Παρασκευή, 27 Αυγούστου 2021

Τζιμ Λόντος, ο "αεροπλανικός" παλαιστής που κατέκτησε τον κόσμο

Ο Τζιμ Λόντος σε πανηγυρικό στιγμιότυπο
με φίλαθλους που τον αποθεώνουν.
ACTION IMAGES/
EUROKINISSIΘΡΥΛΙΚΟ ΞΥΛΟ
46 χρόνια συμπληρώθηκαν από τον θάνατο του θρυλικού Τζιμ Λόντου (19/8/1975). Διαβάστε στο Magazine το ξεκίνημα από το Κουτσοπόδι του Άργους, το υπερατλαντικό ταξίδι στην Αμερική, τη γνωριμία με την πάλη στο Σαν Φρανσίσκο, την πορεία μέχρι τον τίτλο του παγκόσμιου πρωταθλητή, το περίφημο αεροπλανικό κόλπο, τους αγώνες στην Αθήνα, την παγκόσμια αναγνώριση, τους φίλαθλους που τον λάτρεψαν και τα τραγούδια που τον ύμνησαν.
ΘΑΝΑΣΗΣ ΚΡΕΚΟΥΚΙΑΣ
Ήταν 19 Αυγούστου του 1975, όταν ο Χρήστος Θεοφίλου άφησε την τελευταία του πνοή στο Εσκοντίντο της Νότιας Καλιφόρνιας, από έμφραγμα του μυοκαρδίου, σε ηλικία 79 ετών. Φαντάζομαι, το όνομα δε σας λέει απολύτως τίποτα, όμως πρόκειται για έναν από τους μεγαλύτερους θρύλους του περασμένου αιώνα στο άθλημα της πάλης, έναν πραγματικό σούπερ σταρ στις ΗΠΑ, αλλά φυσικά και στην Ελλάδα. Αναφέρομαι στον Τζιμ Λόντο, αφού έτσι έγινε και έμεινε γνωστός όχι μόνο μέσα στις παλαίστρες, αλλά και έξω από αυτές. 46 χρόνια μετά τον θάνατό του, το Magazine θυμάται στο σημερινό κείμενο τους σημαντικότερους σταθμούς στη ζωή του πιτσιρικά που έφτασε άγνωστος το 1911 στη Νέα Υόρκη, για να εξελιχθεί στο πρώτο όνομα της πάλης, φτάνοντας μέχρι τον τίτλο του παγκόσμιου πρωταθλητή.
Ο Λόντος γεννήθηκε τον Ιανουάριο του 1897 στο Κουτσοπόδι του Άργους (αν και στον τάφο του, στο Oak Hill Memorial Park του Εσκοντίντο, αναγράφεται ως χρονολογία γέννησης το 1894) και ήταν ο μικρότερος ανάμεσα σε δεκατρία αδέρφια. Οι γονείς του ήταν αγρότες, αλλά αρκετά ευκατάστατοι. Ο πατέρας του, Θεόφιλος, ήθελε να τον στείλει στη Σχολή Ευελπίδων ώστε να γίνει αξωματικός, όμως η μητέρα του, Παναγιώτα, ονειρευόταν να τον δει ιερέα. Ο Χρήστος μπήκε γρήγορα στα βάσανα, αφού από πολύ νεαρή ηλικία ανέλαβε να βγάζει για βοσκή τα δέκα πρόβατα και τις πέντε αγελάδες της οικογένειας. Λίγο αργότερα, οι γονείς του τον έστειλαν στην Αθήνα, στα μεγαλύτερα αδέρφια του, που διατηρούσαν ένα κλωστήριο-υφαντήριο στην οδό Ηφαίστου.

Ο μικρός όμως ήταν γενικότερα ταραξίας και δημιουργούσε συνεχώς προβλήματα. Μια μέρα, εκεί που περιφερόταν μέσα στο κλωστήριο, ενοχλώντας προφανώς τους εργάτες, τον μάλωσε ο επιστάτης και αντί για άλλη απάντηση, ο 13χρονος Χρήστος τον πέταξε μέσα στο βραστό χαρμάνι με το οποίο βάφονταν τα νήματα! Τότε ήταν που μπήκε στην εξίσωση η Αμερική, εκεί όπου ήδη ήταν εγκατεστημένο ένα από τα αδέρφια του, ο Θανάσης. Ας δώσουμε όμως τον λόγο στον ίδιο τον Λόντο, μέσα από μια σπάνια συνέντευξη που είχε παραχωρήσει το 1936 στο εβδομαδιαίο περιοδικό "Μπουκέτο", όταν είχε έρθει στην Ελλάδα για να προλάβει να δει τον ετοιμοθάνατο πατέρα του. Τη συνέντευξη αναδημοσίευσε τον Δεκέμβριο του 2020 η ιστοσελίδα argolika.gr.
ΑΠΟ ΤΟ ΚΟΥΤΣΟΠΟΔΙ ΣΤΗ ΝΕΑ ΥΟΡΚΗΟ διαιτητής Μαξ Μπάερ (αριστερά) παρακολουθεί τον Τζιμ Λόντο να εξουδετερώνει τον αντίπαλό του, Πρίμο Καρνέρα, σε αγώνα στο Σικάγο (5/5/1950). ALAMY/VISUALHELLAS.GR

