
Η παραγωγική ανασυγκρότηση δεν μπορεί να έρθει απλώς και μόνο από τις «δυνάμεις της αγοράς». Όχι γιατί δεν είναι απαραίτητη η δημιουργικότητα και η διάθεση ανάληψης ρίσκου που εμπεριέχεται στην έννοια της επιχειρηματικότητας, αλλά γιατί χρειάζεται στρατηγικό όραμα και πρωτίστως πόροι που δεν μπορεί να τους έχει μία μεμονωμένη επιχείρηση.
Αυτό δίνει ιδιαίτερη σημασία στον ρόλο που οφείλει να παίξει το κράτος. Ένα κράτος που σε αντίθεση με το κακόφημο «επιτελικό κράτος» του Κυριάκου Μητσοτάκη, που κυρίως συντόνισε τη διασπάθιση πόρων, την εύνοια προς «ημετέρους» και την υπονόμευση του κράτους δικαίου, θα λειτουργεί πραγματικά ως το επιτελείο για μια νέα αναπτυξιακή πορεία της χώρας.
Ο ρόλος του κράτους μπορεί να είναι ιδιαίτερα σημαντικός, όχι μόνο γιατί διαχειρίζεται τη δημόσια και ευρωπαϊκή δαπάνη, αλλά και γιατί διαμορφώνει θεσμικό πλαίσιο, αποφασίζει για τον χωροταξικό καταμερισμό δραστηριοτήτων, επιλέγει ποιες υποδομές αποτελούν προτεραιότητα, και έχει τη συνολική γνώση της κατάστασης της οικονομίας ώστε να μπορεί να χαράξει στρατηγική.
Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό ιδίως σε μια χώρα που πρέπει επιτέλους να αποκτήσει βιομηχανική πολιτική. Δηλαδή, ένα μεσοπρόθεσμο σχέδιο για την ανάπτυξη κλάδων υψηλής προστιθέμενης αξίας, ένα σχέδιο που πρέπει να καταρτιστεί με βάση παραγωγικές δυνατότητες και ανάγκες και όχι με βάση την απλή συγκόλληση των ιδιωτικών επιδιώξεων των όποιων επενδυτών. Αυτό είναι κάτι πολύ διαφορετικό από αυτό που γίνεται σήμερα όπου όλη η σχεδίαση της πολιτικής επενδύσεων και όλη η κατανομή της ευρωπαϊκής και δημόσιας επενδυτικής δαπάνης γίνεται κυρίως με βάση το ποια επιχειρηματικά συμφέροντα πρέπει να εξυπηρετηθούν.
Όμως, για να υπάρξει βιομηχανική πολιτική χρειάζονται και πόροι. Αυτό αφορά πρωτίστως τη δημόσια δαπάνη, γιατί σε αυτή υπάρχει η μεγαλύτερη ευελιξία ως προς την άσκηση πολιτικής. Γι’ αυτό τον λόγο και στη διεθνή συζήτηση δίνεται μεγάλη σημασία στον ρόλο που μπορούν να παίξουν κρατικά επενδυτικά ταμεία, ακριβώς γιατί αυτά μπορούν με αφετηρία τη δημόσια δαπάνη, αλλά και τη δυνατότητα μόχλευσης που προσφέρουν, να αποτελέσουν ιδιαίτερα αποτελεσματικό εργαλείο για τη χρηματοδότηση στοχευμένων επενδύσεων. Σε συνδυασμό με την αξιοποίηση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων αλλά και των ευρωπαϊκών προγραμμάτων δίνουν πολύ μεγάλες δυνατότητες παρέμβασης εάν υπάρχει το σχέδιο και η πολιτική βούληση.
Από που, όμως, μπορούν να βρεθούν επιπλέον πόροι. Προφανώς και αυτό αφορά τη φορολογία. Όμως, αυτή δεν μπορεί να ακολουθήσει την πεπατημένη, που σημαίνει μια έμμεση φορολογία που κυρίως αυξάνει το κόστος ζωής των φτωχότερων στρωμάτων και μια άμεση φορολογία, που εξακολουθεί να τιμωρεί τη μεσαία τάξη. Την ίδια ώρα υπάρχουν όρια στη φορολόγηση των επιχειρηματικών κερδών, ακριβώς γιατί πρέπει να υπάρχουν ισχυρά κίνητρα για επανεπένδυση. Από την άλλη, δεν αρκεί η απλή επένδυση στην ανάπτυξη, ως οικονομική μεγέθυνση που ταυτόχρονα θα φέρει και αυξημένα έσοδα.
Αυτό που χρειάζεται είναι η φορολόγηση του μεγάλου πλούτου. Αυτή είναι μια συζήτηση που δεν γίνεται μόνο στη χώρα μας αλλά και παγκοσμίως. Ο λόγος είναι ότι αυτή τη στιγμή έχουμε μια πολύ μεγάλη ένταση της ανισότητας του πλούτου παγκοσμίως, αλλά και στη χώρα μας. Μάλιστα, ένα από τα προβλήματα που αντιμετωπίζει οποιοσδήποτε προσπαθεί να χαράξει φορολογική πολιτική σε αναπτυγμένη οικονομία είναι ότι ένα μεγάλο μέρος των εισοδημάτων των ανώτερων πλούσιων στρωμάτων δεν μπορεί να φορολογηθεί, αλλά καταλήγει να σωρεύεται ως πλούτος, με διάφορες μορφές. Την ίδια στιγμή το μέγεθος αυτού του σωρευμένου πλούτου είναι τέτοιο ώστε ακόμη και μια πολύ χαμηλή φορολόγησή του, στο ύψος του 1%, μπορεί να εξασφαλίσει σημαντικούς πόρους.
