Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2026

«Κόκκινα» δάνεια: Ποιοι θα δουν μικρότερες οφειλές χωρίς αίτηση – Τι αλλάζει στις ρυθμίσεις

Πλαφόν στο ύψος των απαιτήσεων, αυτόματος επανυπολογισμός οφειλών και αυστηρότερες προθεσμίες για τις ρυθμίσεις δανείων περιλαμβάνονται στο νέο πλαίσιο που προωθεί το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. Οι παρεμβάσεις αποσκοπούν στον περιορισμό των υπέρμετρων επιβαρύνσεων από τόκους και στη θέσπιση σαφέστερων υποχρεώσεων για τράπεζες, funds και εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων.
Το σχετικό νομοσχέδιο βρίσκεται σε δημόσια διαβούλευση έως τις 22 Οκτωβρίου. Η Γενική Γραμματέας Χρηματοπιστωτικού Τομέα και Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους, Θεώνη Αλαμπάση, δηλώνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ότι στόχος είναι «λιγότερη αβεβαιότητα για τον οφειλέτη, περισσότερη ευθύνη για τον πιστωτή και ένα σύστημα ρύθμισης του ιδιωτικού χρέους που λειτουργεί με κανόνες και παράγει πραγματικές λύσεις».
Βασική πρόβλεψη αποτελεί η καθιέρωση ανώτατου ορίου τοκοφορίας για κάθε κατηγορία δανείου, ώστε η συνολική απαίτηση να μην ξεπερνά το διπλάσιο ή το τριπλάσιο του κεφαλαίου που έλαβε ο δανειολήπτης. Η εφαρμογή του ορίου θα γίνεται αυτοδίκαια και θα αφορά καταναλωτικά, στεγαστικά και επιχειρηματικά δάνεια, ακόμη και αν έχουν μεταβιβαστεί, τιτλοποιηθεί ή περάσει στη διαχείριση servicers.
Οι αλλαγές αφορούν χιλιάδες δανειολήπτες με παλαιά χρέη, με ιδιαίτερη σημασία για όσους έχουν συσσωρευμένες οφειλές από αγροτικά, επιχειρηματικά και στεγαστικά δάνεια. Ανεξάρτητα από τα χρόνια που έχουν μεσολαβήσει, η απαίτηση δεν θα επιτρέπεται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του αρχικού κεφαλαίου, ενώ για τις οφειλές αγροτών προβλέπεται όριο στο διπλάσιο.
Πώς θα υπολογίζονται τα ανώτατα όρια
Από την έναρξη ισχύος του νόμου, η ανεξόφλητη απαίτηση θα περιορίζεται έως το τριπλάσιο του κεφαλαίου κάθε δανείου ή πίστωσης. Εφόσον υπάρχουν περισσότερα δάνεια ή πιστώσεις, θα λαμβάνεται υπόψη το άθροισμα των κεφαλαίων που εκταμιεύθηκαν. Στους αλληλόχρεους λογαριασμούς, βάση υπολογισμού θα είναι η οφειλή όπως είχε διαμορφωθεί κατά την τελευταία εκταμίευση.
Για τις παλαιές αγροτικές οφειλές, το ανώτατο ύψος θα αντιστοιχεί στο διπλάσιο του ληφθέντος κεφαλαίου ή, στους αλληλόχρεους λογαριασμούς, στο διπλάσιο της οφειλής κατά την τελευταία εκταμίευση. Για δάνεια που χορηγήθηκαν πριν από το 1990 και δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία εντοπισμού του αρχικού κεφαλαίου, προβλέπεται όριο στο 150% της οφειλής, όπως είχε προσδιοριστεί στην τελευταία ρύθμιση πριν από το 1990.
Στην πράξη, το τμήμα της απαίτησης που ξεπερνά το προβλεπόμενο όριο δεν θα είναι πλέον απαιτητό. Πρόκειται συνήθως για επιβαρύνσεις από τόκους υπερημερίας, κεφαλαιοποιημένους τόκους και άλλες χρεώσεις. Ενδεικτικά, σε δάνειο αρχικού κεφαλαίου 100.000 ευρώ, το όριο διαμορφώνεται στις 300.000 ευρώ. Αν η οφειλή έχει αυξηθεί στις 500.000 ευρώ, το υπερβάλλον ποσό των 200.000 ευρώ παύει να αποτελεί απαιτητό υπόλοιπο. Για αγροτική οφειλή ίδιου αρχικού κεφαλαίου, το πλαφόν τοποθετείται στις 200.000 ευρώ.
