
Στην έκθεση αυτή αναφέρθηκε χθες ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και πρόεδρος του Eurogroup Κυριάκος Πιερρακάκης, στη συνέντευξη που παραχώρησε στο ενημερωτικό δελτίο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) για την Τραπεζική Εποπτεία, επισημαίνοντας ότι ένας από τους τρεις βασικούς στόχους για την ευρωπαϊκή τραπεζική αγορά είναι να υπάρξει συναίνεση ως προς τα σημεία στα οποία μπορεί να απλοποιηθεί το κανονιστικό πλαίσιο, χωρίς να υπονομευθούν η ανθεκτικότητα των τραπεζών και η χρηματοπιστωτική σταθερότητα.
«Η προσαρμογή του κανονιστικού πλαισίου δεν σημαίνει χαλάρωση των προτύπων, σημαίνει να διασφαλίσουμε ότι οι ευρωπαϊκές τράπεζες θα μπορούν να ανταγωνίζονται αποτελεσματικά, διατηρώντας ταυτόχρονα τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα», ανέφερε χαρακτηριστικά ο κ. Πιερρακάκης.
Τι εξετάζει η Κομισιόν για τα NPLs
Στην έκθεση γίνεται ειδική αναφορά στο πλαίσιο διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων, το οποίο, όπως αναγνωρίζει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στη μείωσή τους από επικίνδυνα υψηλά επίπεδα σε ιστορικά χαμηλά.
Η Κομισιόν επισημαίνει, ωστόσο, ότι είναι εύλογο να εξεταστεί κατά πόσο το συγκεκριμένο πλαίσιο παραμένει κατάλληλο για όλες τις φάσεις του οικονομικού κύκλου. Στο επίκεντρο βρίσκονται η σημερινή εφαρμογή του εποπτικού μηχανισμού κάλυψης των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων και ο ορισμός της αθέτησης.
«Αξίζει να εξεταστεί εάν η τρέχουσα ρύθμιση του μηχανισμού κάλυψης για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια και ο ορισμός της αθέτησης περιορίζουν υπερβολικά την ικανότητα των τραπεζών να συνεργάζονται προληπτικά με τους πελάτες σε πρώιμο στάδιο, ακόμη και αν υπάρχουν βάσιμες προοπτικές ανάκαμψης, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων νομοθετικής αναστολής πληρωμών», αναφέρεται στην έκθεση.
Η προληπτική αντιμετώπιση των ανοιγμάτων σε αθέτηση προϋποθέτει, σύμφωνα με την έκθεση, την επίτευξη μιας δύσκολης ισορροπίας. Μια υπερβολικά επιεικής προσέγγιση ενδέχεται να αποκρύψει τους κινδύνους και τις ζημίες που συσσωρεύονται στους ισολογισμούς των τραπεζών, διογκώνοντας τεχνητά την οικονομική τους θέση.
Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να παραπλανήσει τους πιστωτές, συμπεριλαμβανομένων των καταθετών, καθώς και τους επενδυτές ως προς τη σταθερότητα και την κερδοφορία των τραπεζών. Παράλληλα, ενδέχεται να δημιουργήσει λανθασμένη εικόνα και στις εποπτικές αρχές για τη συμμόρφωση των πιστωτικών ιδρυμάτων με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας, καθυστερώντας τις αναγκαίες διορθωτικές ενέργειες μέχρι ένα σημείο στο οποίο η ανάκαμψη της κατάστασης θα είναι πλέον πολύ δύσκολη.
Σε μακροοικονομικό επίπεδο, η καθυστερημένη αναγνώριση των ζημιών θα μπορούσε να οδηγήσει ακόμη και σε αιφνίδια πτώχευση τραπεζών, ενδεχομένως ταυτόχρονα, με απρόβλεπτες συνέπειες για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.
Από την άλλη πλευρά, η έκθεση επισημαίνει ότι μια υπερβολικά αυστηρή προληπτική αντιμετώπιση μπορεί να ενισχύσει την προκυκλικότητα των εποπτικών απαιτήσεων κατά τη διάρκεια μιας ύφεσης. Η ταξινόμηση ενός ανοίγματος ως αθετημένου υποχρεώνει τις τράπεζες να αφαιρούν τις ζημίες από τα ίδια κεφάλαιά τους και να εφαρμόζουν υψηλότερους συντελεστές στάθμισης κινδύνου στο υπόλοιπο άνοιγμα.
Η ίδια ταξινόμηση επηρεάζει αρνητικά την πιστοληπτική αξιολόγηση των οφειλετών και μπορεί να οδηγήσει στην ταξινόμηση ως αθετημένων ακόμη και όλων των ανοιγμάτων που διατηρούν στην ίδια τράπεζα.
Εάν οι απαιτήσεις αυτές δεν βαθμονομηθούν σωστά, το συνδυασμένο αποτέλεσμά τους θα μπορούσε να παρατείνει τις υφέσεις, καθώς οι τράπεζες θα αναγκάζονταν να περιορίσουν τη χορήγηση πιστώσεων, μειώνοντας την πρόσβαση επιχειρήσεων και πολιτών σε χρηματοδότηση όταν η οικονομία τη χρειάζεται περισσότερο.
