
Οι πολιτικές εποχές δεν πεθαίνουν πάντοτε με θόρυβο. Συχνότερα πεθαίνουν μέσα σε μια παράξενη κανονικότητα, όταν εξακολουθούν να διαθέτουν υπουργούς, γραφεία, τηλεοπτικό χρόνο, μηχανισμούς επιρροής και δημοσκοπική παρουσία, αλλά έχουν ήδη απολέσει το ουσιωδέστερο στοιχείο κάθε πολιτικής ηγεμονίας: την ικανότητα να παράγουν νόημα για το μέλλον. Αυτό ακριβώς συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα. Το πολιτικό σύστημα εξακολουθεί να κινείται, αλλά οι βασικοί του πρωταγωνιστές μοιάζουν να περιστρέφονται γύρω από έναν εξαντλημένο άξονα, προσπαθώντας να πείσουν μια κοινωνία που έχει ήδη αλλάξει ότι το αύριο μπορεί να κατασκευαστεί από τα υλικά του χθες. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης και ο Αλέξης Τσίπρας δεν αποτελούν πλέον δύο ανταγωνιστικές προτάσεις για το μέλλον. Αποτελούν δύο διαφορετικές μεθόδους διαχείρισης της πολιτικής παλαιότητας.
Η μητσοτακική εξουσία έχει φτάσει στο σημείο όπου η επικοινωνία δεν καλύπτει πλέον την πολιτική, αλλά επιχειρεί να την αντικαταστήσει. Η αρχική υπόσχεση ενός κράτους αποτελεσματικού, θεσμικά ορθολογικού, ευρωπαϊκά κανονικού και διοικητικά σύγχρονου μεταβλήθηκε σταδιακά σε ένα κλειστό σύστημα αυτοεπιβεβαίωσης, μέσα στο οποίο κάθε κυβερνητική αστοχία μετατρέπεται σε νέα εξαγγελία, κάθε κοινωνική δυσφορία σε πρόβλημα επικοινωνιακής διαχείρισης και κάθε αμφισβήτηση σε παρεξήγηση την οποία οφείλει να διορθώσει η επόμενη συνέντευξη, το επόμενο μήνυμα, η επόμενη παρουσίαση, ο επόμενος ανασχηματισμός.
Πρόκειται για κάτι βαθύτερο από κυβερνητική φθορά. Πρόκειται για μια συγκεκριμένη νοοτροπία εξουσίας που έχει αρχίσει να θεωρεί τον εαυτό της σχεδόν φυσικό καθεστώς των πραγμάτων. Μια εξουσία που δυσκολεύεται πλέον να αντιληφθεί τη διαφορά ανάμεσα στο κράτος και στον εαυτό της, ανάμεσα στην ενημέρωση και στη διαχείριση της εικόνας, ανάμεσα στην πολιτική πειθώ και στην κατασκευή της εντύπωσης ότι οποιαδήποτε εναλλακτική θα ήταν εξ ορισμού ανεύθυνη, ακραία ή επικίνδυνη.
Εκεί βρίσκεται η βαθύτερη αλαζονεία του μητσοτακικού μοντέλου. Όχι σε μια χειρονομία ή σε μια φράση, αλλά στην πεποίθηση ότι η ίδια η κανονικότητα ταυτίζεται με τη δική του παραμονή. Ότι η χώρα δεν κυβερνάται απλώς από μία κυβέρνηση αλλά προστατεύεται από αυτήν απέναντι στην αβεβαιότητα. Ότι η πολιτική αλλαγή δεν αποτελεί φυσιολογική λειτουργία μιας δημοκρατίας, αλλά σχεδόν συστημικό κίνδυνο. Όταν όμως μια εξουσία αρχίζει να παρουσιάζει τον εαυτό της όχι ως επιλογή αλλά ως αναγκαιότητα, έχει ήδη εγκαταλείψει ένα ουσιώδες μέρος της δημοκρατικής της αυτογνωσίας.
Και ύστερα από τόσα χρόνια διακυβέρνησης, η επιμονή στον μέλλοντα χρόνο γίνεται πλέον πολιτικά προκλητική. Θα γίνουν μεταρρυθμίσεις. Θα διορθωθούν οι δυσλειτουργίες. Θα ενισχυθεί το εισόδημα. Θα αντιμετωπιστεί το στεγαστικό. Θα αναταχθεί η περιφέρεια. Θα θωρακιστούν οι θεσμοί. Θα αποκτήσει η χώρα αποτελεσματικότερο κράτος.
