
Η θετική εικόνα που καταγράφει το ΔΝΤ για τις ελληνικές τράπεζες αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα καθώς η οικονομία καλείται να κινηθεί σε πιο δύσκολο διεθνές περιβάλλον. Η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή και οι υψηλότερες τιμές ενέργειας αυξάνουν τους κινδύνους για την ανάπτυξη, τον πληθωρισμό και τον τουρισμό, με το Ταμείο να αναμένει επιβράδυνση του ΑΕΠ στο 1,8% το 2026, από 2,1% το 2025.
Ωστόσο, η Ελλάδα αντιμετωπίζει αυτή τη δύσκολη συγκυρία από σαφώς καλύτερη αφετηρία σε σχέση με το παρελθόν, χάρη στην ενισχυμένη δημοσιονομική θέση, τη μείωση των χρηματοπιστωτικών κινδύνων και ένα τραπεζικό σύστημα σαφώς πιο ανθεκτικό από ό,τι στο παρελθόν.
Η πρόοδος στους ισολογισμούς
Στους τραπεζικούς ισολογισμούς αποτυπώνεται πλέον καθαρά η απόσταση που έχει διανύσει ο κλάδος από την περίοδο της κρίσης, καθώς τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια στα σημαντικά πιστωτικά ιδρύματα μειώθηκαν στο τέλος του 2025 στο 2,5%, επίπεδο που αποτελεί ιστορικό χαμηλό για τις ελληνικές τράπεζες. Την ίδια ώρα, η κερδοφορία παραμένει πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παρά τη μικρή κάμψη που καταγράφεται, με τις τράπεζες να στηρίζονται στα έσοδα από προμήθειες, στα κέρδη από συναλλαγές και στη σταθερή πιστωτική δραστηριότητα.
Ισχυρή παραμένει και η κεφαλαιακή θέση των τραπεζών, με τον συστημικό δείκτη CET1 περίπου στο 15,5%, σε επίπεδα κοντά στον μέσο όρο της ΕΕ. Οι δείκτες ρευστότητας βρίσκονται, επίσης, άνετα πάνω από τις εποπτικές απαιτήσεις, αν και το ΔΝΤ σημειώνει ότι υπάρχει σημαντική συγκέντρωση σε εγχώριους κρατικούς τίτλους.
Η βελτίωση των ισολογισμών δίνει στις τράπεζες μεγαλύτερη δυνατότητα να χρηματοδοτήσουν την οικονομία, με την πιστωτική επέκταση να ενισχύεται στο 7,7% στο τέλος Μαρτίου 2026, κυρίως λόγω της αύξησης των επιχειρηματικών χορηγήσεων. Ωστόσο, η ανάκαμψη παραμένει πιο συγκρατημένη στα νοικοκυριά, με τον δανεισμό να κινείται στο 2,8% και τη στεγαστική πίστη να επιστρέφει σε θετικό έδαφος μόλις το 2025, ύστερα από χρόνια απομόχλευσης.
Η συγκέντρωση ανοιγμάτων στο μικροσκόπιο του ΔΝΤ
Πίσω από τη βελτιωμένη εικόνα, όμως, το ΔΝΤ στρέφει την προσοχή του σε μια πρόκληση που δεν συνδέεται πλέον με τα κόκκινα δάνεια του παρελθόντος, αλλά με τον τρόπο που κατανέμεται σήμερα ο πιστωτικός κίνδυνος στο σύστημα.
Σύμφωνα με την έκθεση, οι ελληνικές τράπεζες έχουν αυξημένη κοινή έκθεση σε περιορισμένο αριθμό μεγάλων επιχειρήσεων, με τις δέκα μεγαλύτερες κοινές μη χρηματοπιστωτικές εταιρείες να αντιστοιχούν στο 81% του συνολικού κεφαλαίου Tier 1, μετά τον μετριασμό του πιστωτικού κινδύνου. Ορισμένες από αυτές δραστηριοποιούνται σε γεωπολιτικά ευαίσθητους κλάδους, στοιχείο που κάνει ακόμη πιο αναγκαία, σύμφωνα με το Ταμείο, τη στενή παρακολούθηση των συγκεκριμένων ανοιγμάτων.
Το μήνυμα δεν είναι ότι το τραπεζικό σύστημα αντιμετωπίζει σήμερα πρόβλημα φερεγγυότητας ή ρευστότητας, αλλά ότι η επόμενη φάση της ανάκαμψης απαιτεί μεγαλύτερη προσοχή στη συγκέντρωση κινδύνου, ειδικά όσο η πιστωτική επέκταση στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στις χορηγήσεις προς μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους.
Το κενό χρηματοδότησης σε μικρομεσαίες και νοικοκυριά
Το ΔΝΤ κάνει σαφή διάκριση ανάμεσα στην εικόνα των μεγάλων επιχειρήσεων και σε εκείνη των μικρομεσαίων και των νοικοκυριών, καθώς οι πρώτες εμφανίζονται με ισχυρότερους ισολογισμούς και μεγαλύτερη δυνατότητα να αντέξουν ένα δυσμενές σενάριο, ενώ οι μικρότερες επιχειρήσεις παραμένουν πιο ευάλωτες σε πιέσεις από το κόστος χρηματοδότησης και τη ζήτηση.
