
Η τελευταία ατάκα ήταν αυτή που αφορούσε ότι το κρίσιμο ερώτημα είναι «ποιος θα σηκώσει το τριψήφιο τηλέφωνό αν αυτό χτυπήσει στις τρεις τα ξημερώματα;». Μια ιδέα «κλεμμένη» βέβαια από την προεκλογική εκστρατεία της Χίλαρι Κλίντον το 2008, στην αναμέτρησή με τον Μπάρακ Ομπάμα, αλλά προφανώς στην πολιτική, όπως και στην τέχνη, δεν υπάρχει παρθενογένεση. Ενίοτε, όπως και σε αυτήν περίπτωση, υπάρχουν μόνο κακές αντιγραφές.
Η λογική είναι προφανής: στις τρεις τα ξημερώματα θα χτυπήσει το τηλέφωνο για να πληροφορηθεί ο πρωθυπουργός ότι οι Τούρκοι ετοιμάζονται να αποβιβαστούν στη Μυτιλήνη και τότε αυτός – και μόνο αυτός – θα μπορεί να πάρει τις αποφάσεις, να οργανώσει την άμυνα και κυρίως να τηλεφωνήσει στον Ερντογάν και να τον πείσει να μαζευτεί. Οποιοσδήποτε άλλος θα ήταν απροετοίμαστος, δεν θα ήξερε τι θα κάνει, θα πανικοβαλλόταν, θα έπαιρνε καταστροφικές για τη χώρα αποφάσεις.
Αντιθέτως, μόνο ο Κυριάκος Μητσοτάκης, σύμφωνα με αυτό το αφήγημα, κατέχει από κυβερνησιμότητα και μπορεί, πάντα με στιβαρό χέρι, να κρατήσει το τιμόνι της χώρας σε δύσκολους καιρούς.
Μόνο που αυτό το αφήγημα – γιατί περί κατασκευασμένου αφηγήματος πρόκειται – παραβλέπει μια πολύ απλή παράμετρο, τον πρότερο… μη σύννομο βίο.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης εδώ και 7 σχεδόν χρόνια δεν είναι δίπλα στο τηλέφωνο για να το σηκώσει και να λύσει πραγματικά προβλήματα. Τουλάχιστον όχι όταν αυτά αφορούν την κοινωνία, τους πολλούς και όχι τους λίγους και εκλεκτούς.
Γιατί ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν σήκωσε το τηλέφωνο για να μπορέσει η χώρα μας να ανταποκριθεί αποτελεσματικά στην Πανδημία, και – όσο και εάν θέλει να το ξεχάσει – η χώρα τότε αντιμετώπισε το πρόβλημα πολύ χειρότερα από άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Γιατί ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν έχει σηκώσει το τηλέφωνο για να υπαγορεύσει μέτρα για την έκρηξη ακρίβειας που δεν καταγράφεται μόνο στην εκτίναξη του πληθωρισμού αρκετά πάνω του ευρωπαϊκού μέσου όρου, αλλά και στο γεγονός ότι σήμερα η μεγάλη πλειοψηφία δεν τα βγάζει πέρα και κινδυνεύουμε να γίνουμε «κοινωνία ενός πέμπτου»· μια χώρα διαιρεμένη ανάμεσα στο ένα πέμπτο, που όντως πάει καλύτερα και όλους τους υπόλοιπους που αγωνιούν για την επιβίωση.
Γιατί ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν έχει σηκώσει το τηλέφωνο για να απαντήσει στα ανοιχτά ερωτήματα του «τι κάνουμε μετά το Ταμείο Ανάκαμψης», με αποτέλεσμα η χώρα να έχει μπροστά της μια περίοδο όπου αντί για ανάπτυξη το πιο πιθανό είναι να έχουμε ύφεση και μάλιστα χωρίς ορίζοντα εξόδου.
Γιατί ο Κυριάκος Μητσοτάκης όχι μόνο δεν σήκωσε το τηλέφωνο όταν τον κάλεσε η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, ουσιαστικά για να τον ενημερώσει ότι τα βάζει με τη διαφθορά, με αποκορύφωμα το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, και ότι θα πρέπει και αυτός να αποδείξει ότι όντως είναι «θεσμικός», αλλά αντιθέτως φρόντισε έκτοτε να αξιοποιήσει τη κοινοβουλευτική πλειοψηφία ως μηχανισμό κυβερνητικής ασυλίας και προκλητικής ατιμωρησίας.
Γιατί ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν σήκωσε το τηλέφωνο όταν οι συγγενείς των θυμάτων με αγωνία ζητούσαν απαντήσεις, πλήρη απόδοση των ευθυνών και πάνω από όλα δεσμεύσεις ότι δεν υπάρχει περίπτωση να βρεθούν ξανά δύο τρένα να κινούνται στην ίδια γραμμή σε αντίθετη κατεύθυνση μόνο και μόνο επειδή δεν έγιναν έργα που έπρεπε να είχαν ήδη γίνει.
