Πέμπτη, 25 Ιανουαρίου 2018

Νέοι, γέροι και έφηβοι στη Μεσσηνία εξαρτημένοι από χάπια

Ένα άλλο προφίλ εξαρτημένων ατόμων, που διαφέρει ριζικά από όσα ήταν γνωστά μέχρι σήμερα, βρίσκεται τον τελευταίο καιρό στο επίκεντρο της προσοχής των επαγγελματιών υγείας που δραστηριοποιούνται στο χώρο των εξαρτήσεων. Πρόκειται για ανθρώπους απολύτως λειτουργικούς, μέσης ηλικίας και πάνω, που λαμβάνουν συνταγογραφούμενη αγωγή ηρεμιστικών και εκδηλώνουν προβλήματα κατάχρησης. Είναι άτομα που αισθάνονται μοναξιά, αντιμετωπίζουν οικογενειακά προβλήματα ή προβλήματα προσαρμογής. Γι' αυτούς τους ανθρώπους το φάρμακο αλλάζει ρόλο και ο λόγος για τον οποίο το λαμβάνουν διευρύνεται.
Τα περιστατικά, μάλιστα, αυτής της μορφής αγγίζουν και ηλικιωμένα άτομα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της παραπάνω περίπτωσης αποκαλύπτεται από τις δηλώσεις στο «Θ» της γενικής ιατρού Στ. Γιαντσή- Καρύδη, η οποία μας τόνισε ότι πολλά άτομα τρίτης ηλικίας την επισκέπτονται στο ιατρείο της ζητώντας της κάποιο χάπι «για να τους φτιάξει τη διάθεση».
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκαν και οι δηλώσεις της φαρμακοποιού Μαριάννας

