Τρίτη 5 Μαΐου 2026

Όταν μια κυβέρνηση έχει εξαντλήσει κάθε νομιμοποίηση, το μόνο που απομένει είναι αντιθεσμικά παιχνίδια

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι στη χώρα μας αυτή τη στιγμή διαμορφώνονται δύο παράλληλα σύμπαντα στη δημόσια σφαίρα.
Από τη μια, έχουμε το σύμπαν που αφορά το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής κοινωνίας, τα κόμματα της προοδευτικής αντιπολίτευσης, τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και ορισμένα μέσα ενημέρωσης που αρνούνται να γίνουν μηχανισμοί κακής προπαγάνδας.
Σε αυτό το Σύμπαν υπάρχουν όλα τα σοβαρά προβλήματα της οικονομίας, όλες οι υπαρκτές ανισότητες, η στεγαστική κρίση, η έκρηξη της ακρίβειας, το άγχος για το μέλλον. Υπάρχει ακόμη η οδυνηρή διαπίστωση ότι η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη και της Νέας Δημοκρατίας έχει επιδοθεί σε μια συστηματική θεσμική παραβατικότητα και έχει καταστήσει τη διαφθορά ενδημικό φαινόμενο, κάτι που φαίνεται και στις αλλεπάλληλες δικογραφίες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Και βέβαια σε αυτό το σύμπαν υπάρχει η επίγνωση ότι η Νέα Δημοκρατία σήμερα εκφράζει μια συμπαγή αλλά σαφώς μειοψηφική εκλογική βάση, πολύ κάτω από κάθε κατώφλι αυτοδυναμίας. Δηλαδή, είναι μια κυβέρνηση σε αποδρομή.
Στο άλλον σύμπαν, η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας εμφανίζεται παντοδύναμη, «δημοσκοπήσεις» εμφανίζονται από το πουθενά που την εμφανίζουν να ανακάμπτει και να έχει προοπτικές νίκης, τα σκάνδαλα είναι προσπάθειες «ξένων παραγόντων» να υπονομεύσουν την κυβέρνηση και το έργο της, και εφόσον θεσμοί, όπως η δικαιοσύνη στο ανώτερο επίπεδο, βγάζουν διατάξεις που επιβεβαιώνουν το κυβερνητικό αφήγημα, όλα λειτουργούν «κανονικά».
Προφανώς το να υπάρχουν δύο παράλληλα σύμπαντα στη δημόσια σφαίρα, δηλαδή να μην υπάρχει πραγματική συμβατότητα ανάμεσα στους πολιτικούς λόγους των βασικών πόλων της πολιτικής αντιπαράθεσης δεν είναι ένα σπάνιο φαινόμενο. Προκύπτει συχνά από την ιδεολογική πόλωση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν παύει να είναι ένα σοβαρό πρόβλημα, πρώτα από όλα γιατί υπονομεύει κάθε δυνατότητα ουσιαστικού διαλόγου.
Μόνο που στην περίπτωση της χώρας μας έχουμε να κάνουμε με μια δομική ασυμμετρία ανάμεσα στα δύο σύμπαντα. Και αυτό γιατί η κυβέρνηση δεν μένει απλώς στην άρθρωση ενός εμφανώς διαψευδόμενου από την πραγματικότητα «αφηγήματος». Προσπαθεί ταυτόχρονα να το κάνει πράξη μέσα από τον έλεγχο που ασκεί στους θεσμούς.
Γιατί όταν η κυβέρνηση για παράδειγμα απορρίπτει το ενδεχόμενο μιας προανακριτικής επιτροπής για εμπλεκόμενους υπουργούς στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, δεν διατυπώνει απλώς μια άποψη. Εργαλειοποιεί τους θεσμούς ώστε να εξασφαλίσει ατιμωρησία για την παραβατικότητα των δικών της στελεχών.
