Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2026

Δημογραφικό: Κατά 700.000 μειώθηκε ο πληθυσμός – Αύξηση των άτεκνων ζευγαριών – Ο νέος οικονομικός σχεδιασμός των νοικοκυριών

H δραματική μείωση των γεννήσεων, αύξηση του πληθυσμού άνω των 65, η αύξηση των άτεκνων ζευγαριών και η απόκτηση παιδιών από μητέρες μεγαλύτερης ηλικίας είναι τα καθοριστικά στοιχεία της δημογραφικής εικόνας που σκιαγραφείται σήμερα στη χώρα μας σε σύγκριση με την πρώτη μεταπολεμική δεκαετία.
Ειδικότερα, όπως τόνισε στην ομιλία του στο 2ο Financial Planning Forum ο καθηγητής και διευθυντής του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών (ΙΔΕΜ) Βύρων Κοτζαμάνης, οι βασικές αλλαγές είναι οι εξής:
1. σημαντική αύξηση του προσδόκιμου ζωής μας,
2. ταχύτατη μείωση της γονιμότητας (του αριθμού, δηλ., των παιδιών που απέκτησαν οι γενεές που γεννήθηκαν μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’50: 2,0 όσες γεννήθηκαν γύρω από το 1960, 1,45 όσες γεννήθηκαν γύρω από το 1985) και την συνεχή αύξηση της μέσης ηλικίας στην απόκτησή τους, εξ ου και η μετά το 1980 ταχύτατη μείωση των γεννήσεων,
3. αναστροφή του πρόσημού των φυσικών ισοζυγίων μετά το 2010, καθώς οι γεννήσεις είναι σταθερά περισσότερες από τους θανάτους,
4. συνεχή αύξηση του ειδικού βάρους των 65 ετών και άνω (από το 6,8% το 1951 στο 23,5% σήμερα), άμεση επίπτωση της αύξησης του προσδόκιμου ζωής και της μείωσης της γονιμότητας (μια αύξηση που συνοδεύτηκε και από και την σημαντική μείωση του πλήθους και του ειδικού βάρους των 0-19 ετών από το 38,5% το 1951 στο 18,5% σήμερα),
5. αλλαγές της σύνθεσης του πληθυσμού καθώς από «εθνικά ομοιογενής» μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο (οι μη έχοντες την ελληνική υπηκοότητα το 1951 ήταν λίγες χιλιάδες) συμπεριλαμβάνει σήμερα περίπου 800 χιλ. αλλοδαπούς.
6. αναστροφή την τελευταία δεκαπενταετία των μεταναστευτικών ισοζυγίων καθώς οι έξοδοι από την χώρα μας ήταν συνολικά περισσότεροι από τις εισόδους, με αποτέλεσμα, σε συνδυασμό με τα αρνητικά φυσικά ισοζύγια, να έχουμε μια μείωση του πληθυσμού μας (-700 χιλ.) ανάμεσα στο 2011 και το 2026.
7. μείωση των γάμων, αύξηση των διαζυγίων και των συμφώνων συμβίωσης –αλλά και όσων θα μείνουν άτεκνοι–, με αποτέλεσμα την αλλαγή της σύνθεσης και δομής των νοικοκυριών και των οικογενειών και την ανάδυση νέων οικογενειακών μοντέλων.
8. υπερ-συγκέντρωση του πληθυσμού σε ένα εξαιρετικά περιορισμένο τμήμα της επικράτειας.
«Οι δημογραφικές εξελίξεις σε εθνικό επίπεδο μας προβληματίζουν όλο και περισσότερο», επεσήμανε ο κ. Κοτζαμάνης. «Ο προβληματισμός μας δεν περιορίζεται μόνον στο παρόν, καθώς όλες οι προβολές, τόσο αυτές των διεθνών οργανισμών, όσο και αυτές του Ινστιτούτου Δημογραφικών Μελετών και Ερευνών αφήνουν να διαφανεί ότι, σε επίπεδο χώρας, τις επόμενες δεκαετίες:
1) οι θάνατοι θα αυξηθούν ελαφρώς (θα εγγίξουν τις 127 χιλ. κατά μέσο όριο ετησίως το 2026-59) και θα συνεχίσουν να είναι πολύ περισσότεροι από τις γεννήσεις. Αυτό θα έχει σαν αποτέλεσμα, αν το μεταναστευτικό μας ισοζύγιο να είναι ουδέτερο, δηλαδή να καταγράφουμε κάθε χρονιά έντονα αρνητικά φυσικά ισοζύγια και μια συνεχή μείωση του πληθυσμού μας,
2) η υπερ-συγκέντρωσή του πληθυσμού σε ένα εξαιρετικά περιορισμένο τμήμα της επικράτειας θα συνεχισθεί.