Παναγάκη, αφού οι άνθρωποι που την επισκέπτονται είναι ηλικίας από 18-19 έως και 90 ετών! Βέβαια, το φαινόμενο είναι πολυπαραγοντικό, αλλά σχολίασε ότι ένας αριθμός πολιτών χρειάζεται ένα ψυχολογικό «ντοπάρισμα», προκειμένου να τα βγάλει πέρα.
Βέβαια, για τα άτομα που βρίσκονται στο παραγωγικό στάδιο της ζωής τους η "εξάρτηση" από τα ηρεμιστικά έχει να κάνει και με τον τρόπο που είχαν μάθει να ζουν.
Η αλήθεια είναι ότι οι βασικές επιδιώξεις τις τελευταίες δεκαετίες των περισσοτέρων από εμάς ήταν η καλοπέραση και ο χυδαίος ευδαιμονισμός, με κάθε δυνατό και εφικτό τρόπο.
Ο καταναλωτισμός αυτός δεν ήταν, βέβαια, μόνο ελληνικό φαινόμενο. Απλώς στην Ελλάδα η οικονομία ανάπτυξης και ο καταναλωτισμός ήλθαν σχετικά αργά. Μετά την κατάρρευση του σοσιαλιστικού προτάγματος που απομάκρυνε και τους τελευταίους ιδεολογικούς αυτοπεριορισμούς, οδήγησαν στον απότομο καταναλωτισμό, που έφτιαξε μια κουλτούρα, η οποία λειτούργησε σαν ένας μεταδοτικός ιός και έχει καταστεί μια μόνιμη επιδημία-πανδημία.
Από την άλλη, η… καταναλωτική φούσκα για πολλούς έσπασε, η κατάσταση της χώρας από το 2010 και εντεύθεν άλλαξε προς το χείρον, οπότε έπρεπε να… αντικατασταθεί με κάτι άλλο, αφού δεν μπορούμε πια να ζούμε όπως πριν.
Τα παραπάνω επιβεβαίωσε και ο πρόεδρος του Προμηθευτικού Συνεταιρισμού Φαρμακοποιών Νοτίου Πελοποννήσου, Νίκος Μάραντος.
Μάλιστα, το μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου και αντιδήμαρχος Καλαμάτας, Παύλος Μπουζιάνης, μας παρουσίασε και κάποια ενδεικτικά στοιχεία της κατάστασης. Το 2010 η κατανάλωση αντικαταθλιπτικών χαπιών ήταν 27.000, ενώ το 2017 καταγράφηκε πώληση 22.000 χαπιών, δίχως όμως τα γενόσημα που στο μεσοδιάστημα έκαναν την εμφάνισή τους.
Στα ηρεμιστικά και σε ορισμένες γνωστές εμπορικές ονομασίες, τα XANAX των 0,5mg από 22.000 έφτασαν το 2017 στα 29.000, ήτοι άφιξη 30%, ενώ τα LEXOTANIL σημείωσαν αύξηση 20%.
Αν σκεφθεί κάποιος το πλήθος των σκευασμάτων που κυκλοφορούν, είναι εύκολο να καταλάβει το μέγεθος του προβλήματος. Μάλιστα, ο κ. Μπουζιάνης μάς επιβεβαίωσε ότι τα συνταγογραφούμενα σκευάσματα δεν είναι για περιορισμένη διάρκεια, αλλά για χρόνια.
Σχετική μελέτη
Το προφίλ αυτό περιγράφει στο Αθηναϊκό Πρακτορείο ο συντονιστής των Προγραμμάτων Προαγωγής Αυτοβοήθειας του Τμήματος Ψυχολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, δρ. Ψυχολογίας Σωτήρης Λαϊνάς, επισημαίνοντας ότι πρόθεση των εν λόγω προγραμμάτων είναι να εντάξουν στην ατζέντα των παρεμβάσεών τους, τα επόμενα χρόνια, και τις εξαρτήσεις από νομίμως συνταγογραφούμενα ηρεμιστικά.
«Τα χαρακτηριστικά των εξαρτημένων ατόμων αλλάζουν και διευρύνονται. Σήμερα είναι εντελώς διαφορετικά από εκείνα της δεκαετίας του ’80, οπότε ξεκίνησαν τα πρώτα θεραπευτικά προγράμματα στη χώρα», αναφέρει χαρακτηριστικά. Εξηγεί, άλλωστε, ότι ενώ στις αρχές της δεκαετίας του ’80 συμμετείχαν στα προγράμματα άνθρωποι με δύσκολη ζωή, με βαριά ψυχολογικά τραύματα, που είχαν βιώσει συνθήκες εγκλεισμού σε φυλακές ή που είχαν υποστεί κακοποίηση στο οικογενειακό τους περιβάλλον, αργότερα τα περιστατικά εξαρτήσεων συνδέθηκαν με τους ανθρώπους της διπλανής πόρτας που κατέφευγαν στις ουσίες για να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα της καθημερινότητας.
«Μέσα στις τελευταίες δεκαετίες η κοινωνικοπολιτισμική κρίση που βιώνουμε, άλλαξε τα δεδομένα. Στόχος του ανθρώπου έγινε το γρήγορο και άμεσο, τα κέρδη μπήκαν πάνω από τους ανθρώπους και οι ίδιοι άρχισαν να αντιμετωπίζουν ψυχολογικά προβλήματα. Με την οικονομική κρίση, μάλιστα, αυξήθηκαν κατακόρυφα και τα προβλήματα του τζόγου στην Ελλάδα, γεγονός που εξηγείται από τη διεθνή βιβλιογραφία», τονίζει ο κ. Λαϊνάς.
Σύμφωνα με αυτήν, τόσο η διαθεσιμότητα του ηλεκτρονικού τζόγου, μέσω της ευρείας χρήσης του διαδικτύου, όσο και η εμβάθυνση της οικονομικής κρίσης, προσφέρουν μεγάλο δέλεαρ κυρίως στα χαμηλότερα κοινωνικοοικονομικά στρώματα, ώστε να λύσουν γρήγορα και εύκολα τα προβλήματά τους, να «πιάσουν την καλή».
Εξαρτήσεις από τα ναρκωτικά, το αλκοόλ, τις ουσίες γενικότερα και τα τυχερά παιχνίδια βρίσκονται στο στόχαστρο των Προγραμμάτων Προαγωγής Αυτοβοήθειας του Τμήματος Ψυχολογίας του ΑΠΘ, από το 2001 μέχρι σήμερα, στη Θεσσαλονίκη, τη Σητεία, τα Χανιά και τη Λάρισα. Από τα προγράμματα αυτά, που χρηματοδοτούνται από το υπουργείο Υγείας σε συνεργασία και με τον Οργανισμό Κατά των Ναρκωτικών (ΟΚΑΝΑ), έχουν περάσει συνολικά πάνω από 4.700 άνθρωποι, χρήστες και συγγενείς.
Η φιλοσοφία τους ανήκει στο δίκτυο των «στεγνών» προγραμμάτων του ΟΚΑΝΑ που επιδιώκουν την αλλαγή των συνηθειών του χρήστη σε βαθύ προσωπικό και ολιστικό επίπεδο, καθώς οι όποιες παρεμβάσεις δε στοχεύουν μόνο στη διακοπή της χρήσης μιας ουσίας ή μιας συνήθειας, αλλά επιπλέον στην ομαλή και λειτουργική ένταξη των ανθρώπων αυτών στην κοινωνία.  Του Αντώνη Πετρόγιαννη tharrosnews

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια
Δεν βρέθηκαν σχόλια γι'αυτό το άρθρο.
Γίνε ο πρώτος που θα σχολιάσει το άρθρο χρησιμοποιώντας την παρακάτω φόρμα