Δηλαδή, με μια φορολόγηση που είναι όντως σε μια κλίμακα του «δεν θα τους λείψει», μπορούμε να έχουμε μια κρίσιμη αύξηση της δημόσιας δαπάνης που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας. Και υπογραμμίζω αυτή τη διάσταση γιατί το θέμα δεν είναι απλώς να «τα πάρεις από τους πλούσιους» για να τα «δώσεις στους φτωχούς», αλλά να εξασφαλίσεις δημόσια δαπάνη που θα γίνει παραγωγική επένδυση που θα δημιουργήσει καλοπληρωμένες θέσεις εργασίας και θα συμβάλει στην οικονομική ανάπτυξη (αλλά και στην άνοδο των φορολογικών εσόδων).
Γι’ αυτό και έχουν σημασία προτάσεις όπως η Πατριωτική Εισφορά που έχουν κάνει η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη και ο Αλέξης Τσίπρας, ιδίως σε συνδυασμό με την πρόταση για ένα Εθνικό Ταμείο Σύγκλισης ως κρίσιμο εργαλείο άσκησης βιομηχανικής πολιτικής. Προτάσεις που στηρίζονται και σε μια αρκετά προσεκτική προεργασία πάνω στο πώς θα μπορούσε να καταγραφεί ο μεγάλος πλούτος ώστε στη συνέχεια να φορολογηθεί, που είναι γνωστό ότι αποτελεί και τη βασική δυσκολία σε σχέση με τέτοιες προτάσεις.
Υπό κανονικές συνθήκες τέτοιες προτάσεις θα έπρεπε να είναι από καιρό τμήμα της δημόσιας συζήτησης και να υπάρχει και διακομματική συναίνεση γύρω από αυτές. Όμως, αυτό δεν ισχύει σε μια χώρα όπου τα στελέχη της κυβερνητικής παράταξης φέρονται ως εάν να πρόκειται να επέλθει η καταστροφή του σύμπαντος, εάν φορολογείτο στο 1% ο μεγάλος πλούτος, ή επιλέγουν συνειδητές στατιστικές λαθροχειρίες, συγχέοντας πλούτο και δηλωθέντα εισοδήματα, όπως έκανε ο ειδικός στις αριθμητικές αλχημείες Άκης Σκέρτσος.
Και αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό. Έχω ξαναγράψει ότι έχουμε μια κυβέρνηση που αρνείται ακόμη και να εκστομίσει τη φράση «κοινωνική δικαιοσύνη» και θεωρεί ότι είναι φυσιολογικές οι ανισότητες, καθώς εάν έχουμε ανάπτυξη «κάτι θα περισσέψει και για τους φτωχούς». Όμως, εδώ έχουμε κάτι διαφορετικό: έχουμε μια κυβέρνηση που αρνείται οποιοδήποτε ενδεχόμενο να συνεισφέρει και ο μεγάλος πλούτος στην παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, καθώς ούτως ή άλλως θεωρεί ότι η ανασυγκρότηση θα έρθει «από μόνη της» μέσα από τις «αυθόρμητες τάσεις των αγορών». Μια κυβέρνηση που θεωρεί ότι έτσι προωθεί αποτελεσματικότερα τα συμφέροντα των «δυνάμεων της αγοράς», παραβλέποντας ότι στην ιστορία του καπιταλισμού ήταν συχνά οι πολιτικές πρωτοβουλίες και οι αποφασιστικές παρεμβάσεις των κρατών που οδήγησαν στην έξοδο από συγκυρίες σοβαρής οικονομικής κρίσης, και γι’ αυτό τον λόγο η υγιής επιχειρηματικότητα, ακριβώς επειδή την ενδιαφέρει η επένδυση και όχι η απλή συσσώρευση πλούτου, στην πραγματικότητα κανένα πρόβλημα δεν θα είχε με ένα μέτρο σαν την Πατριωτική Εισφορά.
Όλα αυτά απλώς επιβεβαιώνουν ότι σήμερα η συζήτηση για το αύριο της χώρας και μια οικονομική πολιτική που να ανταποκρίνεται σε πραγματικές κοινωνικές ανάγκες δεν μπορεί να γίνει με τους όρους που οδήγησαν στη χαμένη επταετία 2019-2026, αλλά με αφετηρία τα εργαλεία που θα επιτρέψουν στη χώρα να ξεφύγει από το ευρωπαϊκό περιθώριο στο οποίο ολοένα και περισσότερο σπρώχνεται. Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σχόλια
Δεν βρέθηκαν σχόλια γι'αυτό το άρθρο.
Γίνε ο πρώτος που θα σχολιάσει το άρθρο χρησιμοποιώντας την παρακάτω φόρμα