3) Ο συνολικός πληθυσμός μας, στην υπόθεση πάντοτε ενός μηδενικού την επόμενη τριακονταπενταετία μεταναστευτικού ισοζυγίου, θα μειωθεί από 1,95 έως και 2,45 εκατομμύρια περίπου το 2060 σε σχέση με σήμερα, ενώ οι 65 ετών και άνω θα αυξηθούν κατά 750 σχεδόν χιλ. Ο πληθυσμός μας, δηλ., θα επανέλθει στο ευνοϊκότερο σενάριο στα επίπεδα του 1963 (8,45 εκατομ.), στο δυσμενέστερο δε σε αυτά του 1955 (7,95 εκατομ.). Και στα δυο όμως αυτά σενάρια η κατανομή του ανά ηλικία θα διαφοροποιείται σημαντικά αυτής των προηγουμένων δεκαετιών καθώς οι 65 ετών και άνω (η μόνη μεγάλη ηλικιακή ομάδα που θα αυξηθεί) θα αποτελούν αναλόγως των σεναρίων το 30–38% του συνολικού πληθυσμού έναντι του 6-7% έναν αιώνα πριν και του 24% το 2026. Η δημογραφική γήρανση επομένως δεν είναι δυνατόν να αναστραφεί. Η αύξηση του πλήθους και του ειδικού βάρους των 65 ετών και άνω στη χώρα μας – μια αύξηση που είναι σαφώς διαφοροποιημένη ανά περιοχή– είναι μη αναστρέψιμη. Μη αναστρέψιμη είναι όμως τις αμέσως επόμενες δεκαετίες και η ταχύτατα αύξηση στο εσωτερικό της ομάδας αυτής όσων δεν έχουν αποκτήσει απογόνους. Τα άτομα αυτά θα βρεθούν μεγαλώνοντας είτε μόνοι, είτε –αν έχουν– με τον επίσης ηλικιωμένο σύντροφό τους, χωρίς την παρουσία των «άτυπων βοηθών» που διαθέτουν ακόμη και σήμερα οι παλαιότερες γενεές.
Οι επιπτώσεις της δημογραφικής γήρανσης
Η γήρανση, σύμφωνα με το διευθυντής του ΙΔΕΜ, είναι μια από τις μείζονες προκλήσεις που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε και τα συστήματα κοινωνικής πρόνοιας, συνταξιοδότησης και υγείας που σχεδιάστηκαν σε περίοδο πληθυσμιακής μεγέθυνσης θα αντιμετωπίσουν αυξημένες δομικές πιέσεις καθώς η αναλογία των ηλικιωμένων προς νέους παραγωγικής ηλικίας θα μεταβληθεί ταχύτατα συμπαρασύροντας και αυτήν των ηλικιωμένων προς τους απασχολούμενους. Η μεταβολή αυτή απαιτεί ριζικές αλλαγές που θα στοχεύουν στην ταχύτατη αύξηση παραγόμενου και «συλλαμβανόμενου» πλούτου στη χώρα μας για την κάλυψη των αυξημένων αναγκών σε πληθώρα τομέων. Απαιτεί δε και, κυρίως, την αύξηση των ποσοστών απασχόλησης, την ταχύτατη ενσωμάτωση καινοτόμων μεθόδων παραγωγής και νέων τεχνολογιών, την αύξηση της παραγωγικότητας/ώρα εργασίας, των παραγωγικών επενδύσεων και των επιδόσεων μας σε όρους διεθνούς ανταγωνιστικότητας. Το «Δημογραφικό» επιτάσσει επομένως, κατά τη γνώμη μου, με δεδομένη την αναπόφευκτη μικρότερη ή μεγαλύτερη μείωση της αναλογίας εργαζόμενων προς άτομα 65 ετών και άνω, μείζονες δομικές αλλαγές στην οικονομία (αλλά και στους θεσμούς), αλλαγές που, αν δεν υλοποιηθούν, θα δημιουργήσουν, ακόμη και αν το πλήθος των εργαζομένων παρέμενε σταθερό και η αναλογία εργαζομένων/άτομα 65+ παρέμενε αμετάβλητη (ανέφικτο, όπως ήδη αναφέραμε), σημαντικά προβλήματα.