"Από τα δώδεκα αγόρια που ήμασταν, εχάσαμε τα έξι, τα περισσότερα σε μικρή ηλικία. Ο πατέρας μου ήταν πολύ αυστηρός και σκληρός άνθρωπος. Τον ετρέμαμε όλοι στο σπίτι. Η μητέρα μου πάλι, ήταν μια πολύ μαλακή, γλυκιά και θρήσκα γυναίκα που προσπαθούσε να εξουδετερώνει την αυστηρότητα του πατέρα μου. Έτσι όταν ήμουν μικρός, βρισκόμουν ανάμεσα σε δυο αντίθετα ρεύματα. Ο πατέρας μου ήθελε να με βάλει στη Σχολή Ευελπίδων, η μητέρα μου αντιθέτως ήθελε να μπω σε μοναστήρι και να γίνω παπάς. Μα εγώ τους γέλασα και τους δυο, έγινα παλαιστής. Εν τούτοις, η μητέρα μου είχε επάνω μου πολύ μεγάλη επίδραση και μπορώ να σας πω ότι όταν ήμουν δέκα έως έντεκα ετών, είχε δημιουργήσει μέσα μου την εντύπωση ότι ο μόνος προορισμός της ζωής μου είναι να κάνω καλά έργα και να μπω στον Παράδεισο".


Διηγείται στη συνέχεια ο Λόντος ένα περιστατικό που είχε συμβεί όταν ο ίδιος ήταν εννέα ετών. Ο πατέρας του ήταν φημισμένος στην περιοχή για τη δύναμή του. Κάποια στιγμή είχε έρθει στο χωριό ένας νέος που είχε λείψει για καιρό και όταν άκουσε για τον Θεόφιλο Θεοφίλου, αποφάσισε να τον προκαλέσει να παλέψουν. Ο Θεόφιλος του εξήγησε ότι ήταν πλέον μεγάλος σε ηλικία: "Είμαι πενήντα, είσαι εικοσιεφτά, αν με νικήσεις, όλοι θα πουν ντροπή που τα έβαλες με κάποιον που θα μπορούσε να είναι ο πατέρας σου. Αν όμως σε νικήσω εγώ, πάλι θα είναι ντροπή για σένα, γιατί ο κόσμος θα γελάει που έχασες από έναν γέρο". Όμως ο νεαρός επέμεινε, τελικά πάλεψαν, ο Θεόφιλος τον νίκησε και ο μικρός Χρήστος εντυπωσιάστηκε. Ήταν η πρώτη του επαφή με την πάλη.

Και συνεχίζει ο Λόντος: "Σαν παιδί έπαιζα κι εγώ μαζί με τ' άλλα παιδιά στα παιχνίδια τους, αλλά δεν είχα καμία ξεχωριστή επίδοση, ούτε στο τρέξιμο, ούτε στη δύναμη. Αλλά και στο σχολείο δεν ήμουν τίποτε το εξαιρετικό. Μόλις και τα κατάφερνα να προβιβάζομαι κάθε χρόνο. Αυτό κράτησε ως την εποχή που αποφάσισα να πάω στην Αμερική και από τότε άλλαξε εντελώς η ζωή μου. Ήταν τότε κατά το 1911, το μεγάλο ρεύμα της μεταναστεύσεως. Όλοι έφευγαν και πήγαιναν στην Αμερική να βρουν την τύχη τους. Ένα πλήθος γνωστοί μας και συγγενείς μας ξεκινούσαν κάθε τόσο. Ως κι ένας αδερφός μου ακόμη, ο Θανάσης, είχε κι εκείνος φύγει για τον Νέο Κόσμο και φαινόταν πολύ ευχαριστημένος με την εργασία που έκανε εκεί".

