Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2026

Η δημοκρατική αντιπολίτευση δεν πρέπει να συναινέσει στην προσπάθεια του Μητσοτάκη να εργαλειοποιήσει το Σύνταγμα

Κάποια στιγμή πρέπει να θυμηθούμε τα βασικά. Το Σύνταγμα μιας χώρας είναι το θεμελιώδες πλαίσιο αρχών της. Στο βαθμό που είναι δημοκρατικό και εγγυάται θεμελιώδη δικαιώματα δεν πρέπει να αλλάζει ούτε εύκολα, ούτε συχνά. Πρέπει να προσαρμόζεται στις αλλαγές των καιρών, κυρίως στις νέες απειλές για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες ή στις νέες θεμελιώδεις ανάγκες (και άρα δικαιώματα) που πρέπει να κατοχυρωθούν, όχι όμως να αποτυπώνει συγκυριακές πολιτικές τάσεις.
Να το πω διαφορετικά το Σύνταγμα δεν αφορά τις πολιτικές που θα ακολουθήσει η μία ή η άλλη κυβέρνηση. Αφορά το δημοκρατικό και κοινοβουλευτικό πλαίσιο εντός του οποίου οι πολίτες επιλέγουν κυβέρνηση και την εξουσιοδοτούν να εφαρμόσει τη μία ή την άλλη πολιτική. Γιατί σε τελική ανάλυση οι πολίτες είναι αυτοί που αποφασίζουν εάν θέλουν περισσότερη ή λιγότερη λιτότητα, περισσότερες, λιγότερες ή καθόλου ιδιωτικοποιήσεις, περισσότερη ή λιγότερη αναδιανομή εισοδήματος. Το Σύνταγμα μπορεί να ορίζει θεμελιώδη δικαιώματα, όπως αυτό στην εργασία, στη στέγαση, στην περίθαλψη, μπορεί να βάζει φραγμό στην «απόσυρση» του κράτους από συγκεκριμένους τομείς, μπορεί να ορίζει αναγκαιότητες όπως η προστασία του περιβάλλοντος ή της πολιτιστικής κληρονομιάς, αλλά δεν ορίζει, ούτε πρέπει να ορίζει ποια θα είναι τα μέσα για την επίτευξη αυτών των στόχων.
Αυτή τη στιγμή η Νέα Δημοκρατία δεν ανοίγει μια διαδικασία αναθεώρησης με σκοπό να ενισχύσει δικαιώματα απέναντι σε απειλές ή να εμβαθύνει τη δημοκρατία. Η πρότασή της για τη Συνταγματική Αναθεώρηση είναι ουσιαστικά μια σειρά από προεκλογικές πολιτικές θέσεις της Νέας Δημοκρατίας: Συνταγματική αναγνώριση των ιδιωτικών πανεπιστημίων, κατάργηση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων, αναγωγή της λιτότητας («δημοσιονομικής πειθαρχίας») σε απαραβίαστο συνταγματικό κανόνα, είναι μερικές από τις προτάσεις.
Και εδώ να σημειώσω ότι την ώρα που έχουμε ήδη πρόβλημα με τον τρόπο που η προτεραιότητα του ευρωπαϊκού δικαίου, σε συνδυασμό με τη νεοφιλελεύθερη στροφή της «Ενωμένης Ευρώπης», έχουν υπονομεύσει σημαντικά δικαιώματα, η Νέα Δημοκρατία θέλει όλα αυτά να τα παγιώσει.
Καθαυτές οι προτάσεις είναι θεμιτές για ένα νεοφιλελεύθερο κόμμα όπως η Νέα Δημοκρατία. Που δεν θέλει ενίσχυση του δημοσίου, απεχθάνεται τους εργαζομένους στο δημόσιο και πιστεύει στη λιτότητα και στη λογική, όπως μας θύμισε μια βουλεύτρια της, «το τζάμπα πέθανε». Όμως, αυτά δεν μπορούν να γίνουν και θεμελιώδης απαραβίαστος νόμος του κράτους, γιατί μετά απλώς δεν θα μπορεί να ασκηθεί κάποια άλλη πολιτική, παρά μόνο η δική της. Και ένα καθεστώς όπου οι πολίτες δεν μπορούν να αποφασίσουν στις εκλογές ποια πολιτική θα ασκηθεί, δεν είναι δημοκρατικό.