Αντίστοιχα, τα νοικοκυριά με περιορισμένες αποταμιεύσεις έκτακτης ανάγκης θα μπορούσαν να πιεστούν περισσότερο σε περίπτωση μείωσης του πραγματικού εισοδήματος ή αυστηρότερων όρων χρηματοδότησης.
Για τις τράπεζες, η επισήμανση αυτή έχει πρακτική σημασία, καθώς η πιστωτική επέκταση δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο στις μεγάλες επιχειρήσεις, αλλά χρειάζεται να ανοίξει σταδιακά και προς μικρότερες επιχειρήσεις και νοικοκυριά, χωρίς όμως να υπάρξει χαλάρωση των πιστοδοτικών κριτηρίων που θα μπορούσε να δημιουργήσει νέες ανισορροπίες.
Το ιδιωτικό χρέος έφυγε από τις τράπεζες, όχι από την οικονομία
Παρά την πρόοδο στην εξυγίανση των τραπεζικών ισολογισμών, το ΔΝΤ υπενθυμίζει ότι η διαχείριση του παλαιού προβληματικού χρέους παραμένει κρίσιμο ζήτημα για την οικονομία, καθώς η μείωση των NPLs στις τράπεζες επιτεύχθηκε σε μεγάλο βαθμό μέσω τιτλοποιήσεων και πωλήσεων δανείων, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το ιδιωτικό χρέος έχει πλήρως επιλυθεί.
Σύμφωνα με την έκθεση, προβληματικό χρέος περίπου 30% του ΑΕΠ εξακολουθεί να βρίσκεται υπό ανάκτηση από εταιρείες διαχείρισης πιστώσεων, γεγονός που κρατά ένα σημαντικό βάρος στην πραγματική οικονομία και επηρεάζει επιχειρήσεις, νοικοκυριά, επενδύσεις και τελικά τη δυνατότητα ουσιαστικής πιστωτικής επέκτασης.
Σε αυτό το πλαίσιο, το Ταμείο ζητά ενίσχυση της εποπτείας των servicers, με τακτικά επικαιροποιημένα επιχειρηματικά σχέδια, ετήσιες εκθέσεις επίδοσης και αξιολόγηση της διακυβέρνησης και της επιχειρησιακής τους ικανότητας να διαχειρίζονται μεγάλους όγκους μη εξυπηρετούμενων δανείων, δείχνοντας ότι η χρηματοπιστωτική σταθερότητα δεν εξαρτάται πλέον μόνο από τις τράπεζες, αλλά και από το πώς λειτουργεί συνολικά το οικοσύστημα διαχείρισης του ιδιωτικού χρέους.
Η ποιότητα των κεφαλαίων παραμένει ζητούμενο για τις τράπεζες
Παρά την ισχυρή εικόνα των κεφαλαιακών δεικτών, το ΔΝΤ επισημαίνει ότι η ποιότητα των τραπεζικών κεφαλαίων παραμένει ζήτημα που χρειάζεται προσοχή, καθώς οι αναβαλλόμενες φορολογικές πιστώσεις εξακολουθούσαν να αντιπροσωπεύουν το 44,5% του CET1 στο δεύτερο τρίμηνο του 2025.
Η υψηλή συμμετοχή των DTCs περιορίζει την ποιότητα της κεφαλαιακής βάσης και διατηρεί έναν βαθμό διασύνδεσης ανάμεσα στο κράτος και τις τράπεζες, τον οποίο το Ταμείο θεωρεί σημαντικό να μειωθεί σταδιακά.
Σε αυτή την κατεύθυνση, οι τέσσερις σημαντικές τράπεζες έχουν υιοθετήσει εθελοντικό σχήμα επιταχυνόμενης απόσβεσης των DTCs, συνδεδεμένο με τις ετήσιες διανομές μερισμάτων, με τις τρέχουσες προβολές να δείχνουν πλήρη απόσβεση την περίοδο 2031-2033, αντί του 2041 που προβλέπει το νόμιμο χρονοδιάγραμμα.
Το ΔΝΤ εκτιμά ότι η αποτύπωση αυτής της ταχύτερης απόσβεσης στο ελληνικό δίκαιο θα ενίσχυε την ποιότητα των κεφαλαίων και θα περιόριζε περαιτέρω τη διασύνδεση κράτους και τραπεζών, μια σχέση που στην προηγούμενη κρίση λειτούργησε ως κανάλι μετάδοσης κινδύνου και εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την ανθεκτικότητα του συστήματος.
