
Επαγγελματική ασφάλιση: Με αυτό το νομοσχέδιο, που σήμερα συζητείται στην Ολομέλεια της Βουλής, το ανώτατο όριο εισφορών που απαλλάσσονται από φόρο εισοδήματος αυξάνεται στο 35% του μισθού (!) και στα 35.000 ευρώ ετησίως για τους αυτοαπασχολούμενους, ενώ η πολύ χαμηλή αυτοτελής φορολόγηση των παροχών αποσυνδέεται πλήρως από τα έτη ασφάλισης.
Ποιοι, άραγε, μπορούν να διαθέτουν το 35% του ακαθάριστου μισθού για συμπληρωματική ασφάλιση;
Δώρο στους υψηλόμισθους: Προφανώς, όχι οι μισθωτοί των 1.000 ή των 2.000 ευρώ/μήνα, αλλά στελέχη με πολύ υψηλές αποδοχές. Με αυτόν τον τρόπο θα μπορούν να υποκαθιστούν φορολογητέο μισθό με αφορολόγητες εισφορές: Μια αύξηση αποδοχών, παράδειγμα, αντί να δοθεί ως μισθός, θα μπορεί να δοθεί ως ασφαλιστική εισφορά, γλιτώνοντας τους φόρους. Επί του θέματος:
ΑΝΑΛΥΣΗ ΕΙΔΙΚΟΥ ΣΥΝΕΡΓΑΤΗ ΤΟΥ K-REPORT
Νομοσχέδιο Επαγγελματικής Ασφάλισης: Τα δύο πρόσωπα του Ιανού
Η Ελλάδα χρειάζεται ισχυρότερο δεύτερο πυλώνα. Αυτό που δεν χρειάζεται είναι ακόμη μεγαλύτερη προνομιακή φορολογική μεταχείριση στους εξαιρετικά υψηλόμισθους.
Ανάλυση ειδικού συνεργάτη
Το νομοσχέδιο για την ενίσχυση της επαγγελματικής ασφάλισης που συζητά σήμερα η Βουλή έχει δύο βασικούς στόχους. Ο πρώτος είναι η απλούστευση και η μεγαλύτερη ευελιξία στη λειτουργία των φορέων του δεύτερου πυλώνα. Ο δεύτερος είναι η ενίσχυση της ελκυστικότητάς τους μέσω της διεύρυνσης των φορολογικών κινήτρων. Ως προς τον πρώτο στόχο, οι αλλαγές φαίνεται να κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση. Ως προς τον δεύτερο, τα πράγματα είναι πολύ προβληματικά.
Πολλές χώρες παρέχουν φορολογικά κίνητρα για τη συμμετοχή στον πυλώνα της επαγγελματικής ασφάλισης. Συνήθως αυτά παίρνουν τη μορφή της «φορολογικής αναβολής» (tax deferment), ήτοι οι εισφορές απαλλάσσονται από τη φορολογία κατά τον εργασιακό βίο, αλλά οι συντάξεις φορολογούνται ως εισόδημα όταν καταβάλλονται. Το κίνητρο προκύπτει κυρίως από το γεγονός ότι οι οριακοί φορολογικοί συντελεστές είναι συνήθως υψηλότεροι κατά τον εργασιακό βίο απ' ό,τι μετά τη συνταξιοδότηση. Παράλληλα, όμως, τίθενται ανώτατα όρια στις φοροαπαλλασσόμενες εισφορές, ώστε το σύστημα να μην μετατρέπεται σε όχημα εκτεταμένης φοροαποφυγής.
Καθ’ ημάς, τα πράγματα γίνονται πολύ διαφορετικά.