Έπειτα ακόμη και εάν κάποιος ήθελε να συζητήσει κάποιες από τις προτάσεις της Νέας Δημοκρατίας ή να αξιοποιήσει τη διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης για να συζητήσει αναγκαίες αλλαγές, θα προσέκρουε πάνω στο εξής πρόβλημα. Ότι δεν μπορεί κανείς να εμπιστευτεί μια κυβέρνηση που δεν τηρεί το Σύνταγμα για να κάνει συνταγματική αναθεώρηση. Δηλαδή, πριν αποφασίσουμε να αλλάξουμε το Σύνταγμα που έχουμε, καλό είναι σε πρώτη φάση να το τηρήσουμε.
Γιατί δεν είναι τήρηση του Συντάγματος η επιλεκτική ερμηνεία των όσων προβλέπονται για τις ανεξάρτητες αρχές ώστε με τεχνητό τρόπο να διαμορφωθεί η αναγκαία πλειοψηφία για την πλήρωση των κενών θέσεων στις ανεξάρτητες αρχές.
Δεν είναι τήρηση του Συντάγματος η συναίνεση στη συγκρότηση προανακριτικών επιτροπών, υπό το βάρος της κοινής γνώμης και με σαφή τοποθέτηση ότι θεωρεί αθώες περιστερές τους εμπλεκόμενους υπουργούς, όταν στη συνέχεια αυτές δεν λειτουργούν και η υπόθεση αποστέλλεται στη δικαιοσύνη.
Δεν είναι τήρηση του Συντάγματος η απροθυμία να προσκαλούνται σε εξεταστικές επιτροπές οι μάρτυρες που δεν θέλει η κυβέρνηση.
Δεν είναι τήρηση του Συντάγματος οι άσχετες τροπολογίες, ή ακόμη και η κατάθεση νομοσχεδίων, των λεγόμενων «ερανιστικών», που είναι όλα ένα άθροισμα επιμέρους τροπολογιών.
Δεν είναι επί της ουσίας τήρηση του Συντάγματος ή άρνηση να διερευνηθεί πραγματικά το τεράστιο σκάνδαλο των υποκλοπών.
Δεν είναι τήρηση του Συντάγματος η ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων χωρίς προηγούμενη αναθεώρηση του Συντάγματος.
Όλα αυτά σημαίνουν ότι η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας είναι από όλες τις απόψεις αφερέγγυα να πάρει την πρωτοβουλία για Συνταγματική Αναθεώρηση. Και είναι σαφές ότι σκοπός της είναι να εργαλειοποιήσει τη διαδικασία ενόψει της προεκλογικής εκστρατείας. Να κάνει παντιέρα τις ρυθμίσεις της και μέσω του επικοινωνιακού της μηχανισμού να σφυροκοπήσει κόμματα και πρόσωπα που θα δεν θα θελήσουν να τη στηρίξουν.
Με αυτόν τον τρόπο θα προσπαθήσει να εκβιάσει κόμματα και πολιτικούς της δημοκρατικής αντιπολίτευσης να μπουν στην όλη διαδικασία. Θα τους προσφέρει προφανώς και το δέλεαρ ότι θα συμπεριλάβει και κάποια δική τους πρόταση ή κάποιο άρθρο για το οποίο έχουν επίσης δηλώσει ότι χρειάζεται αναθεώρηση. Δεν πρέπει να «τσιμπήσουν», γιατί πολύ απλά θα έχουν εξυπηρετήσει ένα προεκλογικό σχέδιο και όχι μια εθνική ανάγκη.