"Εγώ ήμουν δεκατριών ετών. Πάντοτε είχα μέσα μου την αγάπη προς την ανεξαρτησία, αλλά την εποχή εκείνη η αγάπη μου αυτή έγινε ακόμα δυνατότερη. Έτσι απεφάσισα να φύγω από το σπίτι μου κι από το χωριό μου και να πάω στην Αμερική. Οι γονείς μου, εννοείται, έφερναν μεγάλες αντιρρήσεις, αλλά εγώ είχα πάρει την απόφασή μου και δεν εννοούσα με κανένα τρόπο να την αλλάξω. Στο τέλος αναγκάστηκαν κι αυτοί να υποχωρήσουν και με άφησαν να φύγω, όχι μόνος μου βέβαια, γιατί ούτε στο βαπόρι δεν θα με δέχονταν μοναχό μου, αλλά με κάποιον ξάδελφό μου, που κι εκείνος έφευγε για την Αμερική. Ξεκίνησα λοιπόν μαζί του, πήγαμε στας Πάτρας και απ' εκεί μπήκαμε σε ένα από τα μεγάλα υπερωκεάνια που έκαναν τη γραμμή Ελλάδος-Αμερικής".
ΑΠΟ ΤΗ ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ ΣΤΟ ΣΑΝ ΦΡΑΝΣΙΣΚΟΟ Τζιμ Λόντος ποζάρει πριν τον τελευταίο αγώνα της καριέρας του (16/9/1956). ACTION IMAGES/EUROKINISSI

Σκεφτείτε ότι το υπερατλαντικό ταξίδι ήταν η πρώτη φορά που ο μικρός Χρήστος πήγαινε κάπου πιο μακριά από το Άργος! Και δείτε με ποιον ομολογουμένως εντυπωσιακό τρόπο, απέδειξε πόσο πραγματικά μεγάλη ήταν η αγάπη του για την ανεξαρτησία: "Μόλις βγήκα στη Νέα Υόρκη και τελείωσαν οι πρώτες διατυπώσεις, βάλθηκα ευθύς να βρω δουλειά. Ξαφνικά έρχεται κάποιος και μου λέει ότι ο αδερφός μου ο Θανάσης βρισκόταν κάπου εκεί κοντά στη Νέα Υόρκη. Αυτό με αναστάτωσε. Εγώ, σκέφτηκα, έφυγα από το χωριό μου μόνο και μόνο για να μην είμαι υπό την κηδεμονία του πατέρα μου και για να γίνω αυτεξούσιος και τώρα να έρθω εδώ και να βρεθώ υπό την κηδεμονία του αδερφού μου; Και με τη σκέψη αυτή, μαζεύω τα πράγματά μου, που δεν είχα λύσει καλά-καλά και σηκώνομαι και φεύγω και πηγαίνω στην άλλη άκρη της Αμερικής, στην Καλιφόρνια! Εκεί ήμουν βέβαιος πως θα ήμουν μοναχός μου".

Στο Σαν Φρανσίσκο, όπου εγκαταστάθηκε, ο 14χρονος πλέον Χρήστος έκανε πολλές δουλειές του ποδαριού για να επιβιώσει: λαντζέρης σε εστιατόριο, αχθοφόρος στο λιμάνι, καμαρώτος σε κρουαζιερόπλοια, μοντέλο για ζωγράφους και φωτογράφους, οικοδόμος, τα πάντα. Μια μέρα, καθώς περπατούσε δίπλα σε μια μικρή λίμνη, τράβηξε την προσοχή του η παρουσία κόσμου και οι φωνές ενθουσιασμού που ακούγονταν συνεχώς. Πλησίασε και είδε ένα περίεργο αγωνιστικό παιχνίδι. Μέσα στη λίμνη, πάνω σε μια πλωτή πλατφόρμα που έμοιαζε με σχεδία, ανέβαιναν καμιά τριανταριά άτομα (έχοντας πρώτα πληρώσει εισιτήριο) και εκείνος που κατάφερνε να μείνει τελευταίος, έχοντας ρίξει όλους τους υπόλοιπους στο νερό, κέρδιζε μια σημαντική αμοιβή.
ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΠΑΛΗΑπόκομμα από την εφημερίδα Αθλητικά Χρονικά (9/3/1934).

