
Οι οικονομολόγοι που συμμετείχαν σε έρευνα του Bloomberg εκτιμούν σε συντριπτική πλειοψηφία ότι η ΕΚΤ θα προχωρήσει την επόμενη Πέμπτη σε αύξηση του επιτοκίου καταθέσεων κατά 25 μονάδες βάσης, στο 2,5%.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι τι θα ακολουθήσει.
Η βασική εκτίμηση των οικονομολόγων είναι ότι το επιτόκιο θα παραμείνει στο 2,5% έως και το 2027, ενώ οι αγορές αναμένουν περίπου τρεις ακόμη αυξήσεις έως τα μέσα του επόμενου έτους.
Το χάσμα μεταξύ οικονομολόγων και αγορών
Η απόσταση ανάμεσα στις εκτιμήσεις των οικονομολόγων και στις προσδοκίες των επενδυτών αναδεικνύει τη δυσκολία της ΕΚΤ να χαράξει τη νομισματική πολιτική της.
Η αναζωπύρωση των συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή έχει προκαλέσει νέα αναστάτωση στις ενεργειακές αγορές, με τις τιμές του πετρελαίου να κατευθύνονται και πάλι προς τα 100 δολάρια το βαρέλι, ενώ το φυσικό αέριο καταγράφει έντονη άνοδο, επιστρέφοντας σε επίπεδα που είχαν να εμφανιστούν από το 2023.
Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί έναν νέο κίνδυνο για τον πληθωρισμό, ακόμη και αν μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ότι οι υψηλές τιμές έχουν παγιωθεί στις μεσοπρόθεσμες πληθωριστικές προσδοκίες.
«Η ΕΚΤ είναι πιθανό να παρουσιάσει μια αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης ως ένα αναγκαίο βήμα», δήλωσε ο Ken Egan, διευθυντής της Kroll Bond Rating Agency Europe, σύμφωνα με το Bloomberg. Ωστόσο, σύμφωνα με τον ίδιο, η κεντρική τράπεζα πιθανότατα δεν θα προετοιμάσει τις αγορές για νέα αύξηση, επιμένοντας στην εξάρτηση από τα οικονομικά δεδομένα, στις σταθερές πληθωριστικές προσδοκίες και στην περιορισμένη αύξηση των μισθών.
Ο φόβος για δεύτερο κύμα πληθωρισμού
Μέχρι στιγμής, οι ενδείξεις από την πραγματική οικονομία παραμένουν σχετικά καθησυχαστικές. Σχεδόν κανένας από τους οικονομολόγους της έρευνας δεν εντοπίζει στοιχεία που να δείχνουν ότι οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά προετοιμάζονται για σημαντικά ισχυρότερες πληθωριστικές πιέσεις.
Παράλληλα, η πλειονότητα εμφανίζεται ελαφρώς ανήσυχη για τις δευτερογενείς επιπτώσεις, όπως για παράδειγμα την επίδραση των υψηλότερων τιμών στους μισθούς.
Παρότι οι αξιωματούχοι της ΕΚΤ συμφωνούν σε μεγάλο βαθμό ότι ο πληθωρισμός, ο οποίος βρίσκεται σε υψηλό τριών ετών, δεν έχει μέχρι στιγμής μεταβάλει τις μεσομακροπρόθεσμες προσδοκίες ούτε έχει επηρεάσει σημαντικά τις μισθολογικές απαιτήσεις, ο κίνδυνος παραμένει.
Η εκτελεστική διευθύντρια της ΕΚΤ, Isabel Schnabel, έχει χαρακτηρίσει «κρίσιμο» τον έγκαιρο περιορισμό των λεγόμενων δευτερογενών επιπτώσεων, πριν αυτές καταστήσουν αναγκαία μια πιο επιθετική αντίδραση της νομισματικής πολιτικής.
Δεν αποκλείονται νέες αυξήσεις
Παρά την κυρίαρχη εκτίμηση ότι η επόμενη αύξηση μπορεί να είναι η τελευταία, ορισμένοι αξιωματούχοι της ΕΚΤ κρατούν ανοιχτό το ενδεχόμενο συνέχισης της σύσφιξης.
