
To 2024, το κατά κεφαλήν εισόδημα των Ελλήνων με βάση την ισοτιμία της αγοραστικής δύναμης (PPS), ώστε λαμβάνει υπό το επίπεδο των τιμών, αντιστοιχούσε στο 69% του μέσου όρου της ΕΕ και ήταν υψηλότερο σε σχέση με τη Λετονία (68%) και τη Βουλγαρία (66%).
Ωστόσο, πέρυσι υποχώρησε στο 68%, ενώ της Βουλγαρίας αυξήθηκε στο ίδιο επίπεδο και της Λετονίας ακόμη περισσότερο, φτάνοντας το 71%.

Αργή η σύγκλιση στο ευρωπαϊκό βιοτικό επίπεδο
Με βάση τα στοιχεία της Eurostat, η σύγκλιση του βιοτικού επιπέδου των Ελλήνων με το ευρωπαϊκό είναι αργή μετά την έξοδο της χώρας από τα μνημόνια. Από το χαμηλό επίπεδο του 66% της μνημονιακής περιόδου το 2019 έχει αυξηθεί μόλις δύο ποσοστιαίες μονάδες, ενώ της Βουλγαρίας αυξήθηκε κατά 13 μονάδες την ίδια περίοδο (από 55% το 2019 στο 68% το 2025).
Η υποχώρηση το 2025, η οποία οφείλεται στον υψηλότερο πληθωρισμό της Ελλάδας από αυτό της ΕΕ, ήταν η δεύτερη που σημειώθηκε μετά από τη μείωση του 2020 στο 62%, εν μέσω της επιδημίας του κορονοϊού. Στη συνέχεια αυξανόταν κατά 2 ποσοστιαίες μονάδες τα τρία επόμενα χρόνια (2021-2023) και κατά μία μονάδα το 2024.
Μεγάλες διαφορές στην ΕΕ
Οι διαφορές στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ των χωρών της ΕΕ ήταν μεγάλες το 2025, καθώς αυτό κυμάνθηκε από το 68% της Ελλάδας και της Βουλγαρίας έως το 239% στην περίπτωση του Λουξεμβούργου.
Μόνο 10 από τις 27 χώρες ξεπέρασαν τον μέσο όρο - κατά σειρά το Λουξεμβούργο, η Ιρλανδία, η Ολλανδία, η Δανία, η Αυστρία, η Γερμανία, το Βέλγιο, η Σουηδία, η Μάλτα και η Φινλανδία.
Από τις υπόλοιπες 17 χώρες, οι περισσότερες ήταν λίγο κάτω από τον μέσο όρο. Η Γαλλία, η Κύπρος, η Ιταλία, η Τσεχία, η Ισπανία και η Σλοβενία είχαν κατά κεφαλήν ΑΕΠ χαμηλότερο το πολύ έως 10% από το μέσο επίπεδο, ενώ η Λιθουανία, η Πορτογαλία και η Πολωνία ήταν περίπου 10-20% χαμηλότερα.
Με βάση τα στοιχεία της Eurostat, η σύγκλιση του βιοτικού επιπέδου των Ελλήνων με το ευρωπαϊκό είναι αργή μετά την έξοδο της χώρας από τα μνημόνια. Από το χαμηλό επίπεδο του 66% της μνημονιακής περιόδου το 2019 έχει αυξηθεί μόλις δύο ποσοστιαίες μονάδες, ενώ της Βουλγαρίας αυξήθηκε κατά 13 μονάδες την ίδια περίοδο (από 55% το 2019 στο 68% το 2025).
Η υποχώρηση το 2025, η οποία οφείλεται στον υψηλότερο πληθωρισμό της Ελλάδας από αυτό της ΕΕ, ήταν η δεύτερη που σημειώθηκε μετά από τη μείωση του 2020 στο 62%, εν μέσω της επιδημίας του κορονοϊού. Στη συνέχεια αυξανόταν κατά 2 ποσοστιαίες μονάδες τα τρία επόμενα χρόνια (2021-2023) και κατά μία μονάδα το 2024.
Μεγάλες διαφορές στην ΕΕ
Οι διαφορές στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ των χωρών της ΕΕ ήταν μεγάλες το 2025, καθώς αυτό κυμάνθηκε από το 68% της Ελλάδας και της Βουλγαρίας έως το 239% στην περίπτωση του Λουξεμβούργου.
Μόνο 10 από τις 27 χώρες ξεπέρασαν τον μέσο όρο - κατά σειρά το Λουξεμβούργο, η Ιρλανδία, η Ολλανδία, η Δανία, η Αυστρία, η Γερμανία, το Βέλγιο, η Σουηδία, η Μάλτα και η Φινλανδία.
Από τις υπόλοιπες 17 χώρες, οι περισσότερες ήταν λίγο κάτω από τον μέσο όρο. Η Γαλλία, η Κύπρος, η Ιταλία, η Τσεχία, η Ισπανία και η Σλοβενία είχαν κατά κεφαλήν ΑΕΠ χαμηλότερο το πολύ έως 10% από το μέσο επίπεδο, ενώ η Λιθουανία, η Πορτογαλία και η Πολωνία ήταν περίπου 10-20% χαμηλότερα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σχόλια
Δεν βρέθηκαν σχόλια γι'αυτό το άρθρο.
Γίνε ο πρώτος που θα σχολιάσει το άρθρο χρησιμοποιώντας την παρακάτω φόρμα