Τα φορολογικά κίνητρα του νόμου 5078/2023, που εξίσωσε τη φορολογική μεταχείριση των προϊόντων επαγγελματικής ασφάλισης (ΤΕΑ) και ομαδικών συνταξιοδοτικών ασφαλιστηρίων (ΟΑΣΣ) είναι εξαιρετικά γενναιόδωρα. Για τους μισθωτούς το ποσοστό των εισφορών έχει ανώτατο όριο το 20% του ακαθάριστου μισθού χωρίς όριο σε χρηματικούς όρους (ενώ, παράδειγμα, στη Γερμανία και τη Γαλλία το αντίστοιχο ποσοστό είναι κάτω του 10%, ενώ σε απόλυτους όρους τα ετήσια όρια σε Γερμανία, Ισπανία και Ιταλία –χώρες με πολύ υψηλότερους μέσους μισθούς από την Ελλάδα– είναι κάτω των 10.000 ευρώ), ενώ για τους ελεύθερους επαγγελματίες το όριο είναι 20.000 ευρώ ετησίως (σε τιμές 2021, με ετήσια τιμαριθμική αναπροσαρμογή).
Για να γίνει κατανοητό πόσο μεγάλο είναι αυτό το όριο, υπενθυμίζουμε ότι για την κύρια σύνταξη οι εισφορές εργοδότη και εργαζόμενου για σύνταξη αντιστοιχούν στο 20% του ακαθάριστου μισθού με όριο περίπου τις 24.000 ευρώ ετησίως και για την επικουρική σύνταξη 6% με όριο περίπου 7.000 ευρώ. Επιπρόσθετα, οι συντάξεις της επαγγελματικής ασφάλισης φορολογούνται αυτοτελώς με χαμηλούς συντελεστές, 2,5% έως 10%, αντιστρόφως ανάλογους προς τα έτη συμμετοχής σε αυτόν τον πυλώνα. Οι συντελεστές για πληρωμή εφάπαξ είναι επίσης χαμηλοί αλλά διπλάσιοι από αυτούς των συντάξεων (5% έως 20%).
Γιατί, εκτός της πολύ γενναιόδωρης φορολογικής αναβολής, θα πρέπει να παρέχεται και ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς; Όταν ψηφιζόταν ο νόμος 5078/2023, ο τότε υφυπουργός Εργασίας, Π. Τσακλόγλου, είχε υποστηρίξει ότι αυτό γινόταν για να ενισχυθεί η αποταμίευση, η οποία στη χώρα μας κινείται σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Το επιχείρημα θα ήταν σωστό αν αυτές οι αποταμιεύσεις της επαγγελματικής ασφάλισης χρηματοδοτούσαν εγχώριες οικονομικές δραστηριότητες. Τα δημοσιευμένα στοιχεία, όμως, δείχνουν ότι το συντριπτικά μεγαλύτερο ποσοστό αυτών των αποταμιεύσεων επενδύονται σε μετοχές και ομόλογα της αλλοδαπής. Άρα, το επιχείρημα αυτό δεν είναι σωστό.
Επιπλέον, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι τόσο γενναιόδωρα κίνητρα δημιουργούν αντίστοιχου μεγέθους νέα αποταμίευση. Ειδικά τα υψηλά εισοδήματα είναι πολύ πιθανό να ανακατευθύνουν την υφιστάμενη αποταμίευσή τους προς το φορολογικά ευνοούμενο προϊόν. Σε αυτή την περίπτωση, το δημοσιονομικό κόστος είναι πραγματικό, ενώ η αύξηση της συνολικής αποταμίευσης είναι περιορισμένη.
Το νομοσχέδιο που συζητά σήμερα η Βουλή διευρύνει τα φορολογικά προνόμια ακόμη περισσότερο.
Το ανώτατο όριο των εισφορών που απαλλάσσονται από τον φόρο εισοδήματος αυξάνεται στο 35% του μισθού και στα 35.000 ευρώ ετησίως για τους αυτοαπασχολούμενους, ενώ η αυτοτελής φορολογία των παροχών αποσυνδέεται από τα έτη ασφάλισης. Η σύνταξη θα φορολογείται με 2,5% και το εφάπαξ με 5%, όταν η παροχή αρχίζει μετά το 67ο έτος και με 5% –αντίστοιχα 10% για το εφάπαξ– όταν αρχίζει μεταξύ 62 και 67 ετών. Έτσι, όμως, εξασθενεί και το κίνητρο για πραγματικά μακροχρόνια συνταξιοδοτική αποταμίευση.