Πότε ακριβώς;
Η πολιτική δεν μπορεί να λειτουργεί επ’ αόριστον σαν προκαταβολή ενός έργου που δεν φτάνει ποτέ στην ημερομηνία παράδοσης. Όταν κάποιος έχει κυβερνήσει επί δύο θητείες, η υπόσχεση παύει να αποτελεί τεκμήριο φιλοδοξίας και αρχίζει να λειτουργεί ως ομολογία ανολοκλήρωτου. Δεν μπορεί μια κυβέρνηση να διεκδικεί ταυτόχρονα τον τίτλο της μακροβιότερης δύναμης σταθερότητας και την αθωότητα του νεοεισερχόμενου που ζητεί χρόνο για να εφαρμόσει το πρόγραμμά του.
Μετά από τόσα χρόνια, δεν εξετάζεται πλέον η πρόθεση.
Εξετάζεται ο λογαριασμός.
Και ο λογαριασμός της κοινωνίας δεν γράφεται στα ενημερωτικά φυλλάδια των υπουργείων. Γράφεται στο σούπερ μάρκετ, στο ενοίκιο, στην αδυναμία ενός νέου ανθρώπου να σχεδιάσει στοιχειωδώς την επόμενη δεκαετία της ζωής του, στην ασφυξία της μικρής επιχειρηματικότητας, στην εγκατάλειψη της περιφέρειας, στην αίσθηση ότι ο κοινωνικός ανελκυστήρας έχει ακινητοποιηθεί και ότι πίσω από τη βιτρίνα μιας διαρκώς εξαγγελλόμενης ανάπτυξης συγκροτείται μια χώρα δύο ταχυτήτων.
Αλλά ακόμη σοβαρότερη είναι η πολιτική ένδεια της ιδέας ότι αυτή η εξάντληση μπορεί να απαντηθεί με την επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα.
Αν το μητσοτακικό υπόδειγμα είναι η αλαζονεία της παρατεταμένης εξουσίας, η επαναφορά Τσίπρα είναι η αλαζονεία της επιλεκτικής αμνησίας.
Χρειάζεται πράγματι μια εντυπωσιακή υποτίμηση της πολιτικής νοημοσύνης μιας κοινωνίας για να παρουσιάζεται ως φορέας καινούργιας αρχής ένας πρώην πρωθυπουργός ο οποίος υπήρξε ήδη πρωταγωνιστής μιας από τις πιο δραματικές πολιτικές διαψεύσεις της μεταπολιτευτικής περιόδου. Να εμφανίζεται ως αντισυστημικός εκείνος που κυβέρνησε. Ως φορέας ρήξης εκείνος που ενσωματώθηκε πλήρως στους ευρωπαϊκούς και εγχώριους μηχανισμούς εξουσίας. Ως αμόλυντος κριτής της σημερινής κατάστασης ένας άνθρωπος που έχει ήδη αφήσει πίσω του κυβερνητική θητεία, συμβιβασμούς, ανατροπές διακηρύξεων και μια εκλογική κατάρρευση που οδήγησε τελικά στην αποχώρησή του από την ηγεσία του κόμματός του.
Τι ακριβώς επιστρέφει λοιπόν;
Η ριζοσπαστικότητα;
Δοκιμάστηκε.
Η κυβερνητική επάρκεια;
Δοκιμάστηκε.
Η ικανότητα δημιουργίας ενός ανθεκτικού πολιτικού φορέα;
Δοκιμάστηκε και αυτή.
Η υπόσχεση ότι αυτή τη φορά ο ίδιος πρωταγωνιστής, έχοντας αλλάξει σκηνικό, λεξιλόγιο και ίσως συνεργάτες, θα παραγάγει διαφορετικό ιστορικό αποτέλεσμα δεν αποτελεί πολιτική ανανέωση. Αποτελεί απαίτηση συλλογικής αμνησίας.
Και είναι βαθύτατα αποκαλυπτικό ότι επιστρέφει μαζί του το λεξιλόγιο μιας άλλης δεκαετίας. Μνημόνια, ρήξεις, κοινωνικές ανατροπές, νέα ξεκινήματα. Η ακρίβεια βαφτίζεται τώρα περίπου νέο μνημόνιο και η παλιά δραματουργία επιχειρεί να ξαναστηθεί σαν να μην έχει μεσολαβήσει τίποτε. Μόνο που οι κοινωνίες δεν είναι θεατές χωρίς αρχείο. Θυμούνται. Και η πολιτική ιστορία δεν διαγράφεται επειδή ένας πρώην πρωθυπουργός αποφάσισε να ξανασυστηθεί.
