
Σύμφωνα με τις μέχρι τώρα πληροφορίες για την έρευνα, ο μηχανισμός που φέρεται να είχε αναπτυχθεί στην αλυσίδα εστίασης επέτρεπε την απόκρυψη πωλήσεων και τη μη απόδοση ΦΠΑ, με την εκτιμώμενη ζημία για το Δημόσιο να φτάνει τουλάχιστον τα 25 εκατ. ευρώ. Η υπόθεση ερευνάται από τις αρμόδιες αρχές, ενώ έχουν πραγματοποιηθεί εννέα συλλήψεις.
Στο επίκεντρο της έρευνας βρίσκεται η λειτουργία του κεντρικού συστήματος παραγγελιοληψίας, μέσω του οποίου οι τηλεφωνικές παραγγελίες κατευθύνονταν στα καταστήματα που εξυπηρετούσαν την περιοχή κάθε πελάτη.
Όπως προκύπτει από τις πληροφορίες που έχουν δημοσιοποιηθεί, ειδικό λογισμικό φέρεται να παρενέβαινε στην καταχώριση των συναλλαγών, με αποτέλεσμα ορισμένες παραγγελίες να μην αποτυπώνονται στην πραγματική τους αξία στα φορολογικά δεδομένα.
Μάλιστα, περίπου μία στις τρεις αποδείξεις, κυρίως εκείνες που αφορούσαν μεγαλύτερες παραγγελίες, φέρεται να χαρακτηριζόταν ηλεκτρονικά ως «κέρασμα». Έτσι, ενώ ο πελάτης είχε πληρώσει το αντίτιμο, η συναλλαγή εμφανιζόταν στο σύστημα ως μηδενικής αξίας ή δεν καταγραφόταν ως κανονική πώληση.
Με αυτόν τον τρόπο, σύμφωνα με τις υπό διερεύνηση καταγγελίες, αποκρυπτόταν μέρος των εισπράξεων και δεν αποδιδόταν ο αναλογών ΦΠΑ. Τα ποσά φέρεται να κατανέμονταν μεταξύ εμπλεκόμενων προσώπων της εταιρείας και ιδιοκτητών καταστημάτων του δικτύου.
Γιατί είναι δύσκολο να εντοπιστούν τα παράνομα λογισμικά
Η συγκεκριμένη υπόθεση αναδεικνύει μία από τις πιο σύνθετες μορφές φοροδιαφυγής, καθώς η παρέμβαση δεν γίνεται απαραίτητα στην ταμειακή μηχανή, αλλά μπορεί να πραγματοποιείται σε προηγούμενο στάδιο, κατά την επεξεργασία της παραγγελίας.
Το βασικό πρόβλημα για τις ελεγκτικές αρχές είναι ότι τα φορολογικά στοιχεία που διαβιβάζονται μπορεί να εμφανίζονται απολύτως φυσιολογικά, παρότι δεν ανταποκρίνονται στις πραγματικές συναλλαγές.
Ειδικότερα, τα παράνομα λογισμικά μπορούν να αλλοιώνουν τις ποσότητες, τις αξίες και τα είδη των προϊόντων ή να παρεμβαίνουν στα δεδομένα των παραστατικών.
Η δυσκολία εντοπισμού μεγαλώνει όταν στην ίδια επιχείρηση λειτουργούν διαφορετικά συστήματα παραγγελιοληψίας, ταμειακών μηχανών, ηλεκτρονικών πληρωμών και λογιστικής παρακολούθησης.
Επιπλέον, μία απόκλιση ανάμεσα στις εισπράξεις και στις δηλωμένες πωλήσεις δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη φοροδιαφυγής. Χρειάζεται τεχνικός έλεγχος για να διαπιστωθεί εάν πρόκειται για σφάλμα ή για σκόπιμη αλλοίωση των δεδομένων.
Τα ψηφιακά όπλα της ΑΑΔΕ
Απέναντι σε αυτές τις πρακτικές, η ΑΑΔΕ αξιοποιεί διασταυρώσεις ηλεκτρονικών δεδομένων, συστήματα ανάλυσης συναλλαγών και εργαλεία εντοπισμού ύποπτων αποκλίσεων, με την τεχνητή νοημοσύνη να αποκτά ολοένα μεγαλύτερο ρόλο στη διαδικασία των ελέγχων.
Κομβικό σημείο αποτελεί η διαβίβαση των αποδείξεων από τους Φορολογικούς Ηλεκτρονικούς Μηχανισμούς μέσω του συστήματος eSend στην πλατφόρμα myDATA.
Με αυτόν τον τρόπο, η φορολογική διοίκηση έχει τη δυνατότητα να συγκρίνει τις καταγεγραμμένες πωλήσεις με τα στοιχεία που εμφανίζονται στα ηλεκτρονικά βιβλία και στις φορολογικές δηλώσεις.
Εξίσου σημαντική είναι η διασύνδεση των POS με τις ταμειακές μηχανές. Μέσω αυτής μπορούν να εντοπίζονται περιπτώσεις κατά τις οποίες πραγματοποιούνται ηλεκτρονικές πληρωμές χωρίς να υπάρχει αντίστοιχη φορολογική καταγραφή.
Ωστόσο, οι διασταυρώσεις αυτές δεν επαρκούν σε κάθε περίπτωση. Εάν ένα παράνομο πρόγραμμα αλλοιώνει τα δεδομένα προτού αυτά διαβιβαστούν στην ΑΑΔΕ, απαιτούνται πρόσθετοι έλεγχοι και σύγκριση με άλλες πηγές, όπως τα αρχεία παραγγελιών, οι τραπεζικές εισπράξεις και τα αποθέματα.
Πότε γίνεται επιτόπιος τεχνικός έλεγχος
Όταν από την ανάλυση των δεδομένων προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις παρατυπιών, η φορολογική διοίκηση μπορεί να προχωρήσει σε επιτόπιο έλεγχο των πληροφοριακών συστημάτων της επιχείρησης.
Οι ελεγκτές εξετάζουν τις ταμειακές μηχανές, τη φορολογική μνήμη, τα ηλεκτρονικά αρχεία και τις εφαρμογές που χρησιμοποιούνται για την καταχώριση των πωλήσεων, αναζητώντας πιθανές παρεμβάσεις ή ασυμφωνίες.
Στην πράξη, το ζητούμενο είναι να ανασυντεθεί ολόκληρη η διαδρομή μιας συναλλαγής, από τη στιγμή που ο πελάτης υποβάλλει την παραγγελία και πληρώνει μέχρι την έκδοση της απόδειξης και την καταχώρισή της στα φορολογικά βιβλία.
Η υπόθεση της Pizza Fan δείχνει ότι, παρά την ψηφιοποίηση των φορολογικών διαδικασιών, εξακολουθούν να υπάρχουν περιθώρια απόκρυψης εσόδων. Το κρίσιμο για την ΑΑΔΕ δεν είναι πλέον μόνο να ελέγχει εάν εκδίδονται και διαβιβάζονται αποδείξεις, αλλά και να μπορεί να διαπιστώνει εάν αυτές αποτυπώνουν τις πραγματικές συναλλαγές μιας επιχείρησης.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σχόλια
Δεν βρέθηκαν σχόλια γι'αυτό το άρθρο.
Γίνε ο πρώτος που θα σχολιάσει το άρθρο χρησιμοποιώντας την παρακάτω φόρμα