Η δημογραφική γήρανση υποχρεώνει έτσι τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής να υιοθετήσουν μια μακροπρόθεσμη οπτική. Ταυτόχρονα, όμως, η δημογραφική γήρανση δεν αποτελεί μόνο μια πρόκληση, αλλά και μια ευκαιρία επαναπροσδιορισμού των αναπτυξιακών προτύπων. Οι χώρες που θα προετοιμαστούν έγκαιρα για αυτή τη δημογραφική μετάβαση μέσω κατάλληλων και διορατικών πολιτικών θα είναι σε καλύτερη θέση να διαφυλάξουν τόσο την οικονομική τους ευημερία και τη διαγενεακή αλληλεγγύη όσο και την κοινωνική συνοχή.
Οι επιπτώσεις των δημογραφικές εξελίξεων στον χρηματο-οικονομικό σχεδιασμό των νοικοκυριών (και, κατ’ επέκταση, και στους Financial Planners)
Η αύξηση του προσδόκιμου ζωής στις ανεπτυγμένες κοινωνίες σε συνδυασμό με τις προόδους της ιατρικής, την βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης, την πιο ισορροπημένη διατροφή και την ανάπτυξη των συστημάτων κοινωνικής προστασίας επιτρέπουν σήμερα σε όλο και περισσότερα άτομα σε σχέση με το παρελθόν να ζουν περισσότερα χρόνια και, συχνά, με καλύτερη υγεία. Η εξέλιξη αυτή αρχίζει να μεταβάλλει και τον τρόπο με τον οποίο τα νοικοκυριά σχεδιάζουν το οικονομικό τους μέλλον. Η μεγαλύτερη διάρκεια ζωής αποτελεί μεν ένα σημαντικό πλεονέκτημα, αλλά δημιουργεί και νέες προκλήσεις που απαιτούν πιο συστηματικό και μακροπρόθεσμο οικονομικό προγραμματισμό. Οι όποιες δε μεταρρυθμίσεις των δημόσιων συστημάτων συντάξεων, υγείας και μακροχρόνιας φροντίδας θα απαιτήσουν από τα νοικοκυρά αναπόφευκτα και την συνεχή προσαρμογή του.
Η πρώτη σημαντική πρόκληση αφορά τη χρηματοδότηση της συνταξιοδότησης. Έχοντας σαν δεδομένο ότι: 
1) όλοι και περισσότεροι θα παραμένουν όλο και περισσότερα χρόνια εκτός της αγοράς εργασίας, 
2) τα εισοδήματα από τις συντάξεις θα πρέπει να επαρκούν για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και 3) τα δημόσια συνταξιοδοτικά συστήματα θα υφίστανται ολοένα μεγαλύτερες πιέσεις, τα νοικοκυριά θα είναι ολοένα περισσότερο υποχρεωμένα να δημιουργούν συμπληρωματικές αποταμιεύσεις, ώστε να διατηρήσουν το βιοτικό τους επίπεδο μετά την αποχώρηση τους από την εργασία.
Η δεύτερη σημαντική πρόκληση σχετίζεται με τις δαπάνες υγείας. Παρότι τα επιπλέον χρόνια ζωής συνοδεύονται συχνά από καλή κατάσταση υγείας, η πιθανότητα εμφάνισης χρόνιων ασθενειών, εξάρτησης ή απώλειας της αυτονομίας αυξάνεται με την ηλικία. Οι ιατρικές δαπάνες, η μακροχρόνια φροντίδα, η προσαρμογή της κατοικίας ή η ανάγκη παροχής κατ’ οίκον βοήθειας εχουν σημαντικό οικονομικό κόστος. Τα νοικοκυριά είναι υποχρεωμένα να διαθέτουν επαρκή οικονομικά αποθέματα ή /και προσήκουσα ασφαλιστική κάλυψη για την αντιμετώπιση των αναγκών αυτών.
Ταυτόχρονα, οι γονείς θα ζουν περισσότερο, αλλά συχνά θα συνεχίζουν να στηρίζουν οικονομικά ακόμη και τα ενήλικα παιδιά τους (σπουδές τους, ένταξή στην αγορά εργασίας, απόκτηση της πρώτης κατοικίας…), ενώ, από την άλλη μεριά, αυτά ενδέχεται να χρειαστεί να τους συνδράμουν και οικονομικά.