Η τραγική ειρωνεία είναι ότι Μητσοτάκης και Τσίπρας χρειάζονται τελικά τον ίδιο τύπο πολίτη.
Έναν πολίτη που ξεχνά.
Ο Μητσοτάκης χρειάζεται τον πολίτη που ξεχνά ότι κυβερνά ήδη επί χρόνια, ώστε να μπορεί να του παρουσιάζει κάθε Σεπτέμβριο ως καινούργια αφετηρία.
Ο Τσίπρας χρειάζεται τον πολίτη που ξεχνά πώς κυβέρνησε, ώστε να μπορεί να του παρουσιάζει την επιστροφή του ως καινούργια αρχή.
Ο ένας ζητεί διαγραφή του κυβερνητικού παρόντος.
Ο άλλος ζητεί διαγραφή του κυβερνητικού παρελθόντος.
Και οι δύο ζητούν πίστωση για ένα μέλλον που στηρίζεται στην επιλεκτική λήθη.
Εδώ ακριβώς συναντώνται οι δύο εκδοχές ενός πολιτικού συστήματος που δυσκολεύεται αφόρητα να αποδεχθεί ότι ο ιστορικός του χρόνος τελειώνει. Για χρόνια, η ελληνική κοινωνία εκπαιδεύτηκε στην ιδέα ότι η πολιτική επιλογή πρέπει να εξαντλείται στη φοβική σύγκριση: Μητσοτάκης ή επιστροφή στον Τσίπρα. Τεχνοκρατική κανονικότητα ή περιπέτεια.
Κυβερνητική σταθερότητα ή παλινδρόμηση.
Πρόκειται για έναν εξαιρετικά βολικό εγκλωβισμό, επειδή απαλλάσσει και τους δύο από το δυσκολότερο ερώτημα.
Γιατί να είναι αναγκασμένη η χώρα να επιλέξει έναν από τους δύο;
Από πού ακριβώς προκύπτει ότι η πολιτική ιστορία της Ελλάδας πρέπει να περιστρέφεται επ’ αόριστον γύρω από δύο ήδη δοκιμασμένους πρωθυπουργούς;
Με ποιο δικαίωμα ένα εξαντλημένο πολιτικό προσωπικό μετατρέπει τη δική του αδυναμία ανανέωσης σε εθνικό δίλημμα;
Η ίδια αδυναμία παραγωγής πολιτικού καινούργιου εξηγεί και την ευκολία με την οποία τμήματα του δημόσιου και μιντιακού χώρου επένδυσαν στην περίπτωση της Μαρίας Καρυστιανού. Ένα πρόσωπο με αδιαμφισβήτητο ηθικό βάρος εξαιτίας μιας ανείπωτης προσωπικής τραγωδίας και μιας δημόσιας διεκδίκησης δικαιοσύνης άρχισε να φορτώνεται με τις προσδοκίες ενός ολόκληρου συστήματος που διψούσε να ανακαλύψει τον επόμενο πολιτικό πρωταγωνιστή του.
Και εδώ αποκαλύφθηκε ξανά η ασθένεια της εποχής.
Η ανάγκη για πολιτική χωρίς την επίπονη διαδικασία παραγωγής πολιτικής.
Ένα πρόσωπο, μια ισχυρή δημόσια παρουσία, ένα τεράστιο συναισθηματικό κεφάλαιο, μερικές τηλεοπτικές εμφανίσεις, μια κοινωνική ταύτιση και αμέσως η φαντασίωση του νέου πολιτικού φορέα.
Μόνο που η πολιτική δεν κατασκευάζεται με τη λογική τηλεοπτικού κάστινγκ.
Ο πόνος δεν είναι πρόγραμμα.
Η δικαιολογημένη οργή δεν είναι εξωτερική πολιτική.
Η κοινωνική αποδοχή δεν είναι οικονομικό σχέδιο.
Το ηθικό κύρος δεν είναι κυβερνητική αρχιτεκτονική.
Και η δυνατότητα να εκφράζεις μια κοινωνική πληγή δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι διαθέτεις τη θεωρητική, πολιτική και οργανωτική επάρκεια να κυβερνήσεις ένα κράτος.
Όσοι έσπευσαν να μετατρέψουν την Καρυστιανού από σύμβολο μιας απαίτησης δικαιοσύνης σε έτοιμη πολιτική αρχηγό δεν την προστάτευσαν. Την εργαλειοποίησαν. Επιχείρησαν να μεταφέρουν το τεράστιο ηθικό απόθεμα μιας μητέρας που έχασε το παιδί της σε έναν χώρο όπου οι κανόνες είναι εντελώς διαφορετικοί και απείρως σκληρότεροι. Και τώρα που η πραγματικότητα της πολιτικής αποδεικνύεται πολύ πιο σύνθετη από την κατασκευή μιας δημοφιλούς εικόνας, το ίδιο σύστημα που βιαζόταν να κατασκευάσει τη νέα του ελπίδα αρχίζει να αναζητεί την επόμενη.
