
Στον πυρήνα του σχεδιασμού βρίσκονται οι εξαγγελίες που παρουσίασε ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, στη ΔΕΘ για τον επενδυτικό «κουμπαρά» των παιδιών, το «Σπίτι μου 3» και τις χρηματοδοτήσεις των 5 δισ. ευρώ προς τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, μαζί με το νέο πλαίσιο για τη συμπληρωματική συνταξιοδοτική αποταμίευση και τα Ανοιχτά Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης.
Για τις τράπεζες ανοίγεται έτσι ένα ευρύτερο πεδίο δραστηριότητας, το οποίο εκτείνεται από τη χορήγηση στεγαστικών και επιχειρηματικών δανείων έως τη διαχείριση επενδυτικών προϊόντων, τη θεματοφυλακή κεφαλαίων, το bancassurance και την αξιοποίηση κρατικών εγγυήσεων.
Από τον επενδυτικό «κουμπαρά» στη μακροχρόνια αποταμίευση
Ο ειδικός επενδυτικός λογαριασμός για τη νέα γενιά αποτελεί την πιο χαρακτηριστική προσπάθεια να αποκτήσει η αποταμίευση μακροχρόνιο και συστηματικό χαρακτήρα από τα πρώτα χρόνια της ζωής ενός παιδιού. Οι γονείς θα μπορούν να ανοίγουν τον λογαριασμό μέσα στα δύο πρώτα χρόνια από τη γέννησή του, με το κράτος να καταθέτει κάθε χρόνο ποσό ίσο με την εισφορά της οικογένειας και έως 1.200 ευρώ.
Το ανώτατο ποσό της κρατικής συμμετοχής θα αυξάνεται κατά 10% κάθε πενταετία, ενώ ο γονέας θα μπορεί να εισφέρει συνολικά έως 10.000 ευρώ τον χρόνο. Εάν κάποια χρονιά δεν πραγματοποιηθεί κατάθεση, ο λογαριασμός θα παραμένει ενεργός και θα συνεχίζει να αποδίδει, χωρίς όμως να καταβάλλεται η αντίστοιχη κρατική συνεισφορά.
Τα κεφάλαια δεν θα παραμένουν υποχρεωτικά σε μια απλή κατάθεση, αλλά θα μπορούν να τοποθετούνται σε αμοιβαία κεφάλαια, μετοχές, εταιρικά ομόλογα και κρατικούς τίτλους που διαπραγματεύονται σε οργανωμένες αγορές της Ελλάδας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα σχετικά προϊόντα θα προσφέρονται από τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρείες και Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, με κοινό τρόπο παρουσίασης του κόστους και δυνατότητα δωρεάν μεταφοράς από έναν εγκεκριμένο πάροχο σε άλλον.
Για τις τράπεζες, το πρόγραμμα ανοίγει μια νέα αγορά μακροχρόνιων επενδυτικών λογαριασμών, με σταθερές εισροές και ορίζοντα έως 18 ετών. Παράλληλα, δημιουργεί δυνατότητες ανάπτυξης στο asset management και στο bancassurance, καθώς οι τραπεζικοί όμιλοι θα μπορούν να διαθέτουν προϊόντα διαφορετικού επενδυτικού κινδύνου και να διαχειρίζονται ένα μέρος των κεφαλαίων που θα συσσωρεύονται.
Με τη μέγιστη επιδοτούμενη εισφορά, το συνολικό κεφάλαιο που θα έχει κατατεθεί σε βάθος 18 ετών υπολογίζεται σε 49.304 ευρώ, από τα οποία τα 24.652 ευρώ θα προέρχονται από το κράτος. Στα παραδείγματα του κυβερνητικού σχεδίου, το τελικό ποσό διαμορφώνεται σε 64.109 ευρώ με μέση ετήσια απόδοση 3% και σε 77.062 ευρώ με απόδοση 5%, ενώ με μια υψηλότερη απόδοση κοντά στο 7% μπορεί να προσεγγίσει ή και να ξεπεράσει τις 90.000 ευρώ. Άρα, το ποσό που θα συγκεντρωθεί τελικά μπορεί να διαφέρει σημαντικά ανάλογα με το επενδυτικό προϊόν που θα επιλέξει η οικογένεια και την απόδοσή του στη διάρκεια των 18 ετών.