Η διαγενεακή αυτή αλληλεγγύη δημιουργεί συχνά σημαντικές οικονομικές πιέσεις για τα νοικοκυριά της μεταβατικής «γενιάς-γέφυρας», η οποία καλείται να στηρίξει ταυτόχρονα ανιόντες και κατιοντες, ενώ, ταυτόχρονα, λόγω της αύξησης των ποσοστών ατεκνίας στις μετά 1970 γενεές, σύντομα, ένα όλο και μεγαλύτερο τμήμα των όλο και περισσοτέρων μελλοντικά ηλικιωμένων θα βρεθεί χωρίς κατιοντες στην τελευταία περίοδο της ζωής τους σε μια περίοδο που δεν αναμένεται η ενίσχυση της διαγενεακής αλληλεγγύης.
Στρατηγικές αποταμίευσης
Η επιμήκυνση της διάρκειας ζωής επηρεάζει επομένως αναπόφευκτα τις στρατηγικές αποταμίευσης και επένδυσης. Οι επενδύσεις θα πρέπει να σχεδιάζονται όλο και περισσότερο έτσι ώστε αφενός μεν να εξασφαλίζουν εισόδημα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, αφετέρου δε να προστατεύονται ή δυνατόν από τον πληθωρισμό. Τα νοικοκυριά θα πρέπει δε να στοχεύουν όλο και περισσότερο σε μια ισορροπία μεταξύ ασφάλειας, απόδοσης και ρευστότητας, ώστε να μπορούν να ανταποκρίνονται στις οικονομικές τους ανάγκες σε όλα τα στάδια του κύκλου ζωής.
Ταυτόχρονα, η διαχείριση των κινδύνων στο μέλλον θα γίνεται όλο πιο σύνθετη. Τα νοικοκυριά οφείλουν να προετοιμάζονται για γεγονότα που μπορεί να προκύψουν σε ένα πολύ μεγαλύτερο χρονικό ορίζοντα, όπως η απώλεια εργασίας, οι διακυμάνσεις των χρηματοπιστωτικών αγορών ή η αύξηση του κόστους ζωής. Ένας αποτελεσματικός χρηματοοικονομικός σχεδιασμός θα βασίζεται επομένως όλο και περισσότερο στη διαφοροποίηση των πηγών εισοδήματος, στη δημιουργία αποθεματικών ασφαλείας και στην επαρκή ασφαλιστική προστασία.
Συνοψίζοντας, με βάση τα προαναφεθέντα, ο χρηματοοικονομικός σχεδιασμός αναδεικνύεται σε βασικό πυλώνα της οικονομικής ασφάλειας των νοικοκυριών, ποσό μάλλον δε αν δεν αναστραφεί η παρατηρούμενη παντού τάση συρρίκνωσης του κράτους πρόνοιας. Η έγκαιρη προετοιμασία, η συστηματική αποταμίευση και η διαφοροποίηση των επενδύσεων για το τμήμα εκείνο των νοικοκυριών που έχει την δυνατότητα να το κάνει (το ποσοστό αυτό να διαφοροποιείται σημαντικά ανάμεσα στις χώρες της Ε.Ε.) αναδεικνύονται, επομένως, σε πυλώνες της οικονομικής τους ασφάλειας δίνοντας την δυνατότητα στα νοικοκυριά αυτά να μετατρέψουν τη μεγαλύτερη διάρκεια ζωής σε μια νέα ευκαιρία και όχι σε πηγή οικονομικής αβεβαιότητας.
Οι προαναφερθείσες αλλαγές θα επηρεάσουν αναπόφευκτα και τους Financial Planner που παρέχουν υπηρεσίες σε συγγενή με τα προαναφερθέντα πεδία. Ο ρόλος τους αναμένεται να καταστεί ολοένα πιο στρατηγικός. Η αποστολή τους δεν θα περιορίζεται πλέον στη διαχείριση της περιουσίας ή στην παροχή συστάσεων για χρηματοοικονομικά προϊόντα, αλλά θα επεκτείνεται στη συνολική υποστήριξη ατόμων και νοικοκυριών σε όλη τη διάρκεια του κύκλου ζωής τους, ώστε να λαμβάνουν προσήκουσες αποφάσεις σε ένα περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από αυξανόμενη αβεβαιότητα.
Ο ρόλος των Financial Planners στον οικονομικό σχεδιασμό των νοικοκυριών
Οι Financial Planners Θα κληθούν επομένως να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στην εκτίμηση των μελλοντικών οικονομικών αναγκών ατόμων και νοικοκυριών, βοηθώντας τα να εκτιμήσουν τις πιθανές δαπάνες που σχετίζονται με την κατοικία, την υγεία, τη μακροχρόνια φροντίδα, την ψυχαγωγία και, ενίοτε, και την οικονομική στήριξη των ανιόντων/η και κατιόντων, προκειμένου να διαμορφώσουν ένα ρεαλιστικό χρηματοοικονομικό σχέδιο προσαρμοσμένο στους στόχους τους. Ο συμβουλευτικός τους δε αυτός ρόλος γίνεται όλο και ποιο σημαντικός σε μια εποχή όπου οι επαγγελματικές διαδρομές γίνονται ολοένα πιο ασυνεχείς και πολυδιάστατες, με αποτέλεσμα η διατήρηση της ασφαλιστικής προστασίας και της συνέχειας του όποιου αποταμιευτικού σχεδιασμού καθώς και της χρηματοοικονομικής ανθεκτικότητας απέναντι στις οικονομικές διακυμάνσεις και στα απρόβλεπτα γεγονότα να είναι όλο και πιο περίπλοκες.
Εκτός όμως της μεγαλύτερης διάρκειας περίοδο συνταξιοδότησης και οι μεταβολές στις οικογενειακές δομές δημιουργούν νέες απαιτήσεις. Οι ανασυγκροτημένες οικογένειες, τα διαζύγια, η αύξηση των μονοπρόσωπων νοικοκυριών και οι νέες μορφές διαγενεακής αλληλεγγύης καθιστούν τη διαχείριση της περιουσίας περισσότερο σύνθετη.
Σε ένα περιβάλλον δε όπου οι χρηματοπιστωτικές αγορές, η φορολογική νομοθεσία και τα συνταξιοδοτικά συστήματα μεταβάλλονται διαρκώς, οι Financial Planners θα πρέπει ταυτόχρονα να παρακολουθούν συστηματικά τις εξελίξεις και να επικαιροποιούν τις προτεινόμενες στρατηγικές καθώς ο χρηματοοικονομικός σχεδιασμός μετατρέπεται προοδευτικά σε μια δυναμική και διαρκή διαδικασία και όχι σε μια εφάπαξ παρέμβαση.
Εν κατακλειδι, ο χρηματοοικονομικός σχεδιασμός στο μέλλον θα βασίζεται ολοένα λιγότερο σε τυποποιημένες λύσεις και ολοένα περισσότερο σε μια εξατομικευμένη, δυναμική και προληπτική προσέγγιση.
Μέσα στο νέο αναδυόμενο τοπίο το βασικό μήνυμα, επομένως, είναι απλό: ο χρηματοοικονομικός σχεδιασμός δεν αφορά πλέον αποκλειστικά τη διαχείριση χρημάτων, αλλά πρωτίστως τη στήριξη ανθρώπων. Ο σύμβουλος χρηματοοικονομικού σχεδιασμού καλείται να συνδυάζει υψηλή τεχνική κατάρτιση, μακροπρόθεσμο στρατηγικό όραμα, ικανότητα προσαρμογής και ανθρωποκεντρική προσέγγιση.
Συμπερασματικά, το μήνυμα που κάθε επαγγελματίας του χρηματοοικονομικού σχεδιασμού θα πρέπει να συγκρατήσει, κατά την γνώμη μου, είναι ότι η αξία της συμβουλευτικής δεν βρίσκεται πλέον κυρίως στην ικανότητα επιλογής των καλύτερων επενδύσεων, αλλά στην ικανότητα δημιουργίας, μαζί με κάθε πελάτη, μιας βιώσιμης, προσαρμοστικής και συνεκτικής στρατηγικής, συμβατής με τις μεγάλες μεταβολές των επομένων δεκαετιών.»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια
Δεν βρέθηκαν σχόλια γι'αυτό το άρθρο.
Γίνε ο πρώτος που θα σχολιάσει το άρθρο χρησιμοποιώντας την παρακάτω φόρμα