Παρασκευή 17 Ιουλίου 2026

Επισήμως κυβέρνηση υποδίκων και για τον ΟΠΕΚΕΠΕ η Νέα Δημοκρατία

Πλέον κανείς δεν μπορεί να μιλάει για «σκευωρία» σε σχέση με το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ. Ούτε για «προσπάθεια σπίλωσης προσώπων». Ούτε για «επιλεκτική στοχοποίηση» μιας πολιτικής παράταξης.
Ούτε, βέβαια, μπορεί κανείς να υποστηρίζει πια ότι η όλη υπόθεση δεν αγγίζει την κυβέρνηση.
Γιατί οι διώξεις από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία σε βάρος τεσσάρων κυβερνητικών βουλευτών, μαζί με την παράλληλη αρχειοθέτηση της υπόθεσης ως προς άλλους επτά βουλευτές, απαντάει σε όλα τα παραπάνω.
Καταρχάς, γιατί πολύ απλά τέσσερις βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας είναι και επισήμως κατηγορούμενοι για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Μια υπόθεση με μεγάλη απαξία, αφού αφορά τη διασπάθιση ευρωπαϊκών επιδοτήσεων και μάλιστα σε τέτοια κλίμακα ώστε να τεθεί σε κίνδυνο συνολικά η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση στον αγροτικό τομέα.
Ναι, οι βουλευτές αυτοί διώκονται για «απλά πλημμελήματα» όπως είπε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, αλλά αυτά είναι ηθική αυτουργία σε απιστία, ηθική αυτουργία σε παράνομη διαχείριση ευρωπαϊκών κονδυλίων και ειδικά για την Κατερίνα Παπακώστα για ηθική αυτουργία σε ψευδή βεβαίωση και απόπειρα απάτης με υπολογιστή.
Ναι, όντως δεν κατηγορούνται ότι πήραν ένα ντουφέκι και άρχισαν να πυροβολούν. Ούτε ότι έκαναν ληστείες τραπεζών. Όμως, αυτά για τα οποία κατηγορούνται δεν είναι ακριβώς συμβατά με την ιδιότητα του βουλευτή ενός κόμματος εξουσίας.
Να το πω απλά: αυτά είναι πλημμελήματα, που εάν οδηγήσουν σε καταδίκες οδηγούν κάποιον εκτός πολιτικής. Γιατί, ιδίως εάν μιλάμε για κόμματα εξουσίας πώς μπορείς μετά να ασκήσεις εξουσία με οποιονδήποτε τρόπο, χωρίς να υπάρχει διαρκώς η υποψία της παρανομίας και της κακοδιαχείρισης.
Επομένως, η Νέα Δημοκρατία είναι αντιμέτωπη με το ότι βουλευτές κατηγορούνται για αδικήματα που δεν συνάδουν, με οποιονδήποτε τρόπο, με την έννοια του κόμματος διακυβέρνησης, παρά μόνο εάν στον ορισμό του προσθέσουμε και την ενδημική διαφθορά.
Ταυτόχρονα, το ίδιο το γεγονός ότι δεν ασκήθηκαν κατηγορίες σε βάρος όλων, προσδίδει κύρος στη δίωξη, αφού αποδεικνύει ότι δεν επρόκειτο για γενικευμένη στοχοποίηση, αλλά για δίωξη εκείνων ακριβώς για τους οποίους υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις εμπλοκής.
Και βέβαια δεν ασκήθηκαν διώξεις μόνο σε αυτούς τους τέσσερις. Συνολικά διώκονται, σε αυτό το «πακέτο» που αφορά το 2021, 22 άτομα, που περιλαμβάνουν και δύο διευθυντές υπουργών, δηλαδή επίσης πολιτικά στελέχη, όπως και ο πρώην πρόεδρος του ΟΠΕΚΕΠΕ Δ. Μελάς, επίσης ένας διορισμός που αποτελεί πολιτική επιλογή της Νέας Δημοκρατίας.
Και εδώ πρέπει να πούμε κάτι πολύ σημαντικό. Η Νέα Δημοκρατία φρόντισε, μετατρέποντας την κοινοβουλευτική πλειοψηφία που διαθέτει σε απαλλακτικό βούλευμα, να μην διωχθούν δύο εμπλεκόμενοι υπουργοί (Βορίδης και Αυγενάκης). Γιατί είναι προφανές ότι το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ προήλθε από πολιτικές αποφάσεις των προϊστάμενων υπουργών, τις οποίες έκαναν πράξη τα στελέχη του ΟΠΕΚΕΠΕ, με τους βουλευτές στην πραγματικότητα να υλοποιούν το τελικό στάδιο, δηλαδή εκεί όπου η διασπάθιση κονδυλίων αποσκοπούσε πια στην ψηφοθηρία.
Και όλα αυτά αφορούν, ας μην το ξεχνάμε, μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Υπάρχουν και επόμενες περίοδοι προς διερεύνηση. Αξίζει να αναφερθεί ότι στην υπό εξέλιξη έρευνα για τις επιδοτήσεις του 2022 φέρεται να εμπλέκονται τρεις πρώην βουλευτές της ΝΔ.
