
Το ένα, ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται αντιμέτωπο με το γεγονός ότι αυτή τη στιγμή έχει ήδη αποδιαρθρωθεί και τα στελέχη του προσπαθούν να βρουν τρόπο να το παραδεχτούν και δημοσίως.
Γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ είχε πάψει από καιρό να είναι «ιστορικό» κόμμα. Για την ακρίβεια ήδη από το 2019 έπρεπε να είχε δρομολογήσει τη μετεξέλιξή του και την οικοδόμηση βαθύτερων δεσμών με την κοινωνία. Δεν το έκανε, επένδυσε στη λογική του «ώριμου φρούτου», και οδηγήθηκε στη συντριβή του 2023, στην οποία η απάντηση πάλι δεν ήταν η ανασυγκρότηση αλλά η ακόμη μεγαλύτερη αποσάθρωση των όποιων εκπροσωπήσεών του. Και τώρα απλώς όλα αυτά επικυρώνονται.
Το άλλο, το ΠΑΣΟΚ βλέπει την εκλογική του επιρροή να υποχωρεί στον σκληρό πυρήνα, αυτό να γεννά αντανακλαστικά αμφισβήτησης της ηγεσίας, αλλά και εντυπωσιακή δειλία αυτό το θέμα να τεθεί ευθέως και δημόσια.
Και εδώ το κόμμα πληρώνει το γεγονός ότι παρότι του δόθηκε μια μεγάλη ευκαιρία μετά την αποδιάρθρωση του ΣΥΡΙΖΑ, ενώ είχε πολιτικό χώρο και έναν αρχηγό που δεν κουβαλούσε ληγμένα γραμμάτια από το παρελθόν, δεν κατάφερε να υπερβεί τα όριά του. Δεν έπεισε ότι είναι η εναλλακτική διακυβέρνηση και αντιμετωπίστηκε με αυστηρότητα από την «κοινή γνώμη». Βεβαίως και όσοι αμφισβήτησαν και αμφισβητούν την ηγεσία, στην πραγματικότητα ούτε και αυτοί προσέθεσαν κάτι στο να μπορέσει να ξεφύγει από τα όριά του το ΠΑΣΟΚ. Ούτε έθεσε το κόμμα, έγκαιρα και με τους δικούς του όρους, το τι σημαίνει σήμερα δημοκρατική και προοδευτική παράταξη.
Ο ΣΥΡΙΖΑ ούτως ή άλλως γράφει σε διάφορες παραλλαγές τους «τίτλους τέλους». Με το ΠΑΣΟΚ, όμως, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Καταρχάς γιατί διατηρεί έναν πυρήνα πολιτικής επιρροής που προκύπτει από την ιστορική του διαδρομή, από το ότι διατηρεί μηχανισμό, το ότι έχει ισχυρή παρουσία στην αυτοδιοίκηση και στον συνδικαλισμό.
Έπειτα γιατί το ΠΑΣΟΚ παραμένει τμήμα διάφορων πολιτικών σχεδιασμών. Αυτό έχει να κάνει με το ότι η ΝΔ γνωρίζει πολύ καλά ότι δεν πρόκειται να πετύχει την αυτοδυναμία στις επόμενες εκλογές κι ότι θα απέχει εκλογικά από κάθε στόχο αυτοδυναμίας. Αυτό θα τη φέρει αντιμέτωπη με το ερώτημα των κυβερνήσεων συνεργασίας. Ιδίως εάν δεν θέλει να πάει σε έναν πολωμένο «δεύτερο γύρο» όπου δεν θα είναι καθόλου δεδομένο ότι θα διατηρήσει την πρωτιά.
Και βέβαια συνεργασία σημαίνει ότι πολύ δύσκολα θα μπορούσε να πάει η ΝΔ με τη σημερινή ηγεσία. Γιατί το πρώτο πράγμα που θα διεκδικούσε οποιαδήποτε «συμμαχική» δύναμη, θα ήταν άλλο πρόσωπο για τη θέση του πρωθυπουργού.
Όμως, το πιο βασικό είναι ότι στις συνεργασίες το κόμμα που είναι πρώτο δεν κοιτάζει ποτέ στο κόμμα που είναι δεύτερο. Γιατί το τελευταίο δεν έχει κανέναν λόγο να συναινέσει σε συγκυβέρνηση. Ιδίως εάν δικαιωθούν οι δημοσκοπήσεις που αυτή τη στιγμή σε αυτή τη θέση φέρνουν την ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα. Πιο πολύ το βολεύει να παραμένει εκτός κυβερνητικών συμφωνιών και είτε γίνουν δεύτερες εκλογές είτε όχι, να ισχυροποιήσει τη θέση του.
Η «καυτή πατάτα» πάει στα κόμματα που είναι στην τρίτη θέση και κάτω. Και εδώ αρχίζει η πίεση στο ΠΑΣΟΚ. Είτε για να έρθει εν συνόλω, κάτι πολύ δύσκολο γιατί ο Νίκος Ανδρουλάκης δεν υπάρχει περίπτωση να δώσει στήριξη στον Κυριάκο Μητσοτάκη, είτε να διασπαστεί και κάποιοι βουλευτές να δηλώσουν υποστήριξη σε μια κυβέρνηση με συμμετοχή της ΝΔ.
