Του Θοδωρή Γιάνναρου 
Ο μπάρμπα Μάρκος, μια σεβάσμια φιγούρα ενός λεβέντη που πέρασε τη ζωή του κυβερνώντας καράβια στους πέντε ωκεανούς, πάντα φοβόταν πως θα μπορούσε να παρεξηγηθεί, αναφερόμενος στις τυπικές, μόνο, θρησκευτικές του συνήθειες... 
 Πάντα, όμως, με στωικότητα το διακινδύνευε...
 Χωρίς καν να μπορεί να το ερμηνεύσει, η Κυριακή είχε πάντα  χαρακτηριστική επίδραση στο συνειδητό και στο υποσυνείδητό του, για τις όποιες θρησκευτικές του εκφάνσεις. 
 Κάθε εβδομάδα ζητούσε την επιβεβαίωση και κάθε βδομάδα ήξερε πως την ελάμβανε, αφιερώνοντας μόνο μερικά λεπτά υποκριτικής και φαρισαϊκής προσευχής μπροστά στις εικόνες των αγίων που πίστευε πως τον προστάτευσαν στο παρελθόν, αλλά και που συνεχίζουν να τον προστατεύουν σήμερα... Κάπου κάπου, όταν προσευχόταν, κάποιο δάκρυ έτρεχε στις αυλακιές του ανάγλυφου του προσώπου του. 
 Προφανώς κορόιδευε τον εαυτό του, όμως αυτήν την κοροϊδία μόνο ο δικός του εαυτός φαινόταν πως την είχε απόλυτα ανάγκη. 
 Ήταν η τυποποιημένη θρησκευτική του δραστηριότητα; 
 Ήταν, μήπως, η εθελοντική του υπέρβασή; Τι ήταν... τι; Δεν ήξερε ο έρμος...