Γιατί ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν σήκωσε το τηλέφωνο έγκαιρα και η εξωτερική πολιτική της «σωστής πλευράς της ιστορίας» μεταφράστηκε σε ασυλία συμμάχων που έφτασαν στο σημείο να προβαίνουν σε επικίνδυνες πρακτικές εντός της ελληνικής «ζώνης ευθύνης».
Γιατί ο Κυριάκος Μητσοτάκης και ο μηχανισμός του Μαξίμου το μόνο τηλέφωνο που, όπως φαίνεται, σήκωσαν με σπουδή ήταν αυτό πολιτικών, δικαστικών, αξιωματικών, επιχειρηματιών και δημοσιογράφων για να παρακολουθήσουν τις συνομιλίες τους. Και το γεγονός ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν σηκώνει ούτε τώρα το τηλέφωνο για να απαιτήσει πλήρη διερεύνηση του σκανδάλου των υποκλοπών, χαίνουσα πληγή στο σώμα του Κράτους Δικαίου, αλλά αντίθετα δρομολογείται η συγκάλυψή του με όπλο για άλλη μια φορά ότι ελέγχει την πλειοψηφία της Βουλής, επιβεβαιώνει πλήρως όσους υποστηρίζουν ότι το «κόκκινο τηλέφωνο» της χώρας πρέπει να περάσει σε άλλα χέρια.
Για όλους αυτούς τους λόγους η απάντηση στο ρητορικό ερώτημα που έθεσε ο πρωθυπουργός δεν μπορεί παρά να είναι «σίγουρα όχι εσύ».
Γιατί όντως η χώρα χρειάζεται κάποιον που να μπορεί να σηκώσει το τηλέφωνο. Όχι μόνο στις 3 π.μ. αλλά οποτεδήποτε μέσα στη μέρα. Και πρωτίστως να έχει κάτι να πει όταν το σηκώσει. Γιατί εκεί είναι η ουσία του προβλήματος.
Δηλαδή, η χώρα χρειάζεται έναν πρωθυπουργό που να μπορεί να σχεδιάσει, να προτείνει και να υλοποιήσει μέτρα που θα ανακουφίζουν τα λαϊκά στρώματα, θα βάζουν φραγμό στα υπερκέρδη, θα συγκρατούν τις τιμές βασικών αγαθών, θα οδηγούν σε ένα βιώσιμο μοντέλο ανάπτυξης, θα επενδύουν στη δημόσια υγεία και τη δημόσια παιδεία, θα κάνουν πράξη μια πραγματικά δίκαιη «Πράσινη Μετάβαση», θα βοηθούν την κοινωνία να σταθεί στα πόδια της και τη χώρα να αποκτήσει ξανά τη δική της φωνή στη διεθνή σκηνή.
Έναν πρωθυπουργό που θα κάνει πράξη ένα διαφορετικό ήθος και ύφος της εξουσίας, με σεβασμό στη δημοκρατία και στόχο την αποκατάσταση του βαθιά πληγωμένου κύρους των θεσμών, ακριβώς ώστε να αποκτήσουν ξανά οι πολίτες εμπιστοσύνη σε αυτούς και να μη νιώθουν αβοήθητοι.
Έναν πρωθυπουργό που θα λογοδοτεί στους πολίτες, θα μπορεί να κάνει πραγματικό απολογισμό κοινωνικών αποτελεσμάτων, θα μπορεί να αφουγκράζεται τις ανάγκες της κοινωνίας και όχι μόνο των φιλικών επιχειρηματικών συμφερόντων.
Έναν πρωθυπουργό που θα σεβαστεί και θα διευκολύνει εκείνους τους ευρωπαϊκούς θεσμούς που σήμερα αγωνίζονται για την αποκατάσταση του κράτους δικαίου στη χώρα.
Κοντολογίς η χώρα χρειάζεται έναν πρωθυπουργό που θα μπορεί όντως να κυβερνήσει και όχι απλώς να εξυπηρετήσει ημετέρους την ώρα που η κοινωνία θα υποφέρει.
Έναν πρωθυπουργό που θα σηκώνει το τηλέφωνο και τα προβλήματα θα λύνονται υπέρ του συμφέροντος των πολλών. Οι πολίτες θα αισθάνονται ότι μπορούν να κοιμούνται ήσυχοι στις 3 τα ξημερώματα και όχι ότι επί 24ωρου βάσεως κοιμούνται «τον ύπνο του δικαίου». Και αυτός ο πρωθυπουργός σίγουρα δεν μπορεί να είναι ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Για την ιστορία, οι αντιγραφείς έπρεπε να θυμούνται ότι το τηλέφωνο στο τέλος το σήκωσε ο Ομπάμα, όχι η Χίλαρι Κλίντον. Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σχόλια
Δεν βρέθηκαν σχόλια γι'αυτό το άρθρο.
Γίνε ο πρώτος που θα σχολιάσει το άρθρο χρησιμοποιώντας την παρακάτω φόρμα