Και ποιοι, άραγε, μπορούν να διαθέτουν το 35% του ακαθάριστου μισθού τους για συμπληρωματική ασφάλιση; Προφανώς όχι οι εργαζόμενοι των 1.000 ή των 2.000 ευρώ τον μήνα. Το νέο όριο αφορά στελέχη με πολύ υψηλές αποδοχές. Και εδώ δημιουργείται ένα πρόσθετο πρόβλημα: Η δυνατότητα υποκατάστασης φορολογητέου μισθού από αφορολόγητες εργοδοτικές εισφορές. Αντί, παράδειγμα, μια μελλοντική αύξηση αποδοχών να δοθεί ως μισθός, μπορεί να διοχετευθεί ως εισφορά σε σχήμα του δεύτερου πυλώνα. Το αποτέλεσμα είναι η μετατροπή φορολογητέας αμοιβής σε φορολογικά ευνοημένη αποζημίωση.
Ας πάρουμε το παράδειγμα ενός στελέχους με ετήσιες ακαθάριστες αποδοχές 200.000 ευρώ – υπάρχουν αυτά στην ελληνική αγορά εργασίας. Αν, άμεσα ή έμμεσα, το 35% του μισθού του διοχετευθεί σε εισφορές του δεύτερου πυλώνα, η μείωση της φορολογίας εισοδήματος (αφαιρουμένου του 2,5% που θα καταβληθεί αργότερα ως αυτοτελής φορολογία της σύνταξης) προσεγγίζει τις 26.500 ευρώ ετησίως.
Κοινώς, έχουμε προτροπή σε νόμιμη φοροδιαφυγή. Ή, με άλλα λόγια, παροχή στους πολύ υψηλόμισθους του δικαιώματος στη φοροδιαφυγή.
Τα φορολογικά κίνητρα του νόμου 5078/2023, που εξίσωσε τη φορολογική μεταχείριση των προϊόντων επαγγελματικής ασφάλισης (ΤΕΑ) και ομαδικών συνταξιοδοτικών ασφαλιστηρίων (ΟΑΣΣ) είναι εξαιρετικά γενναιόδωρα. Για τους μισθωτούς το ποσοστό των εισφορών έχει ανώτατο όριο το 20% του ακαθάριστου μισθού χωρίς όριο σε χρηματικούς όρους (ενώ, παράδειγμα, στη Γερμανία και τη Γαλλία το αντίστοιχο ποσοστό είναι κάτω του 10%, ενώ σε απόλυτους όρους τα ετήσια όρια σε Γερμανία, Ισπανία και Ιταλία –χώρες με πολύ υψηλότερους μέσους μισθούς από την Ελλάδα– είναι κάτω των 10.000 ευρώ), ενώ για τους ελεύθερους επαγγελματίες το όριο είναι 20.000 ευρώ ετησίως (σε τιμές 2021, με ετήσια τιμαριθμική αναπροσαρμογή).
Για να γίνει κατανοητό πόσο μεγάλο είναι αυτό το όριο, υπενθυμίζουμε ότι για την κύρια σύνταξη οι εισφορές εργοδότη και εργαζόμενου για σύνταξη αντιστοιχούν στο 20% του ακαθάριστου μισθού με όριο περίπου τις 24.000 ευρώ ετησίως και για την επικουρική σύνταξη 6% με όριο περίπου 7.000 ευρώ. Επιπρόσθετα, οι συντάξεις της επαγγελματικής ασφάλισης φορολογούνται αυτοτελώς με χαμηλούς συντελεστές, 2,5% έως 10%, αντιστρόφως ανάλογους προς τα έτη συμμετοχής σε αυτόν τον πυλώνα. Οι συντελεστές για πληρωμή εφάπαξ είναι επίσης χαμηλοί αλλά διπλάσιοι από αυτούς των συντάξεων (5% έως 20%).
