Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2026

Οι πολίτες δεν αναζητούν το «Κέντρο» αλλά την εναλλακτική διακυβέρνηση και την αλλαγή πολιτικής

Το βλέπω να αναπαράγεται ξανά και ξανά. Είναι η θεωρία ότι το στοίχημα των εκλογών θα είναι ποιο κόμμα θα κατορθώσει να εκπροσωπήσει καλύτερα το «Κέντρο», δηλαδή τους κεντρώους ψηφοφόρους που η κυβέρνηση υποτίθεται ότι προσπαθεί να ανακτήσει και γύρω από τους οποίους υποτίθεται ότι ανταγωνίζονται ΕΛΑΣ και ΠΑΣΟΚ.
Θεωρώ αυτό το σχήμα ιδιαίτερα προβληματικό. Καταρχάς, θεωρεί ότι υπάρχει το «Κέντρο» ως ξεχωριστός πολιτικός και ιδεολογικός χώρος που υποτίθεται ότι θέλει να αποφύγει τα «δύο άκρα». Αυτή είναι περισσότερο μια «κατασκευασμένη» ταυτότητα παρά ένα πραγματικό πολιτικό ρεύμα.
Γιατί μπορεί οι πολίτες συχνά να δηλώνουν «κεντρώοι» όταν καλούνται να αυτοπροσδιοριστούν ή να αυτοτοποθετηθούν σε μια κλίμακα που τους προτείνουν σε μια δημοσκόπηση, αλλά αυτό περισσότερο οφείλεται στο γεγονός ότι η αυθόρμητη τάση είναι να δηλώσουν ότι είναι «κάπου στη μέση». Και γι’ αυτό είναι μια πληροφορία που πρακτικά δεν σημαίνει τίποτα, σε αντίθεση με ερωτήσεις που αφορούν το πώς τοποθετούνται απέναντι σε συγκεκριμένες πολιτικές, το ποιες πολιτικές θα πρόκριναν, και τη στάση τους απέναντι σε συγκεκριμένα θέματα.
Όμως, υπάρχει και ένας ακόμη λόγος που όλη αυτή η εμμονή με τη διεκδίκηση του «Κέντρου» είναι παραπλανητική ως προς τις δυναμικές και τα διακυβεύματα των εκλογών.
Και αυτός είναι ότι στις εκλογές οι πολίτες δεν αναζητούν πολιτική ή ιδεολογική ταυτότητα για να ταυτιστούν πρωτίστως. Αναζητούν τη διακυβέρνηση που θεωρούν ότι θα είναι πιο θετική για αυτούς και ό,τι ορίζουν θετικό για τη ζωή τους.
Προφανώς και ένας βαθμός ιδεολογικής συνάφειας ή αναγνώρισης πάντα παίζει έναν ρόλο στις πολιτικές και εκλογικές επιλογές των ανθρώπων. Όμως, αυτό αφορά έναν «ταυτοτικό πυρήνα» για τα κόμματα και πολύ λιγότερο την ευρύτερη επιρροή τους ή την εκλογική τους απήχηση.
Και αυτό γιατί αντιλαμβάνονται – και δύσκολα μπορεί κανείς να τους πει ότι έχουν άδικο – ότι στις εκλογές αυτό που κρίνεται είναι το είδος της διακυβέρνησης και το είδος της αντιπολίτευσης που θα υπάρχει στη χώρα μετά τις εκλογές.
Για να το πω διαφορετικά το πρώτο πράγμα που σκέφτονται και ιεραρχούν οι ψηφοφόροι είναι εάν υπάρχει κάποιο κόμμα που θα ήθελαν να το δουν να κυβερνά με το πρόγραμμά του. Έπειτα, εάν θεωρούν ότι αυτή τη στιγμή δεν μπορεί να υπάρξει κυβερνητική δύναμη που να τους εκπροσωπεί ως κυβερνητικό πρόγραμμα, θα προσπαθήσουν να δουν ποιο κόμμα θα μπορούσε να είναι η αποτελεσματικότερη αντιπολίτευση. Σε ορισμένες περιπτώσεις, εάν θεωρήσουν ότι τα κόμματα εξουσίας τους απογοητεύουν όλα είναι πιθανό να στηρίξουν κάποιο κόμμα που το θεωρούν αποτελεσματικότερο ως έκφραση μιας ψήφου διαμαρτυρίας, φαινόμενο πολύ έντονο σε περιόδους συνολικότερης κρίσης του πολιτικού συστήματος. Και όντως κάποιοι άνθρωποι, που θεωρούν ότι στρατεύονται σε μια ιδεολογία ή πολιτική ταυτότητα μπορεί και να πουν ότι «εγώ θα το ψηφίσω γιατί αυτό το κόμμα ταυτίζεται με την ιδεολογία μου.»
