Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2026

Κρίση στην εκπαίδευση σημαίνει μια χώρα χωρίς μέλλον

Βγήκαν και φέτος τα αποτελέσματα από τις δοκιμασίες PISA που διοργανώνονται από τον ΟΟΣΑ σε συνεργασία με τις εθνικές εκπαιδευτικές αρχές και αποτελούν τη μεγαλύτερη παγκόσμια συγκριτική έρευνα για τις επιδόσεις και δεξιότητες των μαθητών.
Δύο βασικές τάσεις είναι αυτές που πρέπει να κρατήσουμε. Η πρώτη είναι ότι παγκοσμίως υπάρχει μια υποχώρηση των επιδόσεων των μαθητών σε σχέση με βασικές δεξιότητες που αφορούν την ανάγνωση, τα μαθηματικά και τις φυσικές επιστήμες. Η δεύτερη ότι και στην περίπτωση της χώρας μας υπάρχει υποχώρηση και απόκλιση από τον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ.
Είναι σαφές ότι ως ένα βαθμό πρόκειται για ένα συνολικότερο παγκόσμιο φαινόμενο. Μια πολιτισμική κρίση που οδηγεί στην υποχώρηση βασικών δεξιοτήτων την ώρα που υποτίθεται ότι τις έχουμε περισσότερο παρά ποτέ ανάγκη. Πολλά μπορεί να σκεφτεί κανείς: την κυριαρχία της εύκολης διαδικτυακής πρόσβασης στην πληροφορία, την υποτίμηση της κριτικής σκέψης, πιο πρόσφατα τη διανοητική τεμπελιά της τεχνητής νοημοσύνης.
Υπάρχει, παράλληλα, και διάρρηξη μιας πλευράς του κοινωνικού συμβολαίου που ήταν ότι η μόρφωση αποτελούσε μηχανισμό ανοδικής κοινωνικής κινητικότητας και που έδινε μεγάλη ώθηση στις οικογένειες να επενδύουν στη μόρφωση και στις σχολικές επιδόσεις των παιδιών τους. Δεν είναι τυχαίο ότι χώρες της Ασίας που διατηρούν αυτή την αυξημένη επένδυση στην υψηλή σχολική επίδοση τα πηγαίνουν καλύτερα.
Όλα αυτά απλώς υπογραμμίζουν τη σημασία του προβλήματος. Είναι επιτακτικό η τεχνολογική πρόοδος, συμπεριλαμβανομένης της Τεχνητής Νοημοσύνης να συνδυαστεί με την έμφαση στις βασικές ανθρώπινες διανοητικές ικανότητες, αυτές που αποτυπώνονται στη σύνταξη και κατανόηση κειμένων, στα μαθηματικά, στις φυσικές επιστήμες. Σε τελική ανάλυση, αυτός είναι και ο δρόμος για τον αναγκαίο έλεγχο πάνω στην ανεξέλεγκτη ανάπτυξη της τεχνολογίας, ιδίως εκεί όπου όντως αυτή φαίνεται να υποκαθιστά την ανθρώπινη σκέψη.
Η Ελλάδα δεν είναι αμέτοχη των γενικότερων τάσεων. Όμως, υπάρχει και εδώ ένα πρόβλημα. Βλέπω διάφορους να βγάζουν εύκολα συμπεράσματα: άχρηστοι δάσκαλοι και τεμπέληδες μαθητές οδηγούν σε χαμηλές επιδόσεις, άρα αξιολόγηση και κατάργηση της μονιμότητας.
Τα πράγματα είναι πιο σύνθετα. Το ελληνικό σχολείο αντιμετωπίζει και αυτό τη δική του κρίση. Ορισμένες πλευρές είναι ανάλογες με αυτές που βλέπουμε παγκοσμίως: το σχολείο εδώ και καιρό δεν είναι το μόνο παράθυρο των μαθητών στον κόσμο, ούτε ο μόνος δάσκαλος. Τα σχολικά αναλυτικά προγράμματα και βιβλία μοιάζουν αποκομμένα από τον κόσμο. Η κυριαρχία της οθόνης υπονομεύει τη σχέση με το βιβλίο. Η εύκολη πρόσβαση σε πληροφορίες και απαντήσεις, περιορίζει το ενδιαφέρον για βασικές γνώσεις στα μαθηματικά και τις φυσικές επιστήμες.