Προληπτική θωράκιση με το βλέμμα στη στεγαστική πίστη
Το ΔΝΤ αναγνωρίζει ότι η Τράπεζα της Ελλάδος έχει κινηθεί προληπτικά στη μακροπροληπτική πολιτική, με την αύξηση του αντικυκλικού κεφαλαιακού αποθέματος κατά 25 μονάδες βάσης, στο θετικό ουδέτερο επίπεδο του 0,5%, με ισχύ από τον Οκτώβριο του 2026, αλλά και με την εφαρμογή, από τον Ιανουάριο του 2025, μέτρων για τους δανειολήπτες που θέτουν όρια στους δείκτες εξυπηρέτησης χρέους προς εισόδημα και δανείου προς αξία.
Παρότι η στεγαστική πίστη δεν εμφανίζει ακόμη ενδείξεις υπερθέρμανσης, η αγορά κατοικίας παραμένει πεδίο αυξημένης προσοχής, καθώς οι τιμές των κατοικιών αυξήθηκαν κατά 7,75% το 2025, με τη σωρευτική άνοδο από το 2016 να ξεπερνά το 85% και να υπερβαίνει την αύξηση των εισοδημάτων, ενώ τα ενοίκια αυξήθηκαν επίσης κατά 10% το 2025.
Για τις τράπεζες, η εικόνα αυτή σημαίνει ότι η επιστροφή της στεγαστικής πίστης πρέπει να γίνει με προσεκτικά κριτήρια, καθώς η ζήτηση για κατοικία ενισχύεται, αλλά το κόστος στέγασης παραμένει υψηλό, ιδίως για χαμηλότερα εισοδήματα, ενοικιαστές και νεότερα νοικοκυριά, καθιστώντας απαραίτητη τη συνεχή παρακολούθηση της πιστωτικής επέκτασης ώστε να μη δημιουργηθούν νέες πιέσεις στην αγορά.
Η δημοσιονομική ανθεκτικότητα στηρίζει το τραπεζικό σύστημα
Η βελτιωμένη εικόνα των τραπεζών συνδέεται και με τη δημοσιονομική πορεία της χώρας, καθώς η σημαντική μείωση του δημόσιου χρέους, από 210% του ΑΕΠ το 2020 σε 146,6% το 2025, έχει περιορίσει τον κίνδυνο χώρας και έχει ενισχύσει το συνολικό περιβάλλον εμπιστοσύνης.
Σύμφωνα με το ΔΝΤ, καθοριστικό ρόλο σε αυτή την αποκλιμάκωση είχαν η ισχυρή φορολογική επίδοση, οι παρεμβάσεις κατά της φοροδιαφυγής και η διατήρηση πρωτογενών πλεονασμάτων, στοιχεία που δημιουργούν πιο σταθερό υπόβαθρο και για το τραπεζικό σύστημα.
Η δημοσιονομική σταθερότητα βελτιώνει τις συνθήκες χρηματοδότησης και στηρίζει την εμπιστοσύνη στην οικονομία, ωστόσο το Ταμείο επισημαίνει ότι τα μέτρα για την αντιμετώπιση των υψηλών ενεργειακών τιμών πρέπει να παραμείνουν προσωρινά και στοχευμένα, ώστε να μη διαταραχθεί η πορεία μείωσης του χρέους.
Το επόμενο τεστ για την τραπεζική ανάκαμψη
Το συμπέρασμα της έκθεσης είναι ότι το ελληνικό τραπεζικό σύστημα βρίσκεται σήμερα σε σαφώς καλύτερη θέση από ό,τι στο παρελθόν, με ισχυρότερους ισολογισμούς, υψηλότερη κερδοφορία, χαμηλά NPLs, επαρκή κεφάλαια και ισχυρή ρευστότητα, ενώ τα stress tests επιβεβαιώνουν ότι οι τράπεζες μπορούν να απορροφήσουν ζημίες ακόμη και σε δυσμενή σενάρια.
Η επόμενη φάση, ωστόσο, είναι πιο απαιτητική, καθώς οι βασικοί κίνδυνοι δεν προέρχονται πλέον κυρίως από τα κόκκινα δάνεια που βρίσκονται στους τραπεζικούς ισολογισμούς, αλλά από τη συγκέντρωση των χορηγήσεων, το μεγάλο απόθεμα ιδιωτικού χρέους που διαχειρίζονται οι servicers, την ποιότητα των κεφαλαίων και την ανάγκη να διευρυνθεί η χρηματοδότηση προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις και νοικοκυριά χωρίς χαλάρωση των πιστοδοτικών κριτηρίων.
Το ΔΝΤ, επομένως, δεν αμφισβητεί την τραπεζική ανάκαμψη της Ελλάδας, αλλά επισημαίνει ότι η ανθεκτικότητα του συστήματος θα κριθεί πλέον από την ικανότητά του να προλαμβάνει τους επόμενους κινδύνους πριν αυτοί εμφανιστούν στους ισολογισμούς.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σχόλια
Δεν βρέθηκαν σχόλια γι'αυτό το άρθρο.
Γίνε ο πρώτος που θα σχολιάσει το άρθρο χρησιμοποιώντας την παρακάτω φόρμα