Βεβαίως και εδώ τα πράγματα δεν είναι τόσο εύκολα. Είναι πιθανό ακόμη και έτσι τα… κουκιά να μην φτάνουν σε κυβερνητική πλειοψηφία. Και με δεδομένου ότι «αριστερά του Κέντρου» κανένα κόμμα δεν είναι διατεθειμένο να δώσει πολιτική χείρα βοηθείας στη ΝΔ, απομένουν οι σχηματισμοί της Ακροδεξιάς.
Εάν το 2012 μπόρεσε να φτιαχτεί κυβερνητική συνεργασία ήταν γιατί η ΝΔ πήγε όχι μόνο με το ΠΑΣΟΚ αλλά και με τη ΔΗΜΑΡ. Το 2027 δύσκολα μπορεί κανείς να φανταστεί το ΠΑΣΟΚ να συνεργάζεται όχι μόνο με τη ΝΔ, αλλά και την Ακροδεξιά. Κάτι βεβαίως που όσοι επιδιώκουν το ΠΑΣΟΚ να μετατραπεί σε ένα στήριγμα για τη ΝΔ παραβλέπουν να αναφέρουν.
Σε όλα αυτά προσθέστε και μία ακόμη παράμετρο απροσδιοριστίας στο πολιτικό σκηνικό. Τόσο η παρουσία της Ελπίδας για τη Δημοκρατία της Μαρίας Καρυστιανού όσο και ενδεχόμενη πολιτική πρωτοβουλία του Αντώνη Σαμαρά, σημαίνουν ότι δεν είναι καθόλου δεδομένο ότι θα είναι πρωτίστως η Ακροδεξιά αυτή που θα υποδεχτεί την κεντροδεξιά και δεξιά αποδοκιμασία του ύφους και ήθους διακυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη. Μόνο που και εδώ μιλάμε για σχηματισμούς που δεν έχουν καμία διάθεση να υποστηρίξουν τη Νέα Δημοκρατία ή να συγκυβερνήσουν μαζί της, ιδίως στη σημερινή εκδοχή της.
Όλα αυτά, σε μεγάλο βαθμό έχουν να κάνουν με τη μεγάλη αντίφαση σήμερα στο ελληνικό πολιτικό σύστημα. Αυτή είναι ότι την ώρα που η ελληνική κοινωνία αποδοκιμάζει την κυβερνητική πολιτική που εφαρμόζεται σήμερα και διατυπώνει την ανάγκη για μια κυβερνητική εναλλακτική πρόταση που να μπορεί να ανακόψει το κύμα ακρίβειας, να αποκαταστήσει τους θεσμούς και να δώσει αίσθημα ασφάλειας απέναντι στους γεωπολιτικούς κινδύνους, ο πιο συμπαγής πολιτικός χώρος είναι η ΝΔ που αντιπροσωπεύει τα κοινωνικά στρώματα που ευνοήθηκαν από τις πολιτικές των τελευταίων ετών και ιδεολογικά μοιράζονται την οπτική της κυβέρνησης.
Αντιθέτως, εάν εξαιρέσει κανείς τα πρώτα σημαντικά σημάδια δυναμικής που έχει η ΕΛΑΣ, το τοπίο της αντιπολίτευσης δεν προσέφερε μέχρι τώρα μια πρόταση που να αντιστοιχεί σε αυτή την απαίτηση που έρχεται από την κοινωνία.
Και για να είμαι σαφής: το ζήτημα δεν είναι απλώς κάποιος να κάνει αποτελεσματική αντιπολίτευση. Ο Νίκος Ανδρουλάκης και ορισμένα από τα στελέχη που είναι κοντά του έχουν κάνει συχνά υποδειγματικές παρεμβάσεις. Το ζήτημα είναι να πείθει ότι ως όραμα, πρόγραμμα και κυβερνητική ομάδα είναι η εναλλακτική λύση, είναι η έξοδος από την κρίση, είναι η επόμενη μέρα για τη χώρα.
Και αυτή είναι η πρόκληση σήμερα. Με αυτήν αναμετρήθηκαν οι σχηματισμοί που είναι σήμερα στη Βουλή και έδειξαν όρια πραγματικά. Σε αυτή δεν μπορεί να ανταποκριθεί η Μαρία Καρυστιανού, ακριβώς γιατί πέραν ιδεολογικών ταλαντεύσεων, συγκροτήθηκε ως κόμμα διαμαρτυρίας και όχι διακυβέρνησης. Αυτή αποτελεί το μεγάλο στοίχημα για τον Αλέξη Τσίπρα.
Μια πρόκληση μεγάλη, όχι μόνο γιατί χρειάζεται η χώρα να ξαναβρεί την αυτοπεποίθησή της, αλλά και γιατί εάν δεν μπορέσει να απαντηθεί, είναι σαφές ότι η πίεση για μεθοδεύσεις και κάθε λογής «συγκολλήσεις», με βασικό σκοπό να συνεχιστεί λίγο πολύ η σημερινή πολιτική κα να εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα που και σήμερα έχουν ειδική μεταχείριση, θα είναι μεγάλη και θα παρουσιάζεται μάλιστα και ως «αποφυγή αδιεξόδων». Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σχόλια
Δεν βρέθηκαν σχόλια γι'αυτό το άρθρο.
Γίνε ο πρώτος που θα σχολιάσει το άρθρο χρησιμοποιώντας την παρακάτω φόρμα