Ο Gediminas Simkus, πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Κεντρικής Τράπεζας της Λιθουανίας και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ εκτιμά ότι μια αύξηση την επόμενη εβδομάδα «δεν θα είναι αρκετή», ενώ ο διοικητής της κεντρικής τράπεζας της Βουλγαρίας Dimitar Radev θεωρεί ότι τόσο η συνεδρίαση του Σεπτεμβρίου όσο και εκείνη του Δεκεμβρίου θα αφήσουν ανοιχτό το ενδεχόμενο νέας αύξησης του κόστους δανεισμού.
Από την άλλη πλευρά, η Ulrike Kastens, senior economist της DWS International, εκτιμά ότι η ΕΚΤ είναι απίθανο να δώσει σήμα για νέες αυξήσεις τους επόμενους μήνες. Ωστόσο, εκτιμά ότι οι κίνδυνοι για την επόμενη κίνηση της ΕΚΤ παραμένουν, καθώς το ενδεχόμενο νέας ανόδου των επιτοκίων θεωρείται πιθανότερο από μια μείωση.
Η οικονομία αντέχει τα υψηλότερα επιτόκια
Ένα ακόμη στοιχείο που θα συνυπολογίσει η ΕΚΤ είναι η ανθεκτικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Η οικονομική δραστηριότητα αποδείχθηκε ισχυρότερη των αρχικών εκτιμήσεων κατά το δεύτερο τρίμηνο, ενώ οι έρευνες μεταξύ των επιχειρήσεων δείχνουν ότι η δυναμική παραμένει σχετικά ισχυρή και στο επόμενο διάστημα.
Οι οικονομολόγοι αναμένουν μάλιστα ανοδική αναθεώρηση της πρόβλεψης της ΕΚΤ για την ανάπτυξη το 2026, ενώ εκτιμούν ότι οι μεσοπρόθεσμες προβλέψεις για την ανάπτυξη και τον πληθωρισμό θα παραμείνουν σε γενικές γραμμές αμετάβλητες.
Σε περίπτωση που το επιτόκιο καταθέσεων φτάσει στο 2,5%, περισσότερο από τα τρία τέταρτα των συμμετεχόντων στην έρευνα θεωρούν ότι θα βρίσκεται ήδη κάπως πάνω από το επίπεδο που χαρακτηρίζεται «ουδέτερο» για την οικονομία, δηλαδή σε επίπεδο που είναι πιθανότερο να περιορίζει την οικονομική δραστηριότητα.
Oι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή
Το μεγάλο ερωτηματικό, ωστόσο, βρίσκεται εκτός Ευρώπης. Η εξέλιξη της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή θα μπορούσε να καθορίσει σε μεγάλο βαθμό τις επόμενες αποφάσεις της ΕΚΤ.
Οι ΗΠΑ και το Ιράν έχουν επιστρέψει στις εχθροπραξίες για τον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ, αυξάνοντας τον κίνδυνο μιας παρατεταμένης διαταραχής στις ροές ενέργειας.
«Τα Στενά του Ορμούζ έχουν γίνει ο παράγοντας που θα καθορίσει τις μελλοντικές αποφάσεις της ΕΚΤ», εκτιμά ο Dennis Shen, λέκτορας στο TU Berlin’s International School of Management.
Όπως εξηγεί, μια προσωρινή ενεργειακή διαταραχή μπορεί να αντιμετωπιστεί από την ΕΚΤ χωρίς να οδηγήσει σε αλλαγή της νομισματικής πολιτικής. Μια παρατεταμένη όμως άνοδος των τιμών ενέργειας θα μπορούσε να μετατρέψει το ενεργειακό σοκ σε ευρύτερο πρόβλημα πληθωρισμού, περιπλέκοντας σημαντικά το έργο της κεντρικής τράπεζας.
Έτσι, η συνεδρίαση της επόμενης εβδομάδας ενδέχεται να σηματοδοτήσει όχι μόνο την επόμενη αύξηση επιτοκίων, αλλά και το κρίσιμο μήνυμα της ΕΚΤ για το αν ο κύκλος αυξήσεων πλησιάζει οριστικά στο τέλος του.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σχόλια
Δεν βρέθηκαν σχόλια γι'αυτό το άρθρο.
Γίνε ο πρώτος που θα σχολιάσει το άρθρο χρησιμοποιώντας την παρακάτω φόρμα