Αυτή είναι ίσως η πιο παρακμιακή όψη της σημερινής δημόσιας ζωής.
Η βιομηχανική παραγωγή «ελπίδων».
Παράγουμε έναν σωτήρα, τον καταναλώνουμε, απογοητευόμαστε, τον αποσύρουμε και αναζητούμε τον επόμενο.
Δεν παράγουμε πολιτική σκέψη.
Παράγουμε πρόσωπα.
Δεν συγκροτούμε ιδεολογίες.
Κατασκευάζουμε αφηγήματα.
Δεν απαιτούμε σχέδιο.
Απαιτούμε αναγνωρισιμότητα.
Και ύστερα απορούμε γιατί η πολιτική ζωή ανακυκλώνει τους ίδιους ανθρώπους, τις ίδιες αποτυχίες και τα ίδια αδιέξοδα.
Η επικείμενη πολιτική πρωτοβουλία του Αντώνη Σαμαρά δεν πρέπει να διαβαστεί ως ακόμη μία συμμετοχή στην αγορά των προσωπικών κομμάτων. Αν περιοριστεί εκεί, δεν θα έχει κανένα ιστορικό νόημα. Η σημασία της μπορεί να βρίσκεται ακριβώς στο αντίθετο: στη δυνατότητα να καταγγείλει στην πράξη τον εκβιασμό σύμφωνα με τον οποίο η χώρα είναι καταδικασμένη να κινείται ανάμεσα στη μητσοτακική αυτοαναπαραγωγή και στην τσιπρική παλινόρθωση.
Ο Σαμαράς μπαίνει σε αυτή τη συζήτηση με ένα ιδιότυπο πολιτικό πλεονέκτημα. Δεν χρειάζεται να κατασκευαστεί τώρα.
Έχει ήδη κριθεί.
Έχει κυβερνήσει.
Έχει συγκρουστεί.
Έχει νικήσει και έχει ηττηθεί.
Έχει πληρώσει πολιτικό κόστος.
Έχει τοποθετηθεί σε ζητήματα στα οποία άλλοι περίμεναν πρώτα να δουν προς ποια κατεύθυνση φυσά ο δημοσκοπικός άνεμος.
Και, κυρίως, δεν χρειάζεται να ανακαλύψει τον Σεπτέμβριο τις απόψεις που θα τον εξυπηρετούσαν τον Σεπτέμβριο.
Αυτό ακριβώς είναι που κάνει την επικείμενη κίνησή του πολιτικά επικίνδυνη για το σημερινό σύστημα. Όχι η δημιουργία ενός ακόμη κόμματος. Αλλά το ενδεχόμενο να καταστεί δυνατή η μετακίνηση του δημόσιου ερωτήματος από το «ποιος από τους δύο» στο «γιατί αυτοί οι δύο».
Γιατί Μητσοτάκης;
Γιατί ξανά Τσίπρας;
Γιατί η χώρα πρέπει να δεχθεί ως φυσικό νόμο ότι η πολιτική της ζωή εξαντλείται ανάμεσα στον τεχνοκρατικό διαχειρισμό μιας σταδιακής κοινωνικής συρρίκνωσης και στην αναβίωση ενός αποτυχημένου αριστερού μεσσιανισμού;
Γιατί πρέπει ένας συντηρητικός πολίτης να αποδέχεται μια Νέα Δημοκρατία της οποίας η ιδεολογική μετατόπιση παρουσιάζεται ως αναπόφευκτος εκσυγχρονισμός;
Γιατί ένας κοινωνικά πιεσμένος πολίτης πρέπει να θεωρεί μοναδική εναλλακτική έναν πρώην πρωθυπουργό που είχε ήδη την ευκαιρία να πραγματοποιήσει τη δική του υπόσχεση μετασχηματισμού;
Γιατί η πολιτική επιλογή πρέπει να είναι διαρκώς επιλογή μικρότερης απογοήτευσης;
Εδώ πρέπει να τολμήσει η νέα πρωτοβουλία κάτι πολύ περισσότερο από μια εκλογική απόσχιση.
Να ξαναφέρει στην πολιτική τη λέξη κατεύθυνση.