Αντίστοιχα, όταν η κυβέρνηση προσπαθεί να αποφύγει τη συγκρότηση Εξεταστικής Επιτροπής της Βουλής, επικαλούμενη ότι δήθεν χρειάζεται απόλυτη πλειοψηφία γιατί είναι θέμα «εθνικής άμυνας», δεν διατυπώνει απλά τη δική της θέση για τα γεγονότα, αλλά προσπαθεί να ανακόψει κάθε δυνατότητα αυτή η ανοιχτή πληγή στο σώμα της δημοκρατίας να εξεταστεί από τη Βουλή, παρά τον τεράστιο όγκο στοιχείων που έχει έρθει στο φως μετά την εκδίκαση της υπόθεσης στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο. Δηλαδή για να συγκαλύψει τις τεράστιες δικές της πολιτικές ευθύνες (και ενδεχομένως ποινικές ευθύνες στελεχών της) αρνείται ουσιαστικά να διερευνηθεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο αυτή η υπόθεση. Το ίδιο κάνει μια εμφανώς χειραγωγημένη δικαιοσύνη που σπεύδει για παράδειγμα να αρχειοθετήσει την υπόθεση των υποκλοπών, αρνούμενη να δει αυτό ακριβώς που είναι μπροστά στα μάτια της: το γεγονός δηλαδή ότι πρώτα μέσω ΕΥΠ και μετά μέσω του παράνομου κατασκοπευτικού λογισμικού Predator το Μέγαρο Μαξίμου, δηλαδή ο μηχανισμός του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη παρακολουθούσε υπουργούς, δικαστικούς, αξιωματικούς, πολιτικούς, επιχειρηματίες και δημοσιογράφους.
Και εδώ είναι που αρχίζουν τα σοβαρά προβλήματα για την ίδια τη δημοκρατία στη χώρα. Γιατί το πρόβλημα δεν είναι ότι Νέα Δημοκρατία αναπαράγει το δικό της αφήγημα. Το πρόβλημα είναι ότι βάζει πρωτοφανή εμπόδια στο να κάνουν οι θεσμοί τη δουλειά τους. Δεν βγάζει απλώς ανακοινώσεις, ούτε οι υπουργοί και τα στελέχη τους απλώς κάνουν δηλώσεις μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες που αρνούνται κάθε ανάληψη ευθύνης. Ακυρώνει ταυτόχρονα κρίσιμες θεσμικές λειτουργίες, που είναι αναντικατάστατες για τη δημοκρατία. Από τη μια γιατί δεν αφήνει τη δικαιοσύνη να κάνει τη δουλειά της. Από την άλλη γιατί ακυρώνει τη δυνατότητα της Βουλής να εξετάζει σοβαρές υποθέσεις.
Με αποτέλεσμα το στίγμα που απομένει να είναι αυτό της εξασφαλισμένης ατιμωρησίας και της ιδιότυπης ασυλίας που μπορεί να κερδίσει όποιος ελέγχει πραγματικά τους «αρμούς της εξουσίας».
Καταλαβαίνω ότι στην κυβέρνηση αυτή τη στιγμή κυριαρχεί μια ιδιότυπη αυταρέσκεια. Ως εάν να πιστεύουν ότι θα μπορέσουν να πάνε έτσι μέχρι τέλους και να εκβιάσουν την παραμονή τους στην εξουσία.
Μόνο που ευτυχώς έχουμε ακόμη δημοκρατία και η λαϊκή ετυμηγορία έχει τον τελευταίο λόγο. Και αυτό που δεν καταλαβαίνουν στο παράλληλο φιλοκυβερνητικό σύμπαν είναι ότι η κοινωνία είναι σε θέση να κατανοήσει ότι το κυβερνητικό αφήγημα μπάζει από παντού και ότι αυτό που κάνει η κυβέρνηση είναι ουσιαστικά απλώς να κλιμακώνει τα παιχνίδια με τους θεσμούς σε μια ύστατη προσπάθεια να ανακόψει την αναπότρεπτη πτώση της. Πράγμα που σημαίνει ότι όλοι οι κυβερνητικοί χειρισμοί είναι επί της πολιτικής ουσίας καταδικασμένοι σε αποτυχία.
Ωστόσο, τα αντιθεσμικά παιχνίδια έχουν πάντα κόστος. Γιατί όσο μεγαλύτερη η χειραγώγηση των θεσμών, τόσο μεγαλύτερη η απώλεια εμπιστοσύνης της κοινωνίας σε αυτούς και, κατά συνέπεια τόσο πιο δύσκολη η προσπάθεια να ανακτήσουν το κύρος τους ύστερα από την αναγκαία πολιτική αλλαγή.     Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια
Δεν βρέθηκαν σχόλια γι'αυτό το άρθρο.
Γίνε ο πρώτος που θα σχολιάσει το άρθρο χρησιμοποιώντας την παρακάτω φόρμα