Στον επανυπολογισμό θα συνυπολογίζονται και οι πληρωμές που έχουν προηγηθεί. Έτσι, εάν για το παραπάνω δάνειο έχουν ήδη καταβληθεί 80.000 ευρώ, το υπόλοιπο δεν θα μπορεί να ξεπερνά τις 220.000 ευρώ, ή τις 120.000 ευρώ στην περίπτωση αγρότη.
Αυτόματος επανυπολογισμός χωρίς αίτηση
Οι τράπεζες, τα funds και οι εταιρείες διαχείρισης θα πρέπει να ολοκληρώσουν τον επανυπολογισμό των υφιστάμενων απαιτήσεων μέσα σε έξι μήνες από την έναρξη ισχύος του νόμου.
Η διαδικασία θα πραγματοποιείται χωρίς αίτηση ή άλλη ενέργεια του δανειολήπτη. Η υποχρέωση θα ισχύει είτε το δάνειο παραμένει στην αρχική τράπεζα είτε έχει μεταφερθεί σε διάδοχο πιστωτικό ίδρυμα μετά το κλείσιμο ή την εκκαθάρισή της, έχει τιτλοποιηθεί ή βρίσκεται υπό τη διαχείριση εταιρείας απαιτήσεων. Το νέο υπόλοιπο θα πρέπει να καταχωρίζεται στις λογιστικές και πληροφοριακές καταστάσεις των πιστωτών.
Θα προσμετρώνται οι καταβολές που έχουν πραγματοποιήσει οφειλέτες, εγγυητές ή τρίτα πρόσωπα, χωρίς, ωστόσο, να προβλέπεται επιστροφή χρημάτων που έχουν ήδη πληρωθεί.
Οι νέοι υπολογισμοί θα επηρεάζουν και τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης. Κατάσχεση ή πλειστηριασμός θα μπορεί να συνεχίζεται μόνο για την απαίτηση που απομένει μετά την αναπροσαρμογή, χωρίς να στηρίζεται σε ποσά που υπερβαίνουν τα νέα όρια.
Για τους εκκρεμείς πλειστηριασμούς, ο δικαιούχος ή ο διαχειριστής θα υποχρεούται να γνωστοποιεί το αναθεωρημένο ποσό και να προσαρμόζει αντίστοιχα τις πράξεις εκτέλεσης. Εφόσον ο πλειστηριασμός πραγματοποιηθεί, το τμήμα του τιμήματος που απομένει μετά την κάλυψη των μειωμένων απαιτήσεων των πιστωτών θα αποδίδεται στον οφειλέτη.
Προθεσμίες στις ρυθμίσεις και προκαταβολή έως 15%
Παρεμβάσεις προβλέπονται και στις διμερείς ρυθμίσεις δανείων, με δεσμευτικά χρονικά όρια για τους πιστωτές. Η απάντηση σε αίτημα ρύθμισης θα πρέπει να δίνεται μέσα σε τρεις μήνες και η διαπραγμάτευση να ολοκληρώνεται μέσα σε έξι. Η υπέρβαση της προθεσμίας απάντησης θα οδηγεί σε αυτόματη καταγραφή παράβασης, ενημέρωση της Τράπεζας της Ελλάδος και αναστολή του εκτοκισμού και της κεφαλαιοποίησης τόκων μέχρι να δοθεί απάντηση.
Όπως επισημαίνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η κ. Θεώνη Αλαμπάση, «οι νέοι κανόνες προβλέπουν συγκεκριμένο χρόνο για τη διμερή διαπραγμάτευση, πλαφόν 15% στην προκαταβολή και τεκμηριωμένες προτάσεις που προσαρμόζονται στην πραγματική οικονομική και περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη. Παράλληλα, προστατεύουν τον συνεπή οφειλέτη: όταν τηρεί τη ρύθμισή του, δεν μπορεί να βρίσκεται αντιμέτωπος με μέτρα. Και πριν από έναν πλειστηριασμό, ο πιστωτής θα πρέπει να έχει προηγουμένως καταθέσει πραγματική και τεκμηριωμένη πρόταση ρύθμισης».
Ειδικότερα, το νομοσχέδιο προβλέπει:Πρόταση ρύθμισης πριν από τον πλειστηριασμό: Ο πιστωτής θα πρέπει, τρεις μήνες πριν από τη διενέργειά του, να καταθέτει κατάλληλη, βιώσιμη και τεκμηριωμένη πρόταση.
