
Μόνο που εδώ ακριβώς είναι το ζήτημα που ο Κυριάκος Μητσοτάκη αρνείται να παραδεχτεί στις δημόσιες τοποθετήσεις του. Καταρχάς, όντως οι πολίτες δεν σκέφτονται με όρους «Μητσοτάκης ή χάος». Όμως, σκέφτονται με όρους «Μητσοτάκης ίσον έκρηξη ακρίβειας, στεγαστική κρίση, υπονόμευση θεσμών και σκάνδαλα». Πράγμα που σημαίνει ότι το δίλημμα για τους πολίτες δεν είναι εάν θα προτιμήσουν τη σημερινή κυβέρνηση ή κάποια άλλη. Το πραγματικό ερώτημα είναι ποιον να εμπιστευτούν για να φέρει την πολιτική αλλαγή που θεωρούν αναγκαία, γιατί πολύ απλά δεν θέλουν να συνεχιστεί η σημερινή κατάσταση.
Και έχει δίκιο ο πρωθυπουργός, ότι οι πολίτες σήμερα αναζητούν «σταθερότητα, συνοχή, συνέπεια». Όντως, θέλουν σταθερότητα, δηλαδή να σταματήσει η ανασφάλεια που φέρνει η οικονομική πολιτική της κυβέρνησης που αρνείται να πάρει μέτρα για να στηρίξει την κοινωνική πλειοψηφία, θέλουν συνοχή, δηλαδή να σταματήσει η τωρινή έκρηξη των ανισοτήτων και η υποχώρηση του κράτους από τα πεδία ευθύνης, και βέβαια θέλουν συνέπεια, δηλαδή μια κυβέρνηση που να έχει πρόγραμμα, να το τηρεί, και οι δεσμεύσεις για το κράτος δικαίου και τους θεσμούς να είναι πραγματικές και όχι εικονικές.
Μόνο που ακριβώς για αυτόν τον λόγο οι πολίτες δεν θέλουν την τέταρτη λέξη που ο πρωθυπουργός ανέφερε ως αίτημα των πολιτών, την συνέχεια. Γιατί πολύ απλά για να υπάρχει σταθερότητα, συνοχή και συνέπεια, δεν μπορεί να υπάρξει συνέχεια της σημερινής κυβέρνησης, αλλά πολιτική αλλαγή.
Στην πραγματικότητα, πολιτική αλλαγή, με την έννοια όχι της αλλαγής κόμματος εξουσίας, αλλά την αλλαγή μοντέλου διακυβέρνησης θέλουν και αρκετοί από τους ψηφοφόρους της ίδιας της Νέας Δημοκρατίας, που ολοένα και περισσότερο ασφυκτιούν στο «επιτελικό κράτος» της παραβατικότητας και της νέας διαπλοκής.
Όλες αυτές οι διαπιστώσεις, όμως, δεν έχουν αποτρέψει τον πρωθυπουργό και τη σημερινή ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας από το να κάνουν κινήσεις που προσπαθούν να χειραγωγήσουν κατά το δυνατό τις εξελίξεις ή ακόμη και να τις εκβιάσουν. Η αναθεώρηση του Συντάγματος, που αποτέλεσε και κεντρική αιχμή του συνεδρίου της ΝΔ, είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, του πώς μια κυβέρνηση που ολοένα και περισσότερο χάνει την εμπιστοσύνη των πολιτών, αναζητά τρόπους να αφήσει το δικό της στίγμα στους θεσμούς σε μια προσπάθεια να γαντζωθεί από την εξουσία. Και βέβαια αναπόφευκτα σκέφτεται κανείς ότι όλη αυτή η υπερπροβολή της «παράστασης νίκης» – βάζουν το χεράκι τους εδώ και τα «ταϊσμένα» ΜΜΕ του φιλοκυβερνητικού μιντιακού οικοσυστήματος – έχει να κάνει και με μια προσπάθεια αποθάρρυνσης όσων ψηφοφόρων δεν συμφωνούν με την κυβέρνηση να συμμετέχουν στις εκλογές, θεωρώντας ότι το αποτέλεσμα είναι δεδομένο.