Συμπληρωματική σύνταξη και Ανοιχτά ΤΕΑ
Στην ίδια κατεύθυνση κινείται το νέο πλαίσιο για τη συμπληρωματική συνταξιοδοτική αποταμίευση, το οποίο επιχειρεί να αναπτύξει τον δεύτερο πυλώνα ασφάλισης και να δώσει πρόσβαση σε εργαζομένους, ελεύθερους επαγγελματίες και μικρότερες επιχειρήσεις που μέχρι σήμερα βρίσκονταν ουσιαστικά εκτός επαγγελματικής ασφάλισης.
Με τον νόμο 5327/2026 θεσμοθετούνται τα Ανοιχτά Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης, στα οποία θα μπορούν να προσχωρούν επιχειρήσεις και επαγγελματικοί φορείς χωρίς να απαιτείται η δημιουργία ξεχωριστού Ταμείου ούτε το ελάχιστο όριο των 100 ασφαλισμένων. Τα Ανοιχτά ΤΕΑ θα αδειοδοτούνται και θα εποπτεύονται από την Τράπεζα της Ελλάδος, ενώ προβλέπεται πλήρης φορητότητα των ασφαλιστικών δικαιωμάτων όταν ένας εργαζόμενος αλλάζει εργασία ή πρόγραμμα.
Οι εισφορές θα εκπίπτουν πλήρως από το φορολογητέο εισόδημα, με το ετήσιο πλαφόν να αυξάνεται στις 35.000 ευρώ για τους ελεύθερους επαγγελματίες και στο 35% του ετήσιου εισοδήματος για τους μισθωτούς. Παράλληλα, οι εισφορές που καταβάλλουν οι επιχειρήσεις για τους εργαζομένους τους θα αναγνωρίζονται ως εκπιπτόμενη δαπάνη, ενισχύοντας το κίνητρο να προσφέρουν συμπληρωματική σύνταξη ως πρόσθετη εργοδοτική παροχή.
Η ανάπτυξη των ΤΕΑ δημιουργεί για τις τράπεζες μια νέα δεξαμενή μακροπρόθεσμων κεφαλαίων, τα οποία θα χρειάζονται επενδυτική διαχείριση, θεματοφυλακή, ψηφιακή εξυπηρέτηση και κανονιστική παρακολούθηση. Οι τραπεζικοί όμιλοι διαθέτουν ήδη ΑΕΔΑΚ, υπηρεσίες θεματοφυλακής, μονάδες asset management και συνεργασίες με ασφαλιστικές εταιρείες, γεγονός που τους επιτρέπει να διεκδικήσουν σημαντικό μέρος αυτής της αγοράς και να ενισχύσουν τα επαναλαμβανόμενα έσοδα από προμήθειες.
Το περιθώριο ανάπτυξης παραμένει μεγάλο, καθώς στην Ελλάδα λειτουργούν 27 ΤΕΑ με περίπου 55.000 ασφαλισμένους και περιουσιακά στοιχεία που αντιστοιχούν σε λιγότερο από το 1% του ΑΕΠ, όταν στις χώρες του ΟΟΣΑ με ώριμο δεύτερο ασφαλιστικό πυλώνα το αντίστοιχο ποσοστό προσεγγίζει κατά μέσο όρο το 50%. Η διεύρυνση της συμμετοχής μπορεί επομένως να αυξήσει την εθνική αποταμίευση και να δημιουργήσει μια σταθερότερη βάση κεφαλαίων για μακροχρόνιες επενδύσεις.
Τα κεφάλαια των επενδυτικών λογαριασμών και των ΤΕΑ δεν μετατρέπονται αυτομάτως σε τραπεζικές καταθέσεις ούτε μπορούν να διοχετευθούν απευθείας σε δάνεια. Ενισχύουν, όμως, το συνολικό απόθεμα εγχώριας αποταμίευσης που διαχειρίζεται το χρηματοπιστωτικό σύστημα και διευρύνουν τις δυνατότητες χρηματοδότησης επιχειρήσεων μέσω μετοχών, εταιρικών ομολόγων και άλλων επενδυτικών εργαλείων.
