
Τα ευρήματα περιλαμβάνονται στην ειδική έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ για τον συνδυασμό οικογενειακής ζωής και εργασίας. Οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να απαντήσουν εάν φροντίζουν παιδιά έως 15 ετών, τα οποία διαμένουν στο ίδιο ή σε άλλο νοικοκυριό, αλλά και εάν έχουν αναλάβει τη φροντίδα ατόμων άνω των 15 ετών που είναι ασθενή, ευπαθή ή έχουν κάποια αναπηρία.
Στους συμμετέχοντες ηλικίας 18–54 ετών τέθηκε επίσης ερώτημα για τον συνολικό αριθμό παιδιών που έχουν αναθρέψει στη ζωή τους. Ο μέσος όρος διαμορφώνεται σε σχεδόν ένα παιδί ανά άτομο, με τις ημιαστικές περιοχές να καταγράφουν την υψηλότερη τιμή (1,26) και το Πολεοδομικό Συγκρότημα Αθηνών τη χαμηλότερη (0,81). Διαφοροποίηση προκύπτει και ανάλογα με την ιθαγένεια, καθώς ο μέσος αριθμός είναι 1,03 για τα άτομα ελληνικής ιθαγένειας και 1,41 για εκείνα ξένης ιθαγένειας. Ως προς την εκπαίδευση, περισσότερα παιδιά δηλώνουν όσοι έχουν ολοκληρώσει έως το Γυμνάσιο και ακολουθούν οι πτυχιούχοι Πανεπιστημίου (1,01). Η χαμηλότερη τιμή καταγράφεται στους αποφοίτους μεταδευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (0,93).
Αντίστοιχες διαφορές εμφανίζονται με βάση την κατάσταση απασχόλησης. Οι εργαζόμενοι δηλώνουν κατά μέσο όρο 1,15 παιδιά, έναντι 0,81 τόσο για τους ανέργους όσο και για τα άτομα εκτός εργατικού δυναμικού. Παράλληλα, ο μέσος αριθμός παιδιών είναι 1,48 για τους εργαζόμενους στον δημόσιο τομέα, έναντι 1,07 για εκείνους στον ιδιωτικό.
Σχεδόν έξι στους δέκα δεν έχουν λάβει οικογενειακή άδεια
Το 59,9% όσων έχουν αναθρέψει παιδιά και εργάζονται ή έχουν εργαστεί στο παρελθόν δηλώνει ότι δεν έχει κάνει χρήση κάποιας μορφής οικογενειακής άδειας. Στους άνδρες, μόλις το 24% αναφέρει ότι έχει λάβει τέτοια άδεια, ενώ οι περισσότερες γυναίκες έχουν χρησιμοποιήσει άδεια μητρότητας, γονική άδεια ή και τις δύο. Υψηλά ποσοστά χρήσης καταγράφονται στις ηλικίες 18–24 ετών (57,3%), στους πτυχιούχους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (59,2%), στα άτομα με μεταπτυχιακές σπουδές (58,7%) και κυρίως στους εργαζόμενους του Δημοσίου (80,9%). Στον αντίποδα, τα ποσοστά περιορίζονται στο 14,3% για τα άτομα ξένης ιθαγένειας και στο 9,2% για όσους έχουν ολοκληρώσει έως το Γυμνάσιο.
Έντονη διαφοροποίηση μεταξύ ανδρών και γυναικών παρατηρείται και στη διάρκεια της οικογενειακής άδειας. Από τους άνδρες που έλαβαν άδεια, το 85,3% απουσίασε έως έξι μήνες, το 5,2% από έξι μήνες έως έναν χρόνο και το 2,8% για διάστημα μεγαλύτερο του έτους. Στις γυναίκες, το 27,1% έλαβε άδεια από έξι μήνες έως έναν χρόνο, ενώ για το 30,5% η διάρκειά της ξεπέρασε το ένα έτος.
Συνολικά, υποχρεώσεις φροντίδας δηλώνει το 29,8% των συμμετεχόντων. Το 25,7% φροντίζει αποκλειστικά παιδιά, το 3,2% μόνο ενηλίκους και το 0,9% συνδυάζει τη φροντίδα παιδιών και εξαρτώμενων ενηλίκων. Οι σχετικές υποχρεώσεις εμφανίζονται συχνότερα στις γυναίκες (31,9%, έναντι 27,6% στους άνδρες), στα άτομα 35–44 ετών (65,7%, έναντι συνολικού μέσου όρου 29,8%) και στους απασχολούμενους (35,2%).
Όσοι φροντίζουν παιδιά κάτω των 15 ετών ρωτήθηκαν εάν αξιοποιούν υπηρεσίες όπως παιδικούς σταθμούς, ολοήμερα σχολεία ή μπέιμπι σίτερ, για όλα ή για ορισμένα από τα παιδιά. Το 67,9% δεν χρησιμοποιεί τέτοιες υπηρεσίες για κανένα παιδί. Η χρήση τους είναι συχνότερη στις ηλικίες 35–44 ετών (36,5%) και στους εργαζόμενους (34,9%), ενώ τα χαμηλότερα ποσοστά καταγράφονται στους ανέργους (17%) και στα άτομα 18–24 ετών (14,1%).
Γιατί οι οικογένειες δεν χρησιμοποιούν υπηρεσίες φροντίδας
Ως προς τη σύνθεση του νοικοκυριού, η χρήση υπηρεσιών φροντίδας καταγράφεται κυρίως σε νοικοκυριά με παιδιά κάτω των 15 ετών. Το υψηλότερο ποσοστό εμφανίζεται στα ζευγάρια με παιδιά (31,7%), ενώ στους μόνους ενηλίκους με παιδιά διαμορφώνεται σε 19,3%.
Από όσους έχουν την ευθύνη παιδιών κάτω των 15 ετών αλλά δεν χρησιμοποιούν υπηρεσίες φροντίδας, το 47,6% δηλώνει ότι προτιμά να αναλαμβάνει τη φροντίδα το ίδιο ή μαζί με τον/τη σύντροφό του. Η συγκεκριμένη επιλογή είναι ακόμη συχνότερη στα άτομα εκτός εργατικού δυναμικού (68%) και στις ηλικίες 25–34 ετών (64,1%). Μεταξύ των άλλων λόγων που αναφέρονται συχνά είναι η βοήθεια από συγγενείς και φίλους, αλλά και η δυνατότητα των παιδιών να φροντίζουν μόνα τους τον εαυτό τους.
Για το 9,6% όσων δεν χρησιμοποιούν υπηρεσίες φροντίδας, ο κύριος λόγος συνδέεται με προβλήματα στις ίδιες τις υπηρεσίες. Ειδικότερα, το 5,6% αναφέρει ως βασικό εμπόδιο το κόστος, το 3% τη διαθεσιμότητα και το 1% κάποιο άλλο ζήτημα που αφορά τις παρεχόμενες υπηρεσίες.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σχόλια
Δεν βρέθηκαν σχόλια γι'αυτό το άρθρο.
Γίνε ο πρώτος που θα σχολιάσει το άρθρο χρησιμοποιώντας την παρακάτω φόρμα