Να μιλήσει για πατρίδα χωρίς γραφικό εθνικισμό.
Για κοινωνική συνοχή χωρίς αριστερή φρασεολογία της δεκαετίας του 1980.
Για οικονομία χωρίς τον φετιχισμό των δεικτών.
Για Ευρώπη χωρίς επαρχιώτικη υποταγή.
Για εξωτερική πολιτική χωρίς φοβικό κατευνασμό αλλά και χωρίς θεατρικές κορώνες.
Για δημογραφικό όχι ως θέμα συνεδρίου, αλλά ως υπαρξιακό πρόβλημα της χώρας.
Για παραγωγή.
Για περιφέρεια.
Για θεσμούς.
Για πολιτισμό.
Για μια Ελλάδα που δεν θα θεωρεί την ιστορική της αυτοσυνειδησία εμπόδιο στον εκσυγχρονισμό της.
Αν ο Σαμαράς δεν το κάνει αυτό, θα έχει ιδρύσει απλώς ακόμη ένα κόμμα.
Αν το κάνει, θα έχει ανοίξει μια εντελώς διαφορετική συζήτηση.
Γιατί το πραγματικό πρόβλημα της χώρας δεν είναι αυτή τη στιγμή η έλλειψη υποψηφίων πρωθυπουργών.
Είναι η έλλειψη πολιτικής ιδέας.
Ο Μητσοτάκης έχει μετατρέψει την πολιτική σε διοίκηση της υπάρχουσας πραγματικότητας και την παραμονή του στην εξουσία σε υπέρτατο αποδεικτικό της επιτυχίας του.
Ο Τσίπρας επιχειρεί να μετατρέψει την αποτυχία του παρελθόντος σε προσόν επανεκκίνησης.
Το μιντιακό σύστημα καταναλώνει προσωρινές ελπίδες με την ταχύτητα που καταναλώνει τηλεοπτικές σεζόν.
Και η κοινωνία καλείται κάθε τόσο να ενθουσιαστεί ξανά με το ίδιο εμπόρευμα σε διαφορετική συσκευασία.
Αυτός ο κύκλος πρέπει να κλείσει.
Όχι επειδή κάποιος δικαιούται προσωπική δικαίωση.
Αλλά επειδή μια χώρα δεν μπορεί να ζει επ’ αόριστον ανάμεσα στην αυτάρκεια εκείνου που θεωρεί ότι είναι αναντικατάστατος και στην αυταπάτη εκείνου που πιστεύει ότι μπορεί να επιστρέψει σαν να μην είχε φύγει ποτέ.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται τρίτη θητεία της ίδιας πολιτικής αυτάρκειας.
Δεν χρειάζεται δεύτερη πρεμιέρα της ίδιας πολιτικής διάψευσης.
Και σίγουρα δεν χρειάζεται άλλον έναν κατασκευασμένο μεσσία μικρής διάρκειας.
Χρειάζεται πολιτική.
Δηλαδή επιλογή.
Σύγκρουση.
Ιεράρχηση.
Κόστος.
Ιδέα για την κοινωνία.
Ιδέα για το κράτος.
Ιδέα για το έθνος.
Ιδέα για το ποια θέση διεκδικεί η Ελλάδα στον κόσμο που έρχεται.
Αν ο Σεπτέμβριος σηματοδοτήσει πράγματι την έναρξη της νέας πολιτικής πρωτοβουλίας του Αντώνη Σαμαρά, η αξία της δεν θα μετρηθεί από το πόσο θα αφαιρέσει από τον Μητσοτάκη.
Αυτό θα ήταν πολύ λίγο.
Θα μετρηθεί από το αν θα καταφέρει να καταστήσει τον μητσοτακισμό πολιτικά περιττό και την τσιπρική επιστροφή ιστορικά αδιανόητη.
Να αποδείξει ότι η χώρα δεν είναι καταδικασμένη να διαλέγει ανάμεσα στην αλαζονεία της διαχείρισης και στη νοσταλγία της αποτυχίας.
Να καταστήσει ξανά νοητό ότι η πολιτική δεν είναι η τέχνη με την οποία οι ίδιοι άνθρωποι εξηγούν γιατί πρέπει να τους δοθεί άλλη μία ευκαιρία.
Είναι η τέχνη με την οποία μια κοινωνία αποφασίζει ότι μια εποχή τελείωσε.
Και ανοίγει την επόμενη.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σχόλια
Δεν βρέθηκαν σχόλια γι'αυτό το άρθρο.
Γίνε ο πρώτος που θα σχολιάσει το άρθρο χρησιμοποιώντας την παρακάτω φόρμα