Όμως, ακόμη και έτσι πολύ δύσκολα η κυβέρνηση θα μπορέσει να πατήσει πάνω σε πραγματικά δεδομένα για να τεκμηριώσει την «παράσταση νίκης» που καταναγκαστικά προβάλλει. Ξέρει πολύ καλά ότι πολύ σύντομα, με την επίσημη ανακοίνωση των νέων κομμάτων, η «μαγική εικόνα» των δημοσκοπήσεων που βγάζουν τα πρωτοσέλιδα για double score επί του δεύτερου κόμματος θα σταματήσει. Τα νέα κόμματα θα μετριούνται κανονικά στις έρευνες και προφανώς πέραν των ανακατατάξεων μεταξύ της αντιπολιτευτικής ψήφου (αλλά και της «αδιευκρίνιστης) αυτό θα έχει επιπτώσεις και στις δημοσκοπικές επιδόσεις της Νέας Δημοκρατίας. Και δεν είναι μόνο ότι το ποσοστό της θα είναι τόσο χαμηλό, ώστε να καθιστά σαφές ότι αυτό που καταγράφεται είναι μάλλον το ποσοστό της επόμενης αξιωματικής αντιπολίτευσης παρά αυτό που οδηγεί σε αυτοδυναμία. Σταδιακά ακόμη και αυτή η πρωτιά θα καθίσταται ένα διακύβευμα και όχι ένα δεδομένο. Ιδίως στην προοπτική δύο διαδοχικών εκλογών. Γιατί μπορεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης να υποστήριξε ότι την «ιστορία τη γράφουν οι παρόντες», υπονοώντας ότι κάποιοι δεν έχουν ακόμη εμφανιστεί, όμως, στο τέλος, στις κάλπες, την ιστορία τη γράφουν οι πολίτες και οι επιλογές τους.
Όλα αυτά αναδεικνύουν την έντονη ρευστότητα που καταγράφεται στο πολιτικό τοπίο στη χώρα μας, παρά την όποια επικοινωνιακή προσπάθεια της κυβέρνησης να μας πείσει για το αντίθετο. Αναδεικνύουν, όμως, και μια πρόκληση, αλλά και μια ευθύνη.
Γιατί μπορεί όντως στην πραγματικότητα οι πολίτες στο δίλημμα «Μητσοτάκης ή κάτι άλλο» με σαφήνεια να λένε «κάτι άλλο», όμως αυτό δεν σημαίνει ότι λένε «οτιδήποτε άλλο». Με την ίδια αυστηρότητα με την οποία σήμερα κρίνουν την κυβέρνηση, θα κρίνουν και όποια πολιτική πρόταση προσπαθήσει να εκπροσωπήσει τις ανάγκες και τα αιτήματά τους. Πράγμα που σημαίνει ότι δεν αναζητούν απλώς ένα όνομα, ή ένα ψηφοδέλτιο, για να διοχετεύσουν την οργή και την αγανάκτησή τους. Αναζητούν πολιτικό πρόγραμμα που να μην είναι «ωραία λόγια» αλλά πραγματικές συγκεκριμένες προτάσεις διακυβέρνησης, κοστολογημένες και εφικτές, ανθρώπους που να δίνουν εχέγγυα ότι αυτές τις προτάσεις διακυβέρνησης θα τις κάνουν πράξη, και ένα νέο ήθος και ύφος εξουσίας που να επουλώσει τα τραύματα στους θεσμούς και στην εμπιστοσύνη της κοινωνίας σε αυτούς, που επέφερε η διακυβέρνηση των αρίστων του «επιτελικού κράτους». Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σχόλια
Δεν βρέθηκαν σχόλια γι'αυτό το άρθρο.
Γίνε ο πρώτος που θα σχολιάσει το άρθρο χρησιμοποιώντας την παρακάτω φόρμα