Ανώτατη προκαταβολή 15%: Στις απευθείας διμερείς ρυθμίσεις, η προκαταβολή δεν θα μπορεί να υπερβαίνει το 15% της οφειλής. Σύμφωνα με την κυβέρνηση, μέχρι σήμερα καταγράφονταν πρακτικές με απαιτήσεις έως και 50%. Θα υπάρχει δυνατότητα χαμηλότερης προκαταβολής όταν αποδεικνύονται οικονομική δυσχέρεια, κοινωνικά κριτήρια ή προβλήματα υγείας.
Προστασία όσων τηρούν τη ρύθμιση: Όσο ο δανειολήπτης εξυπηρετεί την ενεργή ρύθμισή του, ο διαχειριστής δεν θα μπορεί να καταγγέλλει τη σύμβαση ή να προχωρά σε μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης και πλειστηριασμό. Αν παραβιαστεί η απαγόρευση, οι σχετικές πράξεις θα είναι άκυρες, θα πιστώνεται στον οφειλέτη ποσό ίσο με πέντε μηνιαίες δόσεις και η διάρκεια της ρύθμισης θα παρατείνεται αντίστοιχα. Το πρόστιμο θα μπορεί να φτάνει τις 500.000 ευρώ ανά δανειολήπτη.
Απάντηση εντός τριμήνου: Με την υποβολή πλήρους φακέλου, ο πιστωτής θα οφείλει να παρουσιάζει βιώσιμη και τεκμηριωμένη πρόταση ή να απορρίπτει αιτιολογημένα το αίτημα μέσα σε τρεις μήνες. Ο οφειλέτης θα έχει περιθώριο ενός μήνα για να απαντήσει, ενώ η συνολική διαδικασία θα πρέπει να ολοκληρώνεται το αργότερο σε έξι μήνες, ακόμη και αν έχουν αρχίσει διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης.
Τεκμηρίωση των προτάσεων: Οι servicers θα πρέπει να παρουσιάζουν τα εισοδηματικά και περιουσιακά στοιχεία στα οποία βασίζεται η πρότασή τους και, όπου είναι δυνατόν, να προσφέρουν δύο εναλλακτικές λύσεις. Αν παρέλθει άπρακτη η τρίμηνη προθεσμία, θα καταγράφεται αυτοδίκαια παράβαση, θα ενημερώνεται η Τράπεζα της Ελλάδος και θα αναστέλλονται ο εκτοκισμός και η κεφαλαιοποίηση τόκων μέχρι την απάντηση.
Αναλυτική ενημέρωση για την οφειλή μέσα σε 45 ημέρες
Ο δανειολήπτης θα έχει επίσης δικαίωμα να λαμβάνει δωρεάν πλήρη ανάλυση της οφειλής του. Η ενημέρωση θα περιλαμβάνει τις συμβάσεις και τις τροποποιήσεις τους, το ιστορικό πληρωμών, τον τρόπο υπολογισμού του επιτοκίου, καθώς και την αναλυτική καταγραφή κεφαλαίου, τόκων, προμηθειών και κάθε άλλης χρέωσης.
Τα στοιχεία θα πρέπει να παραδίδονται εντός 45 ημερών. Αν η προθεσμία δεν τηρηθεί, ο εκτοκισμός θα αναστέλλεται μέχρι να ικανοποιηθεί πλήρως το αίτημα.
Για τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων προβλέπονται επιπλέον ετήσια δημοσιοποίηση οικονομικών στοιχείων, ενημέρωση για τα χαρτοφυλάκια, τα αποτελέσματα διαχείρισης και τον χειρισμό παραπόνων. Παράλληλα, θα υποχρεούνται να υποβάλλουν στρατηγικό σχέδιο με εκτιμήσεις ανακτήσεων και δείκτες απόδοσης.
Οι συγκεκριμένες υποχρεώσεις προβλέπεται να ενεργοποιηθούν στις αρχές του 2027, τρεις μήνες μετά την ψήφιση του νόμου. Η οριστική μορφή των ρυθμίσεων θα προκύψει μετά την ολοκλήρωση της δημόσιας διαβούλευσης και της νομοθετικής επεξεργασίας, πριν από την ψήφισή τους στη Βουλή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια
Δεν βρέθηκαν σχόλια γι'αυτό το άρθρο.
Γίνε ο πρώτος που θα σχολιάσει το άρθρο χρησιμοποιώντας την παρακάτω φόρμα