Νέος κύκλος στεγαστικών μέσω του «Σπίτι μου 3»
Στον τομέα της τραπεζικής χρηματοδότησης, το «Σπίτι μου 3» κινητοποιεί συνολικά κεφάλαια 2 δισ. ευρώ για τη χορήγηση χαμηλότοκων στεγαστικών δανείων πρώτης κατοικίας. Από αυτά, 500 εκατ. ευρώ προέρχονται από το δανειακό σκέλος του Ταμείου Ανάκαμψης, άλλα 500 εκατ. ευρώ από τα διαθέσιμα της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας και 1 δισ. ευρώ από τα πιστωτικά ιδρύματα.
Οι τράπεζες θα βρεθούν στο επίκεντρο της εφαρμογής, καθώς θα αναλάβουν την πιστοληπτική αξιολόγηση των ενδιαφερομένων, τη χορήγηση των δανείων και τον έλεγχο των ακινήτων που θα χρησιμοποιηθούν ως εξασφάλιση. Το πρόγραμμα αναμένεται να ξεκινήσει στις αρχές του 2027, με το ηλικιακό όριο να διευρύνεται έως τα 55 έτη, τη μέγιστη εμπορική αξία της κατοικίας να αυξάνεται στις 300.000 ευρώ και το ανώτατο ποσό του δανείου στις 230.000 ευρώ.
Για τον τραπεζικό κλάδο, το νέο πρόγραμμα μπορεί να δώσει ώθηση σε μια αγορά όπου οι νέες στεγαστικές χορηγήσεις παραμένουν χαμηλές σε σχέση με τα προ κρίσης επίπεδα. Η τελική επίδραση θα εξαρτηθεί, ωστόσο, από τη διαθεσιμότητα κατάλληλων κατοικιών και από το πόσα ακίνητα θα μπορούν να περάσουν χωρίς σοβαρές εκκρεμότητες τον νομικό, τεχνικό και πολεοδομικό έλεγχο.
Δάνεια 5 δισ. ευρώ προς τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η κινητοποίηση κεφαλαίων που σχεδιάζεται για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, με δύο νέα χρηματοδοτικά εργαλεία της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας να χρησιμοποιούν δημόσιους πόρους 1,5 δισ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης ως βάση για συνολικές τραπεζικές χορηγήσεις έως 5 δισ. ευρώ.
Το πρώτο εργαλείο αφορά συγχρηματοδοτούμενα δάνεια συνολικού ύψους έως 2,2 δισ. ευρώ, στα οποία η συμμετοχή του Δημοσίου θα μειώνει το τελικό επιτοκιακό κόστος για την επιχείρηση. Το δεύτερο αφορά δάνεια εγγυοδοσίας έως 2,8 δισ. ευρώ, με την κρατική εγγύηση να καλύπτει σημαντικό μέρος των εξασφαλίσεων και να διευκολύνει την πρόσβαση στη χρηματοδότηση επιχειρήσεων που διαθέτουν βιώσιμα σχέδια, αλλά δυσκολεύονται να προσφέρουν επαρκείς εγγυήσεις.
Οι τράπεζες θα συνεισφέρουν το μεγαλύτερο μέρος των τελικών κεφαλαίων και θα διατηρούν την ευθύνη της πιστοδοτικής αξιολόγησης, αποκτώντας παράλληλα τη δυνατότητα να προσεγγίσουν μικρότερες επιχειρήσεις με χαμηλότερο κίνδυνο και ευνοϊκότερους όρους. Τα δάνεια θα μπορούν να καλύπτουν τόσο επενδυτικά σχέδια όσο και ανάγκες ρευστότητας, ενώ η ενεργοποίησή τους προγραμματίζεται για τις αρχές του 2027 χωρίς τους σημερινούς χρονικούς περιορισμούς του Ταμείου Ανάκαμψης.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σχόλια
Δεν βρέθηκαν σχόλια γι'αυτό το άρθρο.
Γίνε ο πρώτος που θα σχολιάσει το άρθρο χρησιμοποιώντας την παρακάτω φόρμα