Τρίτη, 26 Φεβρουαρίου 2019

«Γέφυρα» κεντροαριστερών καιροσκόπων ή πώς τα «δεκανίκια» του ΣΥΡΙΖΑ δεν… πουλάνε



Η χθεσινή παρουσίαση της πρωτοβουλίας «Γέφυρα» είχε μεγαλύτερη σχέση με τις προεκλογικές ανάγκες του ΣΥΡΙΖΑ παρά με την υπόθεση του «προοδευτικού μετώπου»
Όπως και να το δει κανείς μια «ανοιχτή εκδήλωση» που λαμβάνει χώρα στις 13.00 δεν είναι «ανοιχτή εκδήλωση». Εκτός και εάν υποθέσει κανείς ότι απευθύνεται σε ανθρώπους που είναι ανεπάγγελτοι.
Η κοινή λογική επιβάλλει οι δημόσιες ανοιχτές εκδηλώσεις να γίνονται μετά το πέρα του συμβατικού ωραρίου εργασίας των περισσότερων ανθρώπων, ώστε να μπορέσουν να την παρακολουθήσουν. Ειδάλλως, πώς μπορεί να οριστεί ως ανοιχτή εκδήλωση;
Αντιθέτως, ήταν η συνήθης ώρα των συνεντεύξεων τύπου. Δηλαδή, των διαδικασιών που γίνονται για να ενημερωθούν τα Μέσα Ενημέρωσης και να μπορέσουν οι διοργανωτές να προλάβουν τον «ενημερωτικό κύκλο» που ξεκινάει με τα μεσημεριανά και αργότερα βραδινά δελτία και τις ιστοσελίδες και καταλήγει στις εκδόσεις των εφημερίδων την άλλη μέρα.

Άλλωστε, είναι γεγονός ότι το ακροατήριο της «ανοιχτής εκδήλωσης» δεν ήταν ο «κόσμος της κεντροαριστεράς», αλλά κατά βάση ανώτερα κομματικά και κυβερνητικά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, άντε και ορισμένα πολιτικά ορφανά που άφησε πίσω του το πάλαι ποτέ ισχυρό ΠΑΣΟΚ.

Και όπως ήταν αναμενόμενο η «Γέφυρα» συνεννόησης των προοδευτικών δυνάμεων έπεσε σαν τη γέφυρα των 101 ετών στα Χανιά. Χωρίς αντίσταση με μόνο ορισμένα «επεισόδια» στην ταραχώδη σχέση Αλέξη Τσίπρα και Φώφης Γεννηματά.

Μόνο τις παρουσίες στην εκδήλωση να δούμε θα καταλάβουμε το θνησιγενές της προσπάθειας ή αν θέλετε, μια ακόμη αλυσιτελής προσπάθεια του ΣΥΡΙΖΑ να δημιουργήσει φουρτούνες στην Κεντροαριστερά.

Το «παρών» έδωσαν ο Νίκος Μπίστης, ο Γιάννης Ραγκούσης, η Μαριλίζα Ξενογιαννακοπούλου, η πρώην ευρωβουλευτής Άννα Καραμάνου και άλλα λιγότερα γνωστά μικρομεσαία στελέχη του παλιού ΠΑΣΟΚ και του ΚΙΝΑΛ. Δηλαδή… ένα ωραίο τίποτε μαζί με Μπίστη, Λιάκο, Ρεπούση.

Η αίθουσα, που μάλλον μνημόσυνο θύμιζε παρά δυναμική πρωτοβουλία, γέμισε από υπουργούς. Σκουρλέτης, Βούτσης, Φίλης, Ξυδάκης, Τζανακόπουλος, Χαρίτσης αλλά και… Παπαχριστόπουλος. Αυτή ήταν η Κεντροαριστερή «Γέφυρα» που έριξε ο ΣΥΡΙΖΑ.

Μια «Γέφυρα» που φρόντισαν νωρίτερα να ρίξουν οι Γ. Παπανδρέου και Κ. Λαλιώτης. Ο πρώτος εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση στον ΣΥΡΙΖΑ και τον Τσίπρα λέγοντας ότι είναι ό,τι πιο συντηρητικό υπάρχει. «Αυτοί που μας έλεγαν παλαιοτέρα γερμανοτσολιάδες και Πινοσέτ, τώρα μας θεωρούν πολύφερνες νύφες, γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ ενδιαφέρεται για τις ψήφους ενόψει εκλογών».

Ο δε Λαλιώτης με επιστολή του στο «Βήμα» επίσης διέψευσε ότι είναι υπέρ της σύγκλισης του ΣΥΡΙΖΑ με το ΚΙΝΑΛ. Και κάπως έτσι ο Τσίπρας μένει με όσα «ορφανά» έχει μαζέψει τελευταία (Ξενογιαννακοπούλου, Τόλκα, Μωραϊτης) μαζί με τα δεξιά «ορφανά» (Κουίκ, Κουντουρά, Κόκκαλης κ.λπ.).
Η «Επιχείρηση Κεντροαριστερά» του Αλέξη Τσίπρα

Παρότι ιστορικά η διαδρομή της ηγετικής ομάδας τους ΣΥΡΙΖΑ μέσα σε όλες τις διαιρετικές γραμμές της ανανεωτικής αριστεράς και αργότερα του Συνασπισμού ήταν πάντα από την πλευρά αυτών που επέμεναν στην ανεξαρτησία της αριστεράς από το κραταιό τότε ΠΑΣΟΚ, τώρα οι όροι του παιχνιδιού έχουν αντιστραφεί.

Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ επιμένει ότι σήμερα η στρατηγική τοποθέτηση, μετά και τον απεγκλωβισμό από την «τοξική» συνεργασίας με τον Πάνο Καμμένο και τους ΑΝΕΛ, είναι η διαμόρφωση ενός προοδευτικού μετώπου που να περιλαμβάνει τόσο τον ΣΥΡΙΖΑ όσο και την κεντροαριστερά.

Πλέον είναι η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ που σε αντίθεση με όσα μπορεί να έλεγε την προηγούμενη δεκαετία, ή ακόμη και στην περίοδο 2010-2015, επιμένει στο «συνεχές» ανάμεσα στον ΣΥΡΙΖΑ και την Κεντροαριστερά.

Μάλιστα, η τοποθέτηση αυτή, που κάποτε ήταν αιτία διασπάσεων στο εσωτερικό της ανανεωτικής αριστεράς, πλέον γίνεται και σχετικός παράγοντας συνοχής, αφού σε αυτήν συγκλίνουν όχι μόνο οι υποστηρικτές του Αλέξη Τσίπρα αλλά και ένα τμήμα της εσωκομματικής αντιπολίτευσης. Εδώ και καιρό στελέχη όπως ο Νίκος Φίλης ή ο Πάνος Σκουρλέτης επέμειναν σε μια τέτοια κατεύθυνση. Μόνο η τάση των 53+ υποστηρίζει ότι μια μεγαλύτερη σύμπλευση με την κεντροαριστερά στην πραγματικότητα θα είναι η αφορμή για να μπουν στο περιθώριο οι δικές της «ριζοσπαστικές» ευαισθησίες.

Η προσπάθεια του ΣΥΡΙΖΑ να διεκδικήσει το κέντρο

Η στρατηγική αυτή, φυσικά, δεν υλοποιήθηκε μόνο με ανοιχτές προσκλήσεις αλλά και μέσα από μια συστηματική προσπάθεια να αποδιαρθρωθεί η όποια προσπάθεια συσπείρωσης της ίδιας της κεντροαριστεράς.

Εδώ είναι πολύ χαρακτηριστικός ο τρόπος που χρησιμοποίησαν την υπόθεση της Συμφωνίας των Πρεσπών. Στον ΣΥΡΙΖΑ γνώριζαν καλά ότι στην Κεντροαριστερά υπάρχει όντως μια ισχυρή τάση ευρωπαϊσμού και κοσμοπολιτισμού και υπέρβασης των όποιων ανοιχτών ζητημάτων υπήρχαν. Από την άλλη ήξεραν ότι στον κύριο όγκο του ΠΑΣΟΚ υπήρχε και υπάρχει πάντα, έστω και ως συμβολισμός, μια ισχυρή πατριωτική αναφορά.

Από τη στιγμή, που έγινε σαφές, με αφετηρία και την αρνητική θέση που είχε πάρει η ηγεσία της ΝΔ, ότι η Συμφωνία των Πρεσπών δεν θα πήγαινε με όρους συναίνεσης, η κυβέρνηση γνώριζε τη διαίρεση που θα αναδυόταν στο εσωτερικό της ευρύτερης κεντροαριστεράς. Έτσι λοιπόν συνεπικουρούμενη και από τις διάφορες παρεμβάσεις της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας αξιοποίησε τη Συμφωνία και για να αποδιαρθρώσει την προσπάθεια μετατροπής του ΚΙΝΑΛ σε πόλο ευρύτερης συσπείρωσης. Βοήθησαν, βέβαια, σε αυτό και τα προβλήματα συνοχής, φυσιογνωμίας και στρατηγικής που το συγκεκριμένο εγχείρημα ούτως ή άλλως είχε.

Είναι αλήθεια ότι σε επίπεδο ενός τμήματος του ακροατηρίου της κεντροαριστεράς, πιο μορφωμένου, πιο προσανατολισμένου προς την Ευρώπη, πιο κοντινού σε ένα πρόταγμα εκσυγχρονισμού ως απαλλαγής από «εμμονές του παρελθόντος» η συμφωνία των Πρεσπών έπαιξε ρόλο.

Όμως, η κεντροαριστερά στην Ελλάδα δεν ήταν ποτέ μόνο αυτό το κομμάτι. Για την ακρίβεια δεν ήταν ποτέ κυρίως αυτό το κομμάτι. Η κεντροαριστερά στην Ελλάδα είναι ένα ιστορικό λαϊκό ρεύμα, γειωμένο στην ίδια την κοινωνική πραγματικότητα και στις αγωνίες πρώτα και κύρια των λαϊκών τάξεων στη χώρα μας. Η ιστορικότητα αυτού του ρεύματος διακυβεύτηκε και τραυματίστηκε βαριά στην περίοδο των μνημονίων και στην αδυναμία διαδοχικών ηγεσιών να μπορέσουν να προτείνουν πειστική διέξοδο (αλλά και αυτοκριτική για την προηγούμενη περίοδο).

Ο ΣΥΡΙΖΑ πάνω σε αυτό πάτησε και εκτοξεύτηκε εκλογικά. Όμως, το έκανε περισσότερο ως εκλογική λύση διαμαρτυρίας και ανάγκης, παρά ως διαμόρφωση ενός πολιτικού χώρου που να εκπροσωπεί μια ιστορική δυναμική στην ελληνική κοινωνία, με τον τρόπο που π.χ. το έκανε το ΠΑΣΟΚ στις αρχές της δεκαετίας του 1980 όταν με υλικό και απτό τρόπο έφερε μια σχετική δικαίωση των διαρκώς αδικημένων της μετεμφυλιακής περιόδου.

Οι πολλαπλοί δρόμοι προς τον καιροσκοπισμό

Όλα αυτά δεν αναιρούν ότι στο σημερινό πολιτικό τοπίο, το ερώτημα μιας προοδευτικής πολιτικής εντός της μεταμνημονιακής «κανονικότητας», προφανώς περιλαμβάνει και τη συνάντηση ανάμεσα στο χώρο του ΣΥΡΙΖΑ, ένα χώρο πλέον ως προς την πολιτική και κυβερνητική πρακτική σαφώς μετατοπισμένο προς την κατεύθυνση μιας ευρωπαϊστικής σοσιαλδημοκρατίας, και το χώρο της ιστορικής κεντροαριστεράς.

Μόνο που αυτή η συζήτηση δεν μπορεί να προσπερνά ορισμένες κρίσιμες παραμέτρους που αφορούν όχι απλώς τις τυπικές διακηρύξεις, αλλά και το ίδιο το ύφος και το ήθος της εξουσίας.

Είναι προφανώς ότι προοδευτικό μέτωπο δεν μπορεί να γίνει με όρους άσκησης πολιτικής όπως π.χ. τους οραματίζεται ο κ. Πολάκης. Ούτε μπορεί να είναι μια επανάληψη της πρακτικής του προσεταιρισμού στελεχών άλλων κομμάτων, πολύ συνηθισμένης στα ελληνικά κόμματα, αλλά που όμως δεν αποτελεί ακριβώς στρατηγική «σύγκλιση».

Κυρίως, όμως, δεν μπορεί να γίνει με όρους απλής αναζήτησης πολιτικής στέγης για ένα σύνολο στελεχών που ήταν απλώς συνηθισμένα να βρίσκονται εντός αυτού που συνήθως ονομάζουμε «κεντρική πολιτική». Και πρέπει να δούμε ότι αυτό το κριτήριο της αναζήτησης κεντρικής πολιτικής αναφοράς έχει χαρακτηρίσει, καλώς ή κακώς, αρκετές φορές τις τελευταίες δεκαετίες στελέχη των ιστορικών διαδρομών της ανανεωτικής αριστεράς, είτε όταν μετατοπίζονταν προς το εκσυγχρονιστικό ΠΑΣΟΚ, είτε όταν ανακάλυπταν εκ νέου την αριστερά, είτε τώρα.

Πάνω από όλα δεν μπορεί να γίνει χωρίς έναν πραγματικό απολογισμό της κυβερνητικής διαδρομής και των αποτελεσμάτων που είχε ