
Η σχεδόν τρίωρη συνέντευξη επιβεβαίωσε ότι η Νέα Δημοκρατία θα προσέλθει στις επόμενες εκλογές με στόχο να είναι πρώτο κόμμα και να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση, ενώ ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα διεκδικήσει εκ νέου την πρωθυπουργία. Ο πρωθυπουργός υποστήριξε ότι η χώρα πρέπει να έχει σταθερή κυβέρνηση την 1η Ιουλίου του 2027, όταν θα αναλάβει την προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Συνεπώς, δεν περιμένει να διαμορφωθεί αργότερα το εκλογικό δίλημμα, το θέτει από τώρα, καθώς μετατρέπει την αυτοδυναμία από εκλογικό στόχο της Νέας Δημοκρατίας σε, κατά την επιχειρηματολογία του, προϋπόθεση πολιτικής σταθερότητας.
Αυτό μεταθέτει τη συζήτηση από το «ποιος θα κερδίσει» στο «ποιος μπορεί να κυβερνήσει». Η αυτοδυναμία αποτέλεσε έτσι τον κεντρικό πολιτικό άξονα της συνέντευξης. Ο πρωθυπουργός υποστήριξε ότι οι αυτοδύναμες κυβερνήσεις είναι καλύτερα εξοπλισμένες για να παίρνουν γρήγορες αποφάσεις σε δύσκολες συγκυρίες, χωρίς να εγκλωβίζονται σε κομματικές διαπραγματεύσεις. Ωστόσο, διευκρίνισε ότι η Νέα Δημοκρατία δεν θεωρεί πως είναι «αναντικατάστατη» και ότι τον τελευταίο λόγο τον έχει ο ελληνικός λαός.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης γνωρίζει ότι η Νέα Δημοκρατία, παρά την πρωτιά της, δεν βρίσκεται σήμερα κοντά στις επιδόσεις του 2019 ή του 2023. Γι’ αυτό επιχειρεί να κάνει την αυτοδυναμία επιλογή ευθύνης για τον πολίτη.
Το δίλημμα της «κυβέρνησης ηττημένων»
Αμέσως μετά ο πρωθυπουργός πέρασε στο δεύτερο σκέλος της στρατηγικής του: τι θα συμβεί εάν η κάλπη δεν οδηγήσει σε αυτοδύναμη κυβέρνηση. Επανέφερε το σενάριο μιας «κυβέρνησης ηττημένων» και υποστήριξε ότι μια σειρά πολιτικών δυνάμεων θα μπορούσαν να οδηγήσουν τη χώρα σε μια ασταθή ή ετερόκλητη κυβερνητική λύση. Το επιχείρημά του ήταν ότι η Ελλάδα, σε ένα δύσκολο διεθνές περιβάλλον, δεν έχει την πολυτέλεια παρατεταμένων διαπραγματεύσεων και πολιτικής αστάθειας.
Έτσι ο πρωθυπουργός επιχείρησε να περιορίσει το ενδεχόμενο της «χαλαρής» ψήφου. Ένα μικρότερο ποσοστό για τη Νέα Δημοκρατία, σύμφωνα με αυτό το αφήγημα, σημαίνει δυσκολία σχηματισμού κυβέρνησης, ατέρμονες διαπραγματεύσεις, πιθανές δεύτερες κάλπες ή μια κυβέρνηση που θα στηρίζεται σε εύθραυστους συμβιβασμούς. Η στρατηγική του απευθύνεται ταυτόχρονα σε δύο ακροατήρια. Στον κεντρώο ψηφοφόρο που μπορεί να έχει απομακρυνθεί από τη Νέα Δημοκρατία λόγω κυβερνητικής φθοράς και στον δεξιό ψηφοφόρο που μπορεί να σκέφτεται διαφορετική εκλογική επιλογή. Και στους δύο λέει ουσιαστικά το ίδιο: πριν αποφασίσεις πού θα δώσεις την ψήφο σου, σκέψου ποια κυβέρνηση θέλεις να υπάρχει την επόμενη ημέρα.
Ο Αλέξης Τσίπρας ως αντίπαλος και το ΠΑΣΟΚ ως κυβερνητική πρόκληση
Ιδιαίτερα σκληρή ήταν η επίθεση Μητσοτάκη στον Αλέξη Τσίπρα. Ο πρωθυπουργός απέρριψε την πολιτική επανεμφάνιση του προκατόχου του, χαρακτηρίζοντας άνευ περιεχομένου το «rebranding» του και υποστηρίζοντας ότι τις προτάσεις του δεν πρόκειται να κληθεί να τις εφαρμόσει ποτέ. Παράλληλα, συνέδεσε τις προτάσεις Τσίπρα με αυτές του ΠΑΣΟΚ, υποστηρίζοντας ότι κινούνται σε μια λογική παροχών χωρίς επαρκή δημοσιονομική βάση.
Ο Μητσοτάκης αντιμετωπίζει πλέον τον Τσίπρα ως δυνητικό παράγοντα αναδιάταξης του πολιτικού σκηνικού και όχι απλώς ως πρώην πρωθυπουργό. Η επαναφορά του στο πολιτικό προσκήνιο μπορεί να διαταράξει τους σημερινούς συσχετισμούς στον χώρο της Κεντροαριστεράς και να δημιουργήσει έναν νέο πόλο απέναντι στη Νέα Δημοκρατία. Το ΠΑΣΟΚ, από την άλλη πλευρά, παραμένει ο θεσμικός αντίπαλος που ο Μητσοτάκης θέλει να αποδυναμώσει ως εναλλακτική κυβερνητική πρόταση, γι’ αυτό η επιχειρηματολογία του δεν περιορίστηκε στην κριτική των θέσεων Ανδρουλάκη, αλλά επιχείρησε να θέσει συνολικά το ερώτημα εάν υπάρχει σήμερα άλλη πολιτική δύναμη που μπορεί να αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας χωρίς να προκαλέσει οικονομική ή πολιτική ανατροπή.
Η Νέα Δημοκρατία θέλει η επόμενη εκλογική αναμέτρηση να μετατραπεί σε σύγκριση κυβερνητικής επάρκειας και όχι σε δημοψήφισμα για την αδιαμφισβήτητη κυβερνητική φθορά.
Το μέτωπο Σαμαρά και η δεξιά αμφισβήτηση
Ιδιαίτερη πολιτική σημασία είχε και η αναφορά Μητσοτάκη στον Α. Σαμαρά. Ο πρωθυπουργός απέκλεισε κάθε περιθώριο συνεννόησης μαζί του, επικαλούμενος κυρίως τις διαφωνίες του στην εξωτερική πολιτική. Είπε χαρακτηριστικά ότι ο Σαμαράς διαθέτει «τεχνογνωσία» στο πώς μπορεί να κάνει κακό στη Νέα Δημοκρατία. Με αυτή τη φράση ο πρωθυπουργός στέλνει μήνυμα σε ολόκληρο το δεξιό ακροατήριο: η εξωτερική πολιτική, η άμυνα και η ευρωπαϊκή πορεία της χώρας αποτελούν για τον ίδιο αδιαπραγμάτευτο πυρήνα της κυβερνητικής στρατηγικής. Ταυτόχρονα, όμως, η δημόσια σύγκρουση με τον πρώην πρωθυπουργό καταδεικνύει ότι η επόμενη εκλογική μάχη μπορεί να διεξαχθεί σε περισσότερα από ένα μέτωπα, καθώς το Μαξίμου αντιμετωπίζει και τον κίνδυνο διαρροών προς τα δεξιά.
Αυτοκριτική χωρίς αμφισβήτηση του συνολικού απολογισμού
Η συνέντευξη είχε και στοιχεία αυτοκριτικής. Ο πρωθυπουργός αναγνώρισε λάθη και παραλείψεις της κυβέρνησης, με χαρακτηριστική αναφορά στον ΟΠΕΚΕΠΕ, την Πανεπιστημιακή Αστυνομία κλπ ενώ υπερασπίστηκε συνολικά τον κυβερνητικό απολογισμό. Η εικόνα που εξέπεμψε ήταν μιας κυβέρνησης που μπορεί να αναγνωρίζει αστοχίες, αλλά ταυτόχρονα έχει παραγάγει μετρήσιμο έργο. Ανάλογη ήταν η στάση του στο κράτος δικαίου, όπου επικαλέστηκε την έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και υποστήριξε ότι η Ελλάδα έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο, θέτοντας το ερώτημα ποιος πρέπει να είναι ο τελικός κριτής: η αντιπολίτευση ή οι ευρωπαϊκοί θεσμοί. Πολιτικά, αυτή η στάση δείχνει ότι ο πρωθυπουργός αναγνωρίζει συγκεκριμένα λάθη, αλλά αρνείται να δεχθεί ότι αυτά συνθέτουν μια γενικευμένη αποτυχία της κυβερνητικής περιόδου. Το μήνυμα προς τους ψηφοφόρους είναι ότι η κυβέρνηση χρειάζεται διόρθωση σε επιμέρους σημεία και όχι πολιτική ανατροπή.
Ακρίβεια, τράπεζες και καθημερινότητα
Στο οικονομικό πεδίο υπερασπίστηκε τη λογική των μέτρων της ΔΕΘ και ειδικά τις αλλαγές στα τεκμήρια για τους ελεύθερους επαγγελματίες. Υποστήριξε ότι η ψηφιοποίηση των φορολογικών ελέγχων και η αύξηση της φορολογικής συμμόρφωσης επιτρέπουν πλέον στο κράτος να περιορίσει οριζόντιες επιβαρύνσεις. Παράλληλα ζήτησε από τις τράπεζες περισσότερη χρηματοδότηση προς τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και μεγαλύτερη πίεση για χαμηλότερες χρεώσεις καθώς η κυβέρνηση έχει να αντιμετωπίσει μια κοινωνία που μπορεί να αναγνωρίζει τη βελτίωση των μακροοικονομικών μεγεθών αλλά εξακολουθεί να βιώνει έντονα την ακρίβεια, το κόστος στέγασης και την πίεση στο διαθέσιμο εισόδημα.
Γι’ αυτό το «μέρισμα της ανάπτυξης» που παρουσίασε ο πρωθυπουργός στη ΔΕΘ είναι μια προσπάθεια μετατροπής των θετικών δημοσιονομικών επιδόσεων σε απτό πολιτικό όφελος για την κυβέρνηση. Ο ίδιος απέρριψε, άλλωστε, την κατηγορία ότι το πακέτο είναι απλώς προεκλογικό, υποστηρίζοντας ότι όσο η οικονομία υπεραποδίδει, το μέρισμα της ανάπτυξης θα επιστρέφεται στους πολίτες.
Δημογραφικό, Υγεία και ψηφιακό κράτος
Το δημογραφικό παρουσιάστηκε ως πρόβλημα που υπερβαίνει τα οικονομικά μέτρα και συνδέεται με βαθύτερες κοινωνικές αλλαγές. Ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε στη στήριξη των οικογενειών, στη στέγαση, στους βρεφονηπιακούς σταθμούς και στις πολιτικές που μπορούν να μειώσουν το κόστος ανατροφής των παιδιών. Στην Υγεία υπερασπίστηκε τις επενδύσεις στο ΕΣΥ, ενώ στον ψηφιακό μετασχηματισμό έδωσε ιδιαίτερο βάρος, χαρακτηρίζοντάς τον επιτυχία που υπερβαίνει τις κομματικές διαχωριστικές γραμμές.
Σε αυτό το πεδίο ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιδίωξε να συνδέσει την τρίτη θητεία όχι μόνο με αυξήσεις εισοδημάτων αλλά με μια διαφορετική λειτουργία του κράτους. Ψηφιακό κράτος, τεχνητή νοημοσύνη, ταχύτερη Δικαιοσύνη, αναβάθμιση της Υγείας, εκπαίδευση και υποδομές αποτελούν την προγραμματική γέφυρα από την άμεση οικονομική ανακούφιση στο μακροπρόθεσμο σχέδιο.
Τουρκία, Κύπρος και γεωπολιτική
Στα εθνικά θέματα, ο πρωθυπουργός την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας- Κύπρου κι υποστήριξε ότι οι διαδικασίες μπορούν να επανεκκινήσουν μέσα σε λίγους μήνες, ενώ τόνισε ότι η Τουρκία δεν έχει νομιμοποίηση να εμποδίσει το έργο, προσθέτοντας ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε συνεννόηση με τη Γαλλία για όλα τα ενδεχόμενα. Δηλαδή, η σταθερότητα που ζητά ο κ.Μητσοτάκης δεν αφορά μόνο στην οικονομία, αλλά και στη δυνατότητα της χώρας να διαχειριστεί τις γεωπολιτικές προκλήσεις, τα ενεργειακά σχέδια και τα εθνικά δικαιώματα. Έτσι εξηγείται το γιατί συνδέει τόσο έντονα την αυτοδυναμία με τη διεθνή συγκυρία. Επιχειρεί να πείσει ότι η επόμενη τετραετία θα είναι περίοδος μεγάλων αποφάσεων και ότι η Ελλάδα χρειάζεται κυβέρνηση με καθαρή εντολή.
Η πολιτική ουσία της ΔΕΘ
Στο τέλος της διήμερης παρουσίας του στη Θεσσαλονίκη, ο Κυριάκος Μητσοτάκης πέτυχε να μεταφέρει το κέντρο βάρους της συζήτησης από την απλή παρουσίαση μέτρων στην πολιτική επιλογή της επόμενης ημέρας. Το οικονομικό πακέτο αποτελεί το πρώτο σκέλος, το σχέδιο για την Ελλάδα του 2030 το δεύτερο. Η αυτοδυναμία είναι το τρίτο και, τελικά, το πολιτικό επιστέγασμα. Ο πρωθυπουργός θέλησε να πείσει ότι η ανάπτυξη, οι φορολογικές ελαφρύνσεις, η αύξηση των εισοδημάτων και οι μεταρρυθμίσεις μπορούν να συνεχιστούν μόνο εφόσον υπάρχει σταθερή κυβέρνηση, αλλά και ότι οι εναλλακτικές λύσεις δεν συνιστούν απλώς διαφορετικές πολιτικές προτάσεις, αλλά διακινδύνευση της κυβερνητικής σταθερότητας. Αυτό είναι το πραγματικό στοίχημα που έθεσε από τη ΔΕΘ, αν η ΝΔ θα μπορέσει να μετατρέψει την πρωτιά σε εντολή διακυβέρνησης.
Γι’ αυτό και η επίθεση στον Αλέξη Τσίπρα, η αντιπαράθεση με το ΠΑΣΟΚ και η σκληρή στάση απέναντι στον Α. Σαμαρά αποτελούν τρεις πλευρές της ίδιας στρατηγικής: Ο πρωθυπουργός θέλει να εμφανιστεί ως ο μοναδικός πολιτικός πόλος γύρω από τον οποίο μπορεί να συγκροτηθεί μια σταθερή κυβερνητική πλειοψηφία. Το ερώτημα, βεβαίως, είναι αν αυτό το επιχείρημα θα πείσει την κοινωνία. Διότι η οικονομική ανάπτυξη και η δημοσιονομική σταθερότητα αποτελούν ισχυρά επιχειρήματα μόνο όταν μεταφράζονται σε πραγματική βελτίωση της καθημερινότητας.
Η πολιτική σταθερότητα αποκτά αξία όταν συνοδεύεται από εμπιστοσύνη. Και η εμπιστοσύνη είναι το πεδίο στο οποίο θα κριθεί αν τελικά υπάρξει τρίτη κυβερνητική θητεία Μητσοτάκη. Η 90ή ΔΕΘ, επομένως, άνοιξε ουσιαστικά την προεκλογική περίοδο. Ο πρωθυπουργός έθεσε το δικό του δίλημμα, παρουσίασε τη δική του απάντηση και όρισε το πεδίο της αναμέτρησης: συνέχεια ή αλλαγή, σταθερή κυβέρνηση ή κυβερνητική αβεβαιότητα, σχέδιο για το 2030 ή πολιτική περιπέτεια. Τώρα η απάντηση περνά στα κόμματα της αντιπολίτευσης και, τελικά, στους πολίτες που θα προσέλθουν στις κάλπες.-
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σχόλια
Δεν βρέθηκαν σχόλια γι'αυτό το άρθρο.
Γίνε ο πρώτος που θα σχολιάσει το άρθρο χρησιμοποιώντας την παρακάτω φόρμα