Επομένως, ο βασικός στόχος του πλαισίου για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια είναι να διασφαλίζει τη σταθερότητα τόσο των επιμέρους τραπεζών όσο και του τραπεζικού συστήματος συνολικά, διατηρώντας παράλληλα την ικανότητά τους να χρηματοδοτούν την οικονομία σε ακραίες συνθήκες.
Πώς διαμορφώθηκε το σημερινό πλαίσιο
Η Ευρωπαϊκή Ένωση προχώρησε τα προηγούμενα χρόνια στη λήψη σειράς νομοθετικών και μη νομοθετικών μέτρων, προκειμένου να αντιμετωπιστεί ο εξαιρετικά υψηλός όγκος μη εξυπηρετούμενων δανείων που είχε συσσωρευτεί μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση και τις διαδοχικές υφέσεις.
Η συσσώρευση των προβληματικών δανείων επιβάρυνε την ευρωστία των τραπεζών και περιόριζε την ικανότητά τους να παρέχουν πιστώσεις στην οικονομία. Σύμφωνα με την έκθεση, τα μέτρα που εφαρμόστηκαν συνέβαλαν καθοριστικά στην υποχώρηση του δείκτη μη εξυπηρετούμενων δανείων στα σημερινά χαμηλά επίπεδα.
Από την πλευρά της μικροπροληπτικής εποπτείας, μεταξύ των σημαντικότερων παρεμβάσεων ήταν η καθιέρωση του μηχανισμού ασφαλείας για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια και ο ορισμός της αθέτησης, όπως προβλέπεται στο άρθρο 178 του Κανονισμού Κεφαλαιακών Απαιτήσεων και διευκρινίζεται περαιτέρω από τις σχετικές κατευθυντήριες γραμμές της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών.
Ο μηχανισμός ασφαλείας αποτελεί διαρθρωτικό μέτρο του Πυλώνα 1 και υποχρεώνει τις τράπεζες να συμμορφώνονται, μέσα σε συγκεκριμένες προθεσμίες, με τις ελάχιστες απαιτήσεις κάλυψης όταν διαθέτουν μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα. Ο ορισμός της αθέτησης προσδιορίζει πότε ένα άνοιγμα πρέπει να θεωρείται αθετημένο για σκοπούς προληπτικής εποπτείας.
Η έκθεση σημειώνει ότι οι ορισμοί του μη εξυπηρετούμενου ανοίγματος και του ανοίγματος σε αθέτηση παρουσιάζουν μικρές διαφορές για ιστορικούς λόγους, με τον πρώτο να περιλαμβάνει τον δεύτερο. Ωστόσο, οι δύο έννοιες αλληλεπικαλύπτονται σε τέτοιο βαθμό, ώστε η συνολική διαφορά μεταξύ των ποσών που καταγράφονται ως μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα και εκείνων που βρίσκονται σε αθέτηση να είναι αμελητέα.
Από το 6,5% στο 1,8% τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια
Κατά την τελευταία δεκαετία, οι τράπεζες της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν βελτιώσει σημαντικά την ποιότητα του ενεργητικού τους. Το 2014 τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια αποτελούσαν μακροοικονομικό πρόβλημα και τροχοπέδη για τον ευρωπαϊκό τραπεζικό τομέα, καθώς αντιστοιχούσαν στο 6,5% του συνόλου των δανείων και προκαταβολών.
Η εικόνα είναι πλέον διαφορετική, έπειτα από τις προσπάθειες περιορισμού του κινδύνου και τη βελτίωση της εσωτερικής ικανότητας των τραπεζών να διαχειρίζονται τα απομειωμένα στοιχεία του ενεργητικού τους. Ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων διαμορφώθηκε στο 1,8% και παρέμεινε σταθερός σε αυτό το επίπεδο από το δ' τρίμηνο του 2025.
Όπως επισημαίνεται στην έκθεση, ο τραπεζικός τομέας της ΕΕ κατάφερε να αντέξει την πανδημική κρίση, την απότομη άνοδο του πληθωρισμού και την ενεργειακή κρίση, διατηρώντας υψηλή πιστωτική ποιότητα. Η εικόνα του πιστωτικού κινδύνου στα χαρτοφυλάκια των τραπεζών παραμένει συνολικά υπό έλεγχο, αν και καταγράφονται παράγοντες που απαιτούν παρακολούθηση.
Ειδικότερα, τα δάνεια του Σταδίου 2, στα οποία έχει σημειωθεί σημαντική αύξηση του πιστωτικού κινδύνου σύμφωνα με το Διεθνές Πρότυπο Χρηματοοικονομικής Αναφοράς 9, αυξήθηκαν την τελευταία πενταετία από το 8% στο 9,5%. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει παράλληλα ότι νέες ευπάθειες ενδέχεται να προκύψουν εξαιτίας των αβέβαιων μακροοικονομικών και γεωπολιτικών προοπτικών.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σχόλια
Δεν βρέθηκαν σχόλια γι'αυτό το άρθρο.
Γίνε ο πρώτος που θα σχολιάσει το άρθρο χρησιμοποιώντας την παρακάτω φόρμα