Επομένως, είναι τουλάχιστον απορίας άξιο γιατί ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης πανηγυρίζει επειδή τέσσερις βουλευτές, μαζί με ανθρώπους που συνδέονται με το κόμμα του, παραπέμπονται με κατηγορίες που εάν προσπαθούσα να τις εξηγήσω σε κάποιον που δεν γνωρίζει από νόμους και δικονομία και με ρώταγε «γιατί τους κατηγορούν, παιδί μου;», η μόνη απάντηση που θα μπορούσα να δώσω θα ήταν: «τους κατηγορούν ότι είναι λαμόγια, μπάρμπα».
Ιδίως, όταν τον χαρακτηρισμό κυβέρνηση υποδίκων, η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη και της Νέας Δημοκρατίας, δεν τον «κέρδισε» τώρα, καθώς τον είχε ήδη κατακτήσει με τις παραπομπές στο Ειδικό Δικαστήριο για Καραμανλή και Τριαντόπουλο, σε σχέση με την τραγωδία στα Τέμπη.
Την ίδια στιγμή αποτελεί πρόκληση να βγαίνει με αυτά τα δεδομένα ο πρωθυπουργός με ύφος τιμητή των πάντων και να αναρωτιέται «ποιος θα ζητήσει συγγνώμη για εκείνες τις αθλιότητες;»
Από πού και ως πού είναι αθλιότητα η διερεύνηση ενός μεγάλου σκανδάλου, από έναν Ευρωπαϊκό Θεσμό, ενός σκανδάλου που αφορά ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις και έναν μηχανισμό κατανομής αυτών των αγροτικών επιδοτήσεων, που βρίσκεται στην καρδιά του πρωτογενούς τομέα στη χώρα μας, που αφορά εκατοντάδες χιλιάδες παραγωγούς και τελικά το ίδιο το μέλλον της αγροτιάς στη χώρα μας; Από πότε οι δικαστικές έρευνες και η αναζήτηση στοιχείων με σκοπό την προστασία του δημοσίου συμφέροντος είναι «αθλιότητα»; Και γιατί είναι αθλιότητα η προσεκτική στάθμιση των στοιχείων έτσι ώστε στο τέλος να υπάρχει δίωξη για αυτούς για τους οποίους όντως υπάρχουν στοιχεία;
Ταυτόχρονα, αποτελεί βαθιά προσβολή προς την ελληνική κοινωνία το να απαιτεί ο πρωθυπουργός να ζητήσουμε συγγνώμη, όσοι – δικαιολογημένα όπως αποδεικνύεται από τις σημερινές διώξεις – μιλήσαμε για σκάνδαλο με εμπλοκή κυβερνητικών στελεχών, καθώς ακριβώς για αυτό πρόκειται.
Αλλά όταν η αλαζονεία της εξουσίας συναντά τη βεβαιότητα ότι «πρόθυμα» και – «ταϊσμένα» – ΜΜΕ θα αναπαράγουν το σουρεαλιστικό επιχείρημα «καταρρέει η σκευωρία, μόνο τέσσερις στους έντεκα διώκονται», γιατί να μην βγει και ο πρωθυπουργός και να πει: «θα ζητήστε και συγγνώμη».
Μόνο που εάν έχουμε έστω και μικρή σχέση με την πραγματικότητα, τότε γίνεται σαφές ότι εάν κάποιος πρέπει να ζητήσει συγγνώμη, αυτός είναι ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης και η κυβέρνησή του, για τον τρόπο που κακοδιαχειρίστηκαν τα ευρωπαϊκά κονδύλια και έβαλαν τη χώρα στο στόχαστρο των ευρωπαϊκών θεσμών. Αλλά δεν θα την ακούσουμε αυτή τη στιγμή, έστω για να αποδειχτεί ότι μπορεί να ισχύει εκείνο που μας έλεγαν όταν είμασταν παιδιά, ότι δηλαδή «από όταν εφευρέθηκε η συγγνώμη, χάθηκε το φιλότιμο». Ακόμη χειρότερα, βλέπουμε έναν πρωθυπουργό περίπου να ζητάει και τα ρέστα.
Όμως, σε τελική ανάλυση, όλα αυτά είναι απλώς μια ψευδαίσθηση, που δημιουργεί η επίπλαστη εικόνα επικοινωνιακής κυριαρχίας που γεννά η «φούσκα» του φιλοκυβερνητικού μηντιακού οικοσυστήματος. Γιατί, όπως δείχνουν οι δημοσκοπήσεις, η κοινωνία και γνώμη έχει σχηματίσει και καταδικαστικές αποφάσεις ετοιμάζεται να εκδώσει στις εκλογές. Γιατί ακόμη και σε μια εποχή σαν τη δική μας, όπου μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης θεωρεί τους πολιτικούς εκ προοιμίου διεφθαρμένους, υπάρχουν κάποια όρια στον κυνισμό της εξουσίας που μπορεί να ανεχτεί η κοινωνία. Όρια που έχει προ πολλού ξεπεράσει η Νέα Δημοκρατία. 
Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια
Δεν βρέθηκαν σχόλια γι'αυτό το άρθρο.
Γίνε ο πρώτος που θα σχολιάσει το άρθρο χρησιμοποιώντας την παρακάτω φόρμα