Πέμπτη 30 Ιουλίου 2026

Το πρόβλημα της Νέας Δημοκρατίας έχει ονοματεπώνυμο: Κυριάκος Μητσοτάκης

Εάν κανείς κοιτάξει την επικοινωνιακή εκστρατεία που ξεδιπλώνει ενόψει την εκλογών, όποτε και εάν γίνουν αυτές, το Μέγαρο Μαξίμου, τότε θα διαπιστώσει ότι αυτή επικεντρώνεται πρωτίστως στην παρουσία του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, ως εάν αυτός να παραμένει το «ισχυρό χαρτί» της Νέας Δημοκρατίας και ο άνθρωπος που μπορεί να κερδίσει τις επόμενες βουλευτικές εκλογές. Γι’ αυτό πολύ συχνά οι σχετικές ενημερώσεις υπογραμμίζουν πόσο ικανός είναι στις μεγάλης διάρκειας προεκλογικές εκστρατείες. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι ο Πρωθυπουργός φροντίζει πάντα να δίνει το παρών σε εγκαίνια και μεγάλες εξαγγελίες ώστε να υπογραμμίζει ότι το κυβερνητικό έργο είναι πρωτίστως δικό του έργο.
Όμως, εάν κανείς διαβάσει προσεκτικά τις δημοσκοπήσεις, θα διαπιστώσει ότι ολοένα και περισσότερο ο Κυριάκος Μητσοτάκης γίνεται η βασική πολιτική επισφάλεια της Νέας Δημοκρατίας. Προφανώς ο σκληρός πυρήνας όσων τώρα δηλώνουν ότι θα ψηφίσουν τη Νέα Δημοκρατία στις επόμενες εκλογές, εκφράζουν θετική γνώμη για τον Πρωθυπουργό και επισημαίνουν την καταλληλότητά του ως πρωθυπουργού, όμως οι αριθμοί κάθε άλλο παρά αποτυπώνουν μια πλειοψηφική απήχησή του.
Αντιθέτως, η δυσαρέσκεια για την κυβερνητική πολιτική ολοένα και περισσότερο στρέφεται και εναντίον του Κυριάκου Μητσοτάκη. Αυτός ταυτίζεται στα μάτια της κοινωνίας όχι μόνο με μια προβληματική οικονομική και κοινωνική συνθήκη – αυτό που συνήθως περιγράφουμε ως «ακρίβεια» –, αλλά – και αυτό είναι ακόμη πιο σημαντικό – πλέον θεωρείται αναξιόπιστος ως προς την ικανότητα να δώσει λύσεις σε προβλήματα.
Αυτό αποτελεί μια σημαντική μεταστροφή σε σχέση με την πρώτη τετραετία της διακυβέρνησής του. Τότε, ακόμη και όταν η χώρα κατέγραφε δυσανάλογα μεγάλο κόστος σε ζωές από την πανδημία, ήταν ο Κυριάκος Μητσοτάκης που μπορούσε να επιτελεί τον καθησυχαστικό ρόλο του ηγέτη. Κάτι που άλλωστε φάνηκε και στην ικανότητά του να κερδίσει τις εκλογές του 2023.
Τώρα, συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο: όσα μέτρα και εάν ανακοινώσει, όσες «παροχές» και εάν εξαγγείλει, όσο μεγάλα και εάν είναι αθροιστικά τα ποσά που η κυβέρνησή του θα ανακοινώσει ότι πρόκειται να διαθέσει για την ανακούφιση των πολιτών από την αύξηση του κόστους ζωής, η κοινωνία τα αντιμετωπίζει με αυξανόμενη δυσπιστία.
Όλα αυτά δεν περνούν απαρατήρητα και μέσα στο ίδιο του το κόμμα. Ας μην ξεχνάμε ότι η Νέα Δημοκρατία διαθέτει σήμερα τον μεγαλύτερο κομματικό μηχανισμό και άρα έχει, ιδίως στο επίπεδο των βουλευτών που παραμένουν ο κρίσιμος κομματικός αρμός, την ικανότητα τα παίρνει έγκαιρα και με σαφήνεια τη μηνύματα από την κοινωνία. Επομένως, λαμβάνουν και όλα αυτά τα μηνύματα δυσαρέσκειας, αλλά και αναξιοπιστίας του πρωθυπουργού από την κομματική βάση και την κοινωνία γενικότερα.
Γι’ αυτό και όποιος μιλάει με βουλευτές και στελέχη της Νέας Δημοκρατίας, ολοένα και περισσότερο διαπιστώνει ότι θεωρούν τον Κυριάκο Μητσοτάκη μέρος του προβλήματος και όχι της λύσης.