Γιατί, εκτός της πολύ γενναιόδωρης φορολογικής αναβολής, θα πρέπει να παρέχεται και ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς; Όταν ψηφιζόταν ο νόμος 5078/2023, ο τότε υφυπουργός Εργασίας, Π. Τσακλόγλου, είχε υποστηρίξει ότι αυτό γινόταν για να ενισχυθεί η αποταμίευση, η οποία στη χώρα μας κινείται σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Το επιχείρημα θα ήταν σωστό αν αυτές οι αποταμιεύσεις της επαγγελματικής ασφάλισης χρηματοδοτούσαν εγχώριες οικονομικές δραστηριότητες. Τα δημοσιευμένα στοιχεία, όμως, δείχνουν ότι το συντριπτικά μεγαλύτερο ποσοστό αυτών των αποταμιεύσεων επενδύονται σε μετοχές και ομόλογα της αλλοδαπής. Άρα, το επιχείρημα αυτό δεν είναι σωστό.
Επιπλέον, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι τόσο γενναιόδωρα κίνητρα δημιουργούν αντίστοιχου μεγέθους νέα αποταμίευση. Ειδικά τα υψηλά εισοδήματα είναι πολύ πιθανό να ανακατευθύνουν την υφιστάμενη αποταμίευσή τους προς το φορολογικά ευνοούμενο προϊόν. Σε αυτή την περίπτωση, το δημοσιονομικό κόστος είναι πραγματικό, ενώ η αύξηση της συνολικής αποταμίευσης είναι περιορισμένη.
Το νομοσχέδιο που συζητά σήμερα η Βουλή διευρύνει τα φορολογικά προνόμια ακόμη περισσότερο.
Το ανώτατο όριο των εισφορών που απαλλάσσονται από τον φόρο εισοδήματος αυξάνεται στο 35% του μισθού και στα 35.000 ευρώ ετησίως για τους αυτοαπασχολούμενους, ενώ η αυτοτελής φορολογία των παροχών αποσυνδέεται από τα έτη ασφάλισης. Η σύνταξη θα φορολογείται με 2,5% και το εφάπαξ με 5%, όταν η παροχή αρχίζει μετά το 67ο έτος και με 5% –αντίστοιχα 10% για το εφάπαξ– όταν αρχίζει μεταξύ 62 και 67 ετών. Έτσι, όμως, εξασθενεί και το κίνητρο για πραγματικά μακροχρόνια συνταξιοδοτική αποταμίευση.
Και ποιοι, άραγε, μπορούν να διαθέτουν το 35% του ακαθάριστου μισθού τους για συμπληρωματική ασφάλιση; Προφανώς όχι οι εργαζόμενοι των 1.000 ή των 2.000 ευρώ τον μήνα. Το νέο όριο αφορά στελέχη με πολύ υψηλές αποδοχές. Και εδώ δημιουργείται ένα πρόσθετο πρόβλημα: Η δυνατότητα υποκατάστασης φορολογητέου μισθού από αφορολόγητες εργοδοτικές εισφορές. Αντί, παράδειγμα, μια μελλοντική αύξηση αποδοχών να δοθεί ως μισθός, μπορεί να διοχετευθεί ως εισφορά σε σχήμα του δεύτερου πυλώνα. Το αποτέλεσμα είναι η μετατροπή φορολογητέας αμοιβής σε φορολογικά ευνοημένη αποζημίωση.
Ας πάρουμε το παράδειγμα ενός στελέχους με ετήσιες ακαθάριστες αποδοχές 200.000 ευρώ – υπάρχουν αυτά στην ελληνική αγορά εργασίας. Αν, άμεσα ή έμμεσα, το 35% του μισθού του διοχετευθεί σε εισφορές του δεύτερου πυλώνα, η μείωση της φορολογίας εισοδήματος (αφαιρουμένου του 2,5% που θα καταβληθεί αργότερα ως αυτοτελής φορολογία της σύνταξης) προσεγγίζει τις 26.500 ευρώ ετησίως.
Κοινώς, έχουμε προτροπή σε νόμιμη φοροδιαφυγή. Ή, με άλλα λόγια, παροχή στους πολύ υψηλόμισθους του δικαιώματος στη φοροδιαφυγή.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σχόλια
Δεν βρέθηκαν σχόλια γι'αυτό το άρθρο.
Γίνε ο πρώτος που θα σχολιάσει το άρθρο χρησιμοποιώντας την παρακάτω φόρμα