Άλλες πλευρές, έχουν να κάνουν με διαχρονικές αδυναμίες του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος. Την επιμονή στην αποστήθιση σε μια εποχή που αυτή δεν φαντάζει απλώς ενοχλητική αλλά και παράλογη, εάν σκεφτούμε πόσο μεγάλη είναι η πρόσβαση σε πληροφορίες. Την αντίληψη και των μαθηματικών και των φυσικών επιστημών μέσα στη σχολική πράξη κυρίως ως ασκήσεων (και δη δύσκολων) και όχι ως τρόπων για να κατανοήσουμε τον κόσμο ή ως βάσεων για την τεχνολογία. Την αντικειμενική υποτίμηση του γραπτού λόγου μέσα από τον τρόπο που τα γλωσσικά μαθήματα φαντάζουν συχνά κουραστικά.
Όμως, υπάρχουν και πλευρές που έχουν να κάνουν με το πώς αντιμετωπίζεται σήμερα η εκπαίδευση και ιδίως το δημόσιο σχολείο που είναι η ραχοκοκαλιά του εκπαιδευτικού συστήματος. Γιατί είναι σαφές ότι το σχολείο χρειάζεται πολύ περισσότερα από διαδραστικούς πίνακες. Χρειάζεται εκπαιδευτικούς που όταν πάνε στα σχολεία στην επαρχία να έχουν να μείνουν κάπου. Χρειάζεται περισσότερους μόνιμους εκπαιδευτικούς και λιγότερους αναπληρωτές. Χρειάζεται αξιοπρεπείς μισθούς και όχι τη σημερινή φτωχοποίηση. Χρειάζεται έμφαση στις βασικές γνώσεις και δεξιότητες και μια προσπάθεια να κερδηθούν ξανά οι μαθητές. Χρειάζεται να ξαναγίνει κοινότητα και σημείο αναφοράς των μαθητών.
Όλα αυτά προϋποθέτουν και μια κυβέρνηση που δεν βλέπει τους εκπαιδευτικούς μόνο ως κόστος και βάρος για τον προϋπολογισμό. Μια κυβέρνηση που δεν τους αντιμετωπίζει απλώς και μόνο ως τεμπέληδες και παραβατικούς που χρειάζονται τον μπαμπούλα της απόλυσης για να κάνουν τη δουλειά τους. Μια κυβέρνηση που αντιμετωπίζει την παιδεία ως δημόσιο αγαθό και όχι ως πεδίο επένδυσης από funds που νοιάζονται μόνο για την κερδοφορία τους.
Θέλω να είμαι σαφής: όλα τούτα δεν σημαίνουν ότι δεν έχουν ευθύνη και οι εκπαιδευτικοί και ότι όλα θα τα λύσουν οι αυξήσεις στους μισθούς, περισσότεροι διορισμοί και καλύτερες συνθήκες εργασίας, όσο αναγκαία και εάν είναι. Προφανώς και χρειάζεται και αυτοί να συνεισφέρουν και να βάλουν πλάτη, όπως και οι γονείς, που είναι και αυτοί μέρος της συνολικής διαδικασίας μάθησης. Απλώς, όπως και να το δει κανείς, η ευθύνη της Πολιτείας είναι μεγάλη.
Στην πραγματικότητα, χρειαζόμαστε ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο γύρω από την παιδεία και την επίγνωση ότι από αυτή εξαρτάται ουσιαστικά το μέλλον της χώρας. Ένα κοινωνικό συμβόλαιο ανάμεσα στο κράτος, τους εκπαιδευτικούς και τους γονείς με αντικείμενο τη συλλογική επένδυση στο να γίνει το σχολείο καλύτερο, ικανό να παρακολουθήσει έναν κόσμο που αλλάζει και συνάμα ικανό να προσφέρει τον πυρήνα μιας ουσιαστικής μόρφωσης, αυτής που κάνει τους ανθρώπους να σκέφτονται κριτικά, να αγαπούν τη γνώση, να μισούν τη δεισιδαιμονία και τον ανορθολογισμό και να έχουν κοινωνική και πολιτική συνείδηση και ευθύνη.            Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια
Δεν βρέθηκαν σχόλια γι'αυτό το άρθρο.
Γίνε ο πρώτος που θα σχολιάσει το άρθρο χρησιμοποιώντας την παρακάτω φόρμα