Ο Χρήστος ανέβηκε και αυτός στην πλατφόρμα και νίκησε εύκολα όλους τους "αντιπάλους" του, προκαλώντας το ενδιαφέρον κάποιων αμερικανών μάνατζερ που παρακολουθούσαν, ψάχνοντας για ταλέντα. Αμέσως τον πλησίασαν και του πρόσφεραν πενταετές συμβόλαιο με έναν τοπικό σύλλογο πάλης. Ο νεαρός υπέγραψε και παράλληλα γράφτηκε σε ένα γυμναστήριο της πόλης, μαθαίνοντας τα μυστικά του αθλήματος. Με τον σύλλογό του αγωνίστηκε μόνο σε εσωτερικούς αγώνες, όμως έψαχνε κάθε ευκαιρία για να δείξει τις ικανότητές του. Λένε ότι κάποια στιγμή διάβασε στην εφημερίδα ότι ζητούσαν αθλητές στο Μεξικό. Αγωνίστηκε αλλά δεν τον πλήρωσαν, με αποτέλεσμα να ξεμείνει εκεί χωρίς χρήματα.

Όμως στάθηκε τυχερός, αφού βρήκε τελικά έναν γνωστό του, που του έδωσε λεφτά για να φάει και να πληρώσει το εισιτήριο της επιστροφής στο Σαν Φρανσίσκο. Οι περιπέτειες όμως δεν τελείωσαν. Ο νεαρός ήταν αποφασισμένος να πετύχει και δήλωνε συμμετοχή σε όλα τα τουρνουά. Σε ένα από αυτά νίκησε και το χρηματικό έπαθλο ήταν 25 σεντς, πολλά σε σύγκριση με τα 50 σεντς που έβγαζε δουλεύοντας όλη μέρα στην οικοδομή. Τότε συνειδητοποίησε ότι θα έπρεπε να γίνει επαγγελματίας παλαιστής. Στο μεταξύ, όταν ολοκληρώθηκε το συμβόλαιό του με τον σύλλογο πάλης, παρότι ήταν απογοητευμένος από τις λίγες ευκαιρίες που είχε, πείστηκε από τον προπονητή του να ανανεώσει και να συνεχίσει.

Εκείνη την εποχή, έπιασε δουλειά σε ένα τσίρκο ως "κάτσερ" σε ένα ακροβατικό νούμερο και εκεί ήρθε σε επαφή για πρώτη φορά με επαγγελματίες παλαιστές. Ήδη είχε αποκτήσει το αγωνιστικό του "παρατσούκλι", από αγώνα που είχε δώσει το 1912, ως "the Wrestling Plasterer, Christopher Theophelus", δηλαδή ο "παλαιστής σοβατζής"! Εμφανιζόταν μάλιστα στο ρινγκ, φορώντας ρούχα και παπούτσια οικοδόμου, λερωμένα με ασβέστες. Προχωρώντας στην εφηβεία του, μπορεί να μην ήταν ψηλός (1.68 μ.), αλλά η σωματική του διάπλαση ήταν εντυπωσιακή. Είχε εκπληκτική δύναμη, απίστευτα γυμνασμένο κορμό, τα πόδια του ήταν "χτισμένα" και η ταχύτητά του παροιμιώδης. Το σημαντικότερο όπλο του όμως ήταν η εξυπνάδα του.
"ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ" Ο ΤΖΙΜ ΛΟΝΤΟΣΟ Τζιμ Λόντος, δεύτερος από αριστερά, σε εκδήλωση προς τιμήν του, στην Αθήνα (14/6/1966). ACTION IMAGES/EUROKINISSI

Το 1916, λίγο πριν κλείσει τα 20 χρόνια του, τού έγινε πρόταση να αγωνιστεί με αντίπαλο έναν δημοφιλή στη δυτική ακτή παλαιστή ονόματι Μπέρσον στο Πόρτλαντ. Το έπαθλο ήταν πεντακόσια δολάρια, ποσό ασύλληπτο για την εποχή. Νίκησε εύκολα και την επόμενη μέρα έγινε πρωτοσέλιδος, με αλλαγμένο όμως όνομα. Ένας αθλητικογράφος της εφημερίδας "Oregonian", ο Ρόσκο Φόσετ, επειδή δυσκολευόταν να γράψει το όνομά του, τον "βάφτισε" Λόντον, ακριβώς επειδή το γήπεδο στο οποίο είχε διεξαχθεί ο αγώνας με τον Μπέρσον, ονομαζόταν "Λόντον". Βέβαια, αυτή είναι μια από τις εκδοχές, ίσως αυτή που έχει επικρατήσει περισσότερο από τις υπόλοιπες. Πιθανότατα όμως, αυτή που ισχύει, να είναι η ακόλουθη.

