβολές ισχύος» της πρόσφατης ιστορίας τους και αυτό δεν μπορεί εύκολα να υποτιμηθεί.
Όλα αυτά παραπέμπουν και σε ένα συνολικότερο πρόβλημα που έχει η Δύση χρόνια τώρα. Από τη μια, εξακολουθεί να έχει ένα όραμα που είναι σχηματικά να αποκτήσει όλος ο πλανήτης «δυτικούς θεσμούς». Από την άλλη, περισσότερο παρά ποτέ δεν μπορεί να εξηγήσει πώς θα γίνει αυτό και αντιλαμβάνεται ότι μεγάλο μέρος του πλανήτη δεν θέλει να ακολουθήσει ένα τέτοιο δρόμο. Με αποτέλεσμα να ταλαντεύεται ανάμεσα στον κυνισμό και την άρνηση αναμέτρησης με το πραγματικό ερώτημα που είναι «πώς μπορεί ο κόσμος μας, αντικειμενικά περισσότερο ‘πολυπολικός’, να γίνει περισσότερο ειρηνικός και ασφαλής».
Είναι σε αυτό το φόντο που η τακτική, ή, ακόμη χειρότερα, η εμμονή με την «εικόνα» – ιδίως όπως αυτή αναπαράγεται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης –, υποκαθιστά τη στρατηγική, με αποτέλεσμα αυτή την αίσθηση μιας καθόδου στην άβυσσο ενός κόσμου σε χάος. Κάτι που σημαίνει ότι αυτό που χρειάζεται δεν είναι μόνο η αναγκαία «ψυχραιμία», αλλά πρωτίστως η αποκατάσταση ενός τρόπου να σκεφτόμαστε τον κόσμο με προτεραιότητα στην ειρήνη και στη δικαιοσύνη. Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σχόλια
Δεν βρέθηκαν σχόλια γι'αυτό το άρθρο.
Γίνε ο πρώτος που θα σχολιάσει το άρθρο χρησιμοποιώντας την παρακάτω φόρμα