Δεν θα πρέπει να δώσουν καμιά συναίνεση σε αυτή την εργαλειοποίηση του Συντάγματος, κάνοντας σαφές ότι πρώτα θα υπάρξει αποκατάσταση του κράτους δικαίου και επί της ουσίας μιας πλήρους λειτουργίας της δημοκρατίας (καθότι υπονομεύεται η δημοκρατία από την αλαζονεία μιας κυβέρνησης που στην κοινωνία είναι μειοψηφική, αλλά παρ’ όλα αυτά συμπεριφέρεται ως να είναι παντοδύναμη, νομοθετώντας με ανάλογο τρόπο), και μετά θα μπορεί να ανοίξει συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος.
Δηλαδή, να πουν ότι δεν θα ψηφίσουν καμία πρόταση της Νέας Δημοκρατίας και να επιμείνουν ότι συνταγματική αναθεώρηση μπορεί μόνο να ξεκινήσει από μια νέα Βουλή που θα αντανακλά όντως τον συσχετισμό μέσα στην ελληνική κοινωνία και μια κυβέρνηση που θα έχει όχι μόνο τυπική αλλά και ουσιαστική νομιμοποίηση, ώστε να μπορεί να κάνει τον αναγκαίο εθνικό διάλογο.
Γνωρίζω ότι η Νέα Δημοκρατία θα προσπαθήσει μια τέτοια στάση να τη στιγματίσει ως αντιθεσμική και θα εγκαλέσει τα κόμματα της δημοκρατικής αντιπολίτευσης ότι δεν θέλουν συναινέσεις. Αντιλαμβάνομαι πως ό,τι έχει απομείνει από το «Ακραίο Κέντρο» θα διαμαρτυρηθεί ιδίως για το ΠΑΣΟΚ, γιατί ούτως ή άλλως το θέλουν ως συμπλήρωμα της ΝΔ. Μπορώ από τώρα να φανταστώ την αρθρογραφία για το πώς η αντιπολίτευση γίνεται «αντισυστημική» και για το πώς «χάνεται μια ευκαιρία» για τη συνταγματική αναθεώρηση.
Όμως, στην κοινωνία όλα αυτά δεν μετράνε. Όταν σε όλες τις δημοσκοπήσεις πάνω από τα δύο τρίτα των ερωτώμενων έχουν αρνητική βαθμολογία για την κυβέρνηση, όταν την κατηγορούν όχι μόνο για την ακρίβεια αλλά και για υπονόμευση των θεσμών και όταν υπάρχει πλειοψηφική απαίτηση για πολιτική αλλαγή, όλοι θα καταλάβουν γιατί είναι αυτονόητη επιλογή για τη δημοκρατική αντιπολίτευση να μην στηρίξει την κυβέρνηση με οποιονδήποτε τρόπο.
Καμιά στήριξη στο κυβερνητικό σχέδιο και πραγματικό άνοιγμα της συζήτησης για τη θεσμική αποκατάσταση της δημοκρατίας στη χώρα, ουσιαστικά μια πραγματική επανεκκίνηση της πολιτικής συζήτησης απέναντι και στην αντιπολιτική και στην κυβερνητική «σκηνοθεσία διαλόγου». Αυτά πρέπει να απασχολούν τη δημοκρατική αντιπολίτευση, όσα και εάν γράψουν διάφοροι γραφιάδες και όσα κι εάν ψιθυρίσουν διάφοροι ψιθυριστές.
Οι καθαρές θέσεις προκαλούν κραδασμούς, αλλά στο τέλος κερδίζουν. Οι μεσοβέζικες και θολές ταλαντεύσεις στο τέλος απλώς κάνουν την κυβέρνηση να φαίνεται ότι είναι η μόνη με σχέδιο. Σε τελική ανάλυση εδώ και καιρό είμαστε στη φάση ότι ο καθένας και η καθεμιά πρέπει να διαλέξουν «με ποιον θα πάνε και ποιον θα αφήσουν». Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια
Δεν βρέθηκαν σχόλια γι'αυτό το άρθρο.
Γίνε ο πρώτος που θα σχολιάσει το άρθρο χρησιμοποιώντας την παρακάτω φόρμα