Όταν μετά τους πρώτους αγώνες του Χρήστου, έφτασαν στην Ελλάδα και τα πρώτα αποκόμματα εφημερίδων, τα αδέρφια του τα έδειξαν στον πατέρα τους, σίγουροι ότι θα χαιρόταν. Όμως εκείνος εξοργίστηκε βλέποντας τον γιο του ημίγυμνο: "Τι είναι αυτά; Ο γιος μου χωρίς ρούχα; Αν είναι να καταντήσει μπαχλιβάνης (σ.σ. παλαιστές των πανηγυριών), να αλλάξει όνομα!" Μάταια προσπάθησαν να του εξηγήσουν τα παιδιά του ότι έτσι εμφανίζονταν οι παλαιστές. Ο Θεόφιλος Θεοφίλου ήταν ανένδοτος και επήλθε οικογενειακή ρήξη, με τον Δημήτρη, ένα από τα αδέρφια, να φεύγει από το σπίτι. Τα νέα έφτασαν στην Αμερική, ο Χρήστος στεναχωρήθηκε όταν έμαθε τα λόγια του πατέρα του, αλλά αποφάσισε να αλλάξει το όνομά του, κάτι άλλωστε συνηθισμένο ανάμεσα στους Έλληνες μετανάστες.

Έτσι λοιπόν, χρησιμοποίησε το Τζιμ για να τιμήσει τον αδερφό του, Δημήτρη, που είχε πάρει το μέρος του (και όχι τον Δημήτρη Τόφαλο, όπως ευρέως πιστεύεται) και το Λόντον, επειδή αυτό ήταν το επίθετο του προπονητή του. Λίγο μετά, αντικατέστησε το τελικό "ν" με το "ς", για να δηλώνει την ελληνικότητά του. Πάντως, οι αμερικανικές εφημερίδες, τον έγραφαν ως Jeemy και όχι Jimmy που ήταν το σωστό, για να του κάνουν πλάκα για την προφορά του. Το σίγουρο είναι ότι από εκεί και μετά άρχισε να γεννιέται ο θρύλος του Τζιμ Λόντου. Στη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, συνέχισε να δίνει αγώνες, να κατακτά νίκες και να γίνεται όλο και πιο αγαπητός στο κοινό της Καλιφόρνιας. Το 1917 ήρθε ένας σταθμός στην πορεία του.

Αγωνίστηκε για πρώτη φορά στο "Madison Square Garden" της Νέας Υόρκης, μπροστά σε 14.000 θεατές, αντιμετωπίζοντας τον Ed "Strangler" Lewis (Εντ ο "Στραγγαλιστής"), που λίγο καιρό πριν είχε κερδίσει για πρώτη φορά τον τίτλο του Παγκόσμιου Πρωταθλητή Πάλης Βαρέων Βαρών (θα τον κέρδιζε άλλες πέντε φορές στην καριέρα του). Ο Λιούις περνούσε τον Λόντο δέκα πόντους στο ύψος, τριάντα κιλά στο βάρος και ήταν δυνατός σαν ταύρος. Το φοβερό του κεφαλοκλείδωμα, που όταν το εφάρμοζε, δεν υπήρχε αντίπαλος που να μπορεί να το σπάσει, ήταν εκείνο που του είχε δώσει το προσωνύμιο "στραγγαλιστής". Ο αγώνας διήρκεσε σχεδόν δυο ώρες και ο Λόντος μπορεί τελικά να έχασε, αλλά προέβαλε απίστευτη αντίσταση.
ΜΕ ΟΠΛΟ ΤΟ ΑΕΡΟΠΛΑΝΙΚΟ ΚΟΛΠΟΟ Τζιμ Λόντος, στον τελευταίο αγώνα της καριέρας του, έχει πετάξει στο καναβάτσο τον Ιρλανδό Ράιτ (16/9/1956). ACTION IMAGES/EUROKINISSI

Στα επόμενα χρόνια, μέχρι το 1925, ο Λόντος αντιμετώπισε άλλες έξι φορές τον Εντ Λιούις, χάνοντας σε όλες τις αναμετρήσεις του. Στο μεταξύ, άρχισε να τελειοποιεί το δικό του "όπλο", που εξελίχθηκε σε "σήμα κατατεθέν" του, το περίφημο αεροπλανικό κόλπο, λαβή δικής του έμπνευσης. Ο Λόντος ήταν πολύ γυμνασμένος, αλλά και ταχύτατος στις κινήσεις του, εντυπωσιακά ευέλικτος και με τέλεια τεχνική. Πρώτα περίμενε να κουραστεί ο αντίπαλός του και όταν ερχόταν η κατάλληλη στιγμή, έσκυβε ξαφνικά, τον έπιανε με το ένα χέρι από τα πόδια, με το άλλο "κλείδωνε" τον λαιμό του, τον σήκωνε ψηλά και αφού τον στριφογύριζε στον αέρα, τον έριχνε σα σακί στο καναβάτσο. Αποτελούσε συνήθως την κορύφωση σε κάθε αγώνα του και την κίνηση που του έδινε τη νίκη.

Από το 1917 ο Λόντος ήταν πρωταθλητής Καλιφόρνιας, ενώ το 1922 ανακηρύχθηκε πρωταθλητής Ειρηνικού, σε ολόκληρη τη Δυτική Ακτή των ΗΠΑ. Δυο χρόνια νωρίτερα, είχε αποτύχει στην αναμέτρησή του με τον παγκόσμιο πρωταθλητή βαρέων βαρών, Τζο Στέτσερ, ενώ το 1921 νίκησε τον Ελληνοαμερικανό παλαιστή Βασίλη Δημητρέλλη, κατακτώντας τον άτυπο τίτλο του πρωταθλητή Ελλάδας. Από εκεί και μετά, οι νίκες διαδέχονταν η μια την άλλη και η φήμη του Λόντου εξαπλώθηκε πλέον σε όλη την Αμερική, αλλά και στην Ελλάδα, με τις ελληνικές εφημερίδες να αφιερώνουν διθυράμβους στον Αργείτη παλαιστή. Τον Νοέμβριο του 1928, ο Λόντος αποφάσισε να επισκεφθεί την Ελλάδα, συνοδευόμενος από τον Δημήτρη Τόφαλο, που ήταν πλέον μάνατζερ και προπονητής του.
ΟΙ ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑΟ τελευταίος αγώνας στην καριέρα του Τζιμ Λόντου (δεύτερος από δεξιά)στη φιλική αναμέτρηση με τον Ιρλανδό Ράιτ (αριστερά) στο Παναθηναϊκό Στάδιο (16/9/1956). ACTION IMAGES/EUROKINISSI

Διοργανώθηκε αγώνας επίδειξης στο Παναθηναϊκό Στάδιο, ώστε να μπορέσει να τον θαυμάσει από κοντά το αθηναϊκό κοινό. Ο αγώνας χρειάστηκε να αναβληθεί δυο φορές, την πρώτη επειδή ο Λόντος προσεβλήθη από δάγκειο πυρετό και τη δεύτερη λόγω κακοκαιρίας. Τελικά η συνάντηση διεξήχθη στις 2 Δεκεμβρίου με διαιτητή τον Τόφαλο και αντίπαλους τον Λόντο και τον αήττητο μέχρι τότε Πολωνοαμερικανό πρωταθλητή Ευρώπης, Καρλ Ζμπίσκο. Μπροστά σε περισσότερους από 100.000 θεατές που παραληρούσαν στις κερκίδες, ο Λόντος νίκησε τον Ζμπίσκο και αποθεώθηκε από το πλήθος. Στη συνέχεια, ταξίδεψε μέχρι το Κουτσοπόδι για να δει την οικογένειά του και εκεί πάλεψε με τον Τόφαλο σε έναν ακόμα αγώνα επίδειξης.

Επέστρεψε στην Αμερική και ένα χρόνο μετά το μεγάλο οικονομικό κραχ του 1929, όπου έχασε σημαντικό μέρος της περιουσίας του, ο Λόντος προκάλεσε σε αγώνα τον Γερμανό παλαιστή Ντικ Σίκατ, τον νίκησε και ανακηρύχθηκε παγκόσμιος πρωταθλητής βαρέων βαρών της National Wrestling Association, τίτλο που διατήρησε μέχρι το 1935. Το 1933 ταξίδεψε ξανά στην Ελλάδα, όπου για μια ακόμα φορά διοργανώθηκε αγώνας στο Παναθηναϊκό Στάδιο (από τον Πανιώνιο με σκοπό τη συγκέντρωση χρημάτων για την ανέγερση του σταδίου της Νέας Σμύρνης). Εκεί ο Λόντος αντιμετώπισε - και πάλι μπροστά σε κατάμεστες κερκίδες - τον Γεωργιανό παλαιστή (και σκακιστή!) Κόλα Κβαριάνι, έναν θηριώδη γίγαντα, τον οποίο νίκησε, σκορπώντας θύελλα ενθουσιασμού στους θεατές. Εκείνη την ημέρα, στο Στάδιο βρισκόταν και ο πατέρας του, που είχε αποφασίσει να δει τον γιο του από κοντά.

Είναι χαρακτηριστικό ότι όταν ο Θεόφιλος Θεοφίλου έφτασε στο "Καλλιμάρμαρο", από τον τηλεβόα ακούστηκε "και τώρα εισέρχεται ο πατέρας Λόντος". Μετά τη λήξη του αγώνα, ο Θεοφίλου κατευθύνθηκε στα αποδυτήρια. Οι μασέρ ενημέρωσαν τον παλαιστή: "Τζιμ, έρχεται ο ντάντι". Μόλις μπήκε μέσα, ο Τζιμ του είπε: "Καλώς ήρθες πατέρα. Δεν ήθελες να με φωνάζουν με το όνομά σου. Πώς σου φαίνεται τώρα που φωνάζουν εσένα με το δικό μου;" Ο Θεόφιλος απείλησε να ξυλοφορτώσει τον γιο του με τη μαγκούρα του, αλλά τελικά οι δυο τους κατέληξαν αγκαλιασμένοι. Γυρνώντας στην Αμερική, ακολούθησε το 1934 ένας από τους σημαντικότερους αγώνες στην καριέρα του Λόντου, η αναμέτρησή του με τον παγκόσμιο πρωταθλητή Εντ Λιούις.
"ΞΥΛΟ" ΣΤΟΝ ΕΝΤ ΚΑΙ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΡΩΤΑΘΛΗΤΗΣΕκδήλωση προς τιμήν του Τζιμ Λόντου (δεύτερος από αριστερά) στην Ελληνική Ομοσπονδία Πυγμαχίας (14/6/1966). ACTION IMAGES/EUROKINISSI

Ήταν η πρώτη τους συνάντηση μετά το 1925 και ο Λόντος είχε χάσει και στις επτά προηγούμενες φορές που είχαν βρεθεί αντιμέτωποι. Ο αγώνας διεξήχθη στο Σικάγο μπροστά σε 35.000 θεατές. Οι εφημερίδες τον παρουσίαζαν ως τη μεγαλύτερη μονομαχία πάλης στην ιστορία των ΗΠΑ. Τα στοιχήματα ήταν υπέρ του "Στραγγαλιστή" λόγω της υπεροχής του στο παρελθόν, όμως μετά από 50 λεπτά ήταν ο Έλληνας παλαιστής εκείνος που πήρε τη νίκη. Αμέσως μετά, πραγματοποίησε μια μεγάλη περιοδεία σε όλο τον κόσμο, ενώ το 1936 επέστρεψε για τρίτη φορά στην Ελλάδα για να αποχαιρετήσει τον ετοιμοθάνατο πατέρα του. Μετά την κηδεία και αφού πέρασε λίγος καιρός, ο Λόντος αντιμετώπισε στο Παναθηναϊκό Στάδιο τον Τούρκο Ντεναρλί, προσθέτοντας ακόμα μια νίκη στο ενεργητικό του.

Το 1938 αναδείχθηκε παγκόσμιος πρωταθλητής βαρέων βαρών, παίρνοντας την περίφημη χρυσή και αδαμαντοποίκιλτη ζώνη, την οποία δεν έχασε ποτέ. Τη διατήρησε στην κατοχή του για πάντα, αφού όταν αποσύρθηκε από την αγωνιστική δράση το 1946, το έκανε ως εν ενεργεία παγκόσμιος πρωταθλητής. Μετά από μερικά χρόνια, δώρισε τη ζώνη σε μουσείο του Λος Άντζελες. Από το 1930, όταν πήρε τον πρώτο του παγκόσμιο τίτλο, μέχρι και το 1946, έδωσε περισσότερους από 2.500 αγώνες, χάνοντας λιγότερους από δέκα! Όλοι οι αντίπαλοί του παραδέχθηκαν την ανώτερότητά του στο άθλημα, εκτός από τον Εντ Λιούις, ίσως επειδή μετά την ήττα του από τον Λόντο, δεν μπόρεσε να επανέλθει στην κορυφή.

Ο Τζο Στέτσερ τον περιέγραψε ως "τον καλύτερο αθλητή με τον οποίο πάλεψε ποτέ", ενώ ο Κβαριάνι είχε πει ότι "ο Λόντος ήταν καλύτερος από τον Λιούις και από όλους". Και η αλήθεια είναι ότι ο Τζιμ Λόντος υπήρξε ο πιο δημοφιλής, ο πιο διάσημος και βέβαια, ο πιο αγαπητός παλαιστής σε όλη την Αμερική (για την Ελλάδα δεν το συζητάμε). Γέμισε ασφυκτικά όλα τα γήπεδα στα οποία αγωνίστηκε και κυριολεκτικά έσωσε το άθλημα της πάλης μέσα στην περίοδο της οικονομικής ύφεσης. Πάντως, τον τελευταίο αγώνα του, φιλικού χαρακτήρα, τον έδωσε το 1956 στο Παναθηναϊκό Στάδιο με αντίπαλο τον Ιρλανδό Ράιτ, όπου και οι δυο παλαιστές αποφάσισαν να δωρίσουν τα έσοδα στην Επιτροπή του Κυπριακού Αγώνα.
Ο ΜΟΧΑΜΕΝΤ ΑΛΙ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΟΥΟ Τζιμ Λόντος έξω από το Παναθηναϊκό Στάδιο (16/9/1956). ACTION IMAGES/EUROKINISSI

