Σάββατο 26 Ιανουαρίου 2013

Η μνήμη ως πλεονέκτημα

Πλήθος αντιδράσεων ξεσήκωσε τις προάλλες η τοποθέτηση Λοβέρδου, σχετικά με τις ευθύνες για την προσφυγή της χώρας στον μηχανισμό διάσωσης, τον Μάιο του 2010. Ευθύνες, που σύμφωνα με τον ίδιο απονέμονται στους Παπανδρέου και Παπακωνσταντίνου, καταλογίζοντας τους «εμμονή» με τον συγκεκριμένο τρόπο σωτηρίας της χώρας. Η ομολογία του όμως παρουσιάζει κενά και σίγουρα δεν μοιάζει ρεαλιστική. Έχει ξεκάθαρα μικροπολιτικό χαρακτήρα και δεν θέλει να αποκαταστήσει την ιστορία.
Κανείς δεν ξεχνάει πως ο ίδιος ο Λοβέρδος ήταν κορυφαίο στέλεχος των κυβερνήσεων Παπανδρέου και κατά συνέπεια συν-διαμορφωτής της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής εκείνη την εποχή. Επομένως, αν τότε προέκυψε για τον ίδιο πρόβλημα συνείδησης, αναρωτιέται κανείς, γιατί δεν προτίμησε τον δρόμο της παραίτησης, ακολουθώντας τα τότε μέλη της ΚΟ του ΠΑΣΟΚ, Δημαρά, Σακοράφα και Οικονόμου;
Επιπλέον κανείς δεν θα πρέπει να λησμονεί πως η απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ήταν ομόφωνη. Κι αντίρρηση δεν εκφράστηκε, ούτε καν σε επίπεδο «δημοσιογραφικής διαρροής» κάτι που βέβαια φανερώθηκε πρόδηλα στους δρόμους, γράφοντας τον επίλογο εκείνων των ημερών, στα τραγικά γεγονότα της MARFIN.
Το λάθος Λοβέρδου όμως, πολιτικά, ανάγεται σε πολλά επίπεδα. Παρεξηγεί το σκεπτικό της προσφυγής στον μηχανισμό, δυσφημίζοντας μια τιτάνια προσπάθεια που ξεκίνησε τότε και η οποία συνεχίζεται ακόμα και σήμερα. Αποπροσανατολίζει την κουβέντα, επικεντρώνοντας την προσοχή, σε μια απόφαση που ήταν στην ουσία μονόδρομος, από την στιγμή που καμία κυβέρνηση των τελευταίων ετών δεν επιχείρησε οικονομικό νοικοκύρεμα, καταστρώνοντας ένα «εσωτερικό μνημόνιο». Επιπλέον δικαιώνει τους πάσης φύσεως «συνωμοσιολόγους» που κάνουν λόγο για δάνεια από Κίνα, Ρωσία κλπ την στιγμή που είναι παγκοίνως γνωστό πως ο πρόεδρος Πούτιν, στο πρόβλημα δανεισμού της Ελλάδας έδειξε
αυτομάτως στον Παπανδρέου τον δρόμο της Παγκόσμιας Τράπεζας και του ΔΝΤ, την στιγμή που οι Ευρωπαίοι κώφευαν, χαμογελώντας σαρδόνια για την «τιμωρία» της Ελλάδας που έβλεπαν να έρχεται πιστεύοντας πως δεν τους αγγίζει.
Ο Λοβέρδος ψάχνοντας πολιτική επιβίωση και επν-επιβεβαίωση, λοιδορεί μια προσπάθεια, στην οποία και ο ίδιος συνέβαλε. Σιωπά όπως και πολλοί άλλοι, για τις παραλείψεις κυβερνήσεων κυρίως από το 2000 και μετά, που συνέτειναν με τον τρόπο τους στην σημερινή απροχώρητη κατάσταση. Όπως η κυβέρνηση Σημίτη, μετά τις εκλογές του 2000 που ανέκοψε κάθε μεταρρυθμιστική της ορμή, υπαναχωρώντας στις απαιτήσεις των συντεχνιών και «τυφλωμένη» από την προσήλωση στον στόχο της διοργάνωσης των Ολυμπιακών, παρουσίασε εφιαλτικά σημάδια στασιμότητας και διαχειριστικής αδράνειας. Όπως και οι κυβερνήσεις Καραμανλή που παρήγαγαν μηδενικές πολιτικές, την στιγμή που επέδειξαν αυξημένη δραστηριότητα στην παραγωγή σκανδάλων. Που άπλωσαν το κράτος-επιχειρηματία σε δείγμα ενός Κεϋνσιανισμού του ’70, με μόνη φωτεινή εξαίρεση την περίπτωση της αποκρατικοποίησης της Ολυμπιακής. Και που την διετία του 2007-2009, υπέρ-διόγκωσαν το έλλειμμα με τις καταστροφικές επιλογές των αγροτικών επιδοτήσεων και της απόσυρσης των αυτοκινήτων. Χωρίς όλα αυτά η χώρα δεν θα απέφευγε βέβαια την κρίση, αλλά θα άλλαζε τους όρους εισόδου της σε αυτήν. Κυβερνήσεις που ξεκάθαρα σκέφτονταν με το βλέμμα στην κάλπη. Όπως ακριβώς και ο Λοβέρδος.
Συνοψίζοντας, είναι σαφές πως οι πολιτικές μεταλλάξεις οβιδιακού χαρακτήρα, σε μια τέτοια εποχή πολιτικής ρευστότητας, μόνο καχύποπτα μπορούν να λαμβάνονται. Ο πολιτικός οπορτουνισμός, μπορεί σε κάποιες περιπτώσεις, να είναι θεμιτός, όταν όμως υποδαυλίζει πάθη, καταργώντας την κοινή λογική και υπονομεύοντας την δύσκολη εθνική προσπάθεια, είναι τουλάχιστον ασυγχώρητος. Ο Ανδρέας Λοβέρδος σε αυτήν την περίπτωση αγνοεί την ρήση του προέδρου Lyndon Johnson, που παραφρασμένη ελαφρώς τόνιζε, πως καλύτερα και πιο έντιμα θα ήταν κανείς να «διαφωνεί» από «μέσα», παρά να παριστάνει τον ήρωα από «έξω».
Διονύσης Γ. Γράψας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια
Δεν βρέθηκαν σχόλια γι'αυτό το άρθρο.
Γίνε ο πρώτος που θα σχολιάσει το άρθρο χρησιμοποιώντας την παρακάτω φόρμα