Και βέβαια δεν είναι χωρίς σημασία το ίδιο το γεγονός ότι οι δύο εν ζωή πρώην πρωθυπουργοί που προέρχονται από τη Νέα Δημοκρατία είναι σήμερα απέναντι στον Κυριάκο Μητσοτάκη. Ανοιχτά και στη διαδρομή για τη συγκρότηση κομματικού σχηματισμού ο Αντώνης Σαμαράς, εμμέσως πλην πάρα πολύ σαφώς ο Κώστας Καραμανλής, που όχι μόνο έχει τοποθετηθεί αρνητικά για επιλογές της κυβέρνησης, αλλά και έχει πάρα πολύ καιρό να κάνει οποιαδήποτε δήλωση που θα μπορούσε να θεωρηθεί υποστηρικτική του Πρωθυπουργού. Σε ένα κόμμα εξουσίας, βαθιά συνδεδεμένο με την ιδέα της διαχείρισης του κράτους και της πολιτικής εξουσίας, το γεγονός αυτό αποκτά μεγάλη σημασία και έρχεται σε ρήξη με την παράδοση της ίδιας της ΝΔ που ήταν οι «πρώην» να μη βάζουν τρικλοποδιές στην κομματική ηγεσία.
Εδώ πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι τα ζητήματα που αφορούν την κρίση των θεσμών δεν αποτελούν μόνο παράγοντες που επιτείνουν τη λαϊκή δυσαρέσκεια και τη γενικότερη κρίση αξιοπιστίας της κυβέρνησης και του Κυριάκου Μητσοτάκη, αλλά έχουν και εσωκομματικό αντίκτυπο. Δεν είναι τυχαίο ότι και ο Αντώνης Σαμαράς και ο Κώστας Καραμανλής έχουν πάρει θέση για το σκάνδαλο των υποκλοπών. Γιατί έχοντας ηγηθεί ενός κατεξοχήν «κόμματος του κράτους» και έχοντας περάσει από τη θέση του πρωθυπουργού, γνωρίζουν πολύ καλά ότι υπάρχουν «πράγματα που γίνονται αλλά δεν λέγονται», αλλά ξέρουν ότι υπάρχουν και «κόκκινες γραμμές» που ένας πρωθυπουργός δεν μπορεί να ξεπεράσει. Και μία από αυτές είναι ότι δεν μπορεί να υποκλέπτει τις επικοινωνίες των κυβερνητικών στελεχών για να τα «κρατά».
Ούτε κάνει τα πράγματα καλύτερα το γεγονός ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης «πιστώνεται» στα μάτια του στελεχιακού δυναμικού του κόμματός του την ιδιαίτερη προτίμηση σε πολιτικά στελέχη που δεν προέρχονται ιστορικά από τη Νέα Δημοκρατία. Αρκεί να αναλογιστούμε πώς φαντάζει π.χ. το γεγονός ότι ο πρωθυπουργός έχει περίπου χρίσει ως επίσημο «δελφίνο» τον Κυριάκο Πιερρακάκη.
Και βέβαια το στελεχιακό δυναμικό αυτό δεν πείθεται εύκολα και από αμιγώς επικοινωνιακού χαρακτήρα μεταστροφές, όπως π.χ. η δεξιά (και συχνά ακροδεξιά) στροφή της ρητορικής της κυβέρνησης αλλά και του ίδιου του Πρωθυπουργού σε ζητήματα όπως το προσφυγικό. Γιατί πολύ απλά έχουν την εμπειρία να αντιλαμβάνονται τον χειριστικό και τον καιροσκοπικό χαρακτήρα τέτοιων μετατοπίσεων.
Όλα αυτά δεν πρόκειται να έρθουν εύκολα στην επιφάνεια. Η Νέα Δημοκρατία είναι ένα κόμμα εξουσίας με μια παγιωμένη αντίληψη για το πώς πρέπει να συμπεριφέρονται οι βουλευτές, ακόμη και όταν αμφισβητούν την ηγεσία. Ξέρουν πως εκ των προτέρων αμφισβήτηση δεν έχει νόημα, εκτός και εάν είναι αποφασισμένοι σε έξοδο, γιατί υπάρχει πάντα και το ρητό «όποιος βγαίνει από το μαντρί, τον τρώει ο λύκος». Γι’ αυτό και κάνουν υπομονή. Περιμένουν τις εκλογές και το αποτέλεσμά τους, που ξέρουν ότι θα είναι μια ήττα του Κυριάκου Μητσοτάκη, ακόμη και εάν η ΝΔ είναι πρώτο κόμμα, γιατί πολύ απλά το αποτέλεσμα δεν θα επιτρέπει στη ΝΔ να διεκδικήσει αυτοδύναμα την εξουσία, με υπαρκτό το ενδεχόμενο να χάσει τον «δεύτερο γύρο».
Και τότε θα είναι η ώρα του λογαριασμού για τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Θα «πιστωθεί» την ήττα, θα αντιμετωπιστεί ως ηγέτης που δεν μπορεί να διατηρήσει τη ΝΔ στην εξουσία, θα γίνει σαφές ότι η ΝΔ θα χρειαστεί αλλαγή ηγεσίας. Τα στελέχη που έχουν συνδέσει την ανέλιξή τους περισσότερο με αυτόν θα τον στηρίξουν, για ένα διάστημα, αλλά ο κύριος όγκος θα κάνει σαφές ότι ήρθε το τέλος του δρόμου.    Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια
Δεν βρέθηκαν σχόλια γι'αυτό το άρθρο.
Γίνε ο πρώτος που θα σχολιάσει το άρθρο χρησιμοποιώντας την παρακάτω φόρμα