Ο Λόντος δημιούργησε μια τεράστια περιουσία, αφού επί σχεδόν μια εικοσαετία, εισέπραττε πολλά χρήματα για κάθε του αγώνα. Σκεφτείτε ότι μόνο το 1931, χρονιά που η οικονομική ύφεση βρισκόταν στο απόγειό της, κέρδισε 1,5 εκατομμύριο δολάρια, που για την εποχή ήταν ασύλληπτο ποσό. Να πούμε εδώ ότι το 1939 παντρεύτηκε την σουηδογερμανικής καταγωγής Άβρα Ρότσγουαϊτ (17 χρόνια νεώτερή του), πρωταθλήτρια ανεμοπορίας, με την οποία απέκτησε τρεις κόρες. Όταν αποσύρθηκε από την αγωνιστική δράση, αγόρασε ένα ράντσο στο Εσκοντίντο, το ονόμασε "Argos" και εγκαταστάθηκε εκεί με την οικογένειά του. Αφιέρωσε τη ζωή του σε φιλανθρωπίες και έδωσε πολλά χρήματα για τα Ελληνόπουλα που είχαν μείνει ορφανά στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.

Για τη συνολική προσφορά του, τιμήθηκε τόσο από τον Πρόεδρο των ΗΠΑ, Ρίτσαρντ Νίξον, όσο και από τον Βασιλιά της Ελλάδας, Παύλο, με τον Χρυσό Φοίνικα. Στην Ελλάδα το όνομά του έγινε θρύλος και στις δεκαετίες του '50 και του '60, όσοι ήθελαν να χαρακτηρίσουν κάποιον δυνατό, τον αποκαλούσαν "Τσιμπλόντο", παραφθορά του ονόματός του. Και βέβαια, ο Λόντος έγινε και τραγούδι. Ο Μάρκος Βαμβακάρης, μετά τη νίκη επί του Κβαριάνι το 1933, έγραψε ένα ζεϊμπέκικο, το οποίο ξεκινούσε ως εξής: "Παρ' την αιμοβορία σου και τράβα στην πατρίδα σου αγαπητέ Κοριάνι, που σ' έστειλε ο Λόντος μας σε μακρινό σεγιάνι"! Ένα χρόνο μετά, το 1934, ο Παναγιώτης Τούντας έγραψε και αυτός τραγούδι, με τίτλο "Στον λεβέντη μας Τζιμ Λόντο", σε ερμηνεία της Ρόζας Εσκενάζυ.

Ας θυμηθούμε το ρεφρέν: "Πέτα τους κάτω Λόντο μου, λεβέντη μου να ζήσεις. Όλους μπροστά στα πόδια σου, κανέναν μην αφήσεις". Και βέβαια, υπάρχει και το πασίγνωστο τραγούδι του Μάρκου (1936), με τίτλο "Αν μ' αξιώσει ο Θεός", όπου έχουμε μια ακόμα αναφορά στον παλαιστή: "Ο Τζίμι Λόντος για νταής θα κάθεται στις τσίλιες κι η Λίλιαν η Χάρβεϊ θα διώχνει τις μπασκίνες". Αυτή ήταν μια μικρή αναδρομή στη ζωή και την πορεία του "Golden Greek", του Χρυσού Έλληνα, όπως τον αποκαλούσαν οι Αμερικανοί, ενός ανθρώπου που ξεκίνησε από το μηδέν και το χωριό του, για να κατακτήσει το άθλημα της πάλης (πριν αυτό χάσει κάθε έννοια σοβαρότητας, όταν εξελίχθηκε στο στημένο κατς) και να εξαπλώσει τη φήμη του στις πέντε ηπείρους. Γιατί όπως είχε γράψει και μια αμερικανική εφημερίδα της εποχής, ο Λόντος ήταν ο Μοχάμεντ Αλί την εποχή που δεν υπήρχε τηλεόραση.
* Πηγές: argolika.gr, ert.gr/ert-arxeio, healthyliving.gr, wiki

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια
Δεν βρέθηκαν σχόλια γι'αυτό το άρθρο.
Γίνε ο πρώτος που θα σχολιάσει το άρθρο χρησιμοποιώντας την παρακάτω φόρμα