Αυτό εξηγεί γιατί σε μια περίοδο όπου καταγράφεται πολύ μεγάλη δυσαρέσκεια για τη διακυβέρνηση της χώρας από τον Κυριάκο Μητσοτάκη και τη Νέα Δημοκρατία και όπου καταγράφεται πολύ ισχυρό αίτημα πολιτικής αλλαγής, σε όλες τις δημοσκοπήσεις, σε μια στιγμή που η ΝΔ κινείται ακόμη και κάτω από το κατώφλι του 25% που ο ίδιος ο Πρωθυπουργός έθεσε ως το όριο για να αποχωρήσει, προφανώς και το βασικό ερώτημα που απασχολεί τους ψηφοφόρους, αυτό που αναζητούν είναι τη δύναμη που θα εκπροσωπήσει την πολιτική αλλαγή όχι ως πολιτική ταυτότητα, αλλά ως πραγματική ικανότητα εναλλακτικής κυβέρνησης.
Επιπλέον, σε αρκετές περιπτώσεις ο τρόπος που υπάρχει αυτή η επικέντρωση στο «Κέντρο», δεν είναι αθώος. Με αυτό εννοώ ότι αυτό στο οποίο παραπέμπει αυτή η συζήτηση είναι ότι πραγματικό επίδικο ως προς τον πυρήνα της πολιτικής δεν υπάρχει, ότι η κυβερνητική πολιτική λίγο πολύ θα κινείται στο σημερινό πλαίσιο και ότι αυτό που μένει να επιλέξουμε είναι απλώς τον διαχειριστή μιας δεδομένης πολιτικής, άρα το ζήτημα είναι να προτιμήσουμε το «Κέντρο» δηλαδή, έμμεσα, αυτούς που διαχειρίζονται τώρα την κυβερνητική εξουσία και όχι τα «άκρα» που υποτίθεται ότι θα φέρουν την καταστροφή.
Μόνο που αυτό παραβλέπει την ουσία. Και μάλιστα όχι απλώς για τις εκλογές, αλλά για την ίδια την πορεία της χώρας. Και το πρόβλημα της χώρας, εδώ και καιρό, δεν είναι ποιος θα διαχειριστεί μια δεδομένη πολιτική. Το πρόβλημα είναι αυτή η πολιτική: είναι οι νεοφιλελεύθερες εμμονές, που υποτιμούν την ανάγκη για ισχυρή κρατική παρέμβαση, ακόμη και κόντρα στις αγορές· είναι η διασπάθιση των ευρωπαϊκών και δημόσιων πόρων για την εξυπηρέτηση ημετέρων· είναι η απροθυμία λήψης μέτρων για την αντιμετώπιση μιας κρίσης κόστους ζωής που ολοένα και οξύνεται και μιας στεγαστική κρίσης που εξελίσσεται σε κοινωνική κρίση· είναι η συνειδητή υπονόμευση της δημόσιας παιδείας και του δημόσιου συστήματος υγείας, προς όφελος ιδιωτικών σουπερμάρκετ πτυχίων και διαφόρων κομπογιαννιτών· είναι η διάχυτη αίσθηση διαφθοράς και χειραγώγησης των θεσμών προς κομματικό όφελος.
Όλα αυτά δείχνουν γιατί οι πολίτες σε κανένα βαθμό δεν αναζητούν απλώς ποιος εκφράζει καλύτερα τη σημερινή εκδοχή διακυβέρνησης, τη σημερινή διαχείρισης εξουσίας, τη σημερινή εκδοχή του «Κέντρου» ως έννοιας συνώνυμης με τη διατήρηση των ίδιων πολιτικών.
Βαθιά αλλαγή πολιτικής ζητούν και το πραγματικό διακύβευμα των εκλογών (και όχι μόνο) είναι ποια πρόταση μπορεί να κάνει πράξη την αλλαγή αυτή.       Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια
Δεν βρέθηκαν σχόλια γι'αυτό το άρθρο.
Γίνε ο πρώτος που θα σχολιάσει το άρθρο χρησιμοποιώντας την παρακάτω φόρμα