
Οι ρίζες της διαμάχης Κράτους και Εκκλησίας προϋπήρχαν. Μετά την ενοποίηση της Ιταλίας, τα Παπικά Κράτη- που κάποτε αποτελούσαν σημαντική πολιτική και εδαφική δύναμη- είχαν απορροφηθεί από το νέο Ιταλικό Κράτος. Με την προσάρτηση της Ρώμης, το 1870, η πολιτική δύναμη του Πάπα μειώθηκε δραματικά. Αυτή η εξέλιξη είχε δημιουργήσει βαθύ ρήγμα μεταξύ της ιταλικής κυβέρνησης και του Βατικανού.Στα τέλη της δεκαετίας του 1920, τα δύο μέρη αναγνώρισαν ότι το συμφέρον τους θα ήταν η επίλυση της διαμάχης. Για το φασιστικό καθεστώς του Μπενίτο Μουσολίνι, συμφωνία με την Καθολική Εκκλησία όχι μόνο θα μπορούσε να επιλύσει εσωτερικά προβλήματα αλλά και θα νομιμοποιούσε το καθεστώς στη διεθνή κοινότητα. Για την Αγία Εδρα, η συνθήκη προσέφερε διέξοδο για την ανάκτηση σχετικής αυτονομίας και τη «διασφάλιση του πνευματικού και πολιτιστικού ρόλου της σε μια ταχέως εκσυγχρονιζόμενη κοινωνία».
Ένας από τους σημαντικότερους όρους της Συνθήκης ήταν η αμοιβαία αναγνώριση της κυριαρχίας των δύο πλευρών. Η ιταλική κυβέρνηση αναγνώρισε την Πόλη του Βατικανού ως ανεξάρτητο κράτος, μια κίνηση που όχι μόνο αποκατέστησε διαχρονικά το καθεστώς της Αγίας Εδρας αλλά επαναπροσδιόρισε τον ρόλο της στις παγκόσμιες υποθέσεις. Σε αντάλλαγμα, η Αγία Εδρα αναγνώρισε το Βασίλειο της Ιταλίας, καθώς και μια σαφή οριοθέτηση μεταξύ των δύο πλευρών και του ρόλου καθεμιάς. Αυτή η αμοιβαία αναγνώριση δεν αφορούσε αποκλειστικά εδαφικά όρια: αφορούσε την επιβεβαίωση του δικαιώματος κάθε θεσμού να λειτουργεί ανεξάρτητα.Πολλοί θεωρούν τη Συνθήκη ως προοδευτική λύση που έθεσε τα θεμέλια για τη σύγχρονη Ιταλία, ενώ άλλοι τη χαρακτηρίζουν απλώς ως υπολογισμένο πολιτικό ελιγμό του καθεστώτος του Μουσολίνι για να εξασφαλίσει μια κατ’ επίφαση σταθερότητα δίνοντας τα χέρια με έναν πανίσχυρο θρησκευτικό παράγοντα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σχόλια
Δεν βρέθηκαν σχόλια γι'αυτό το άρθρο.
Γίνε ο πρώτος που θα σχολιάσει το άρθρο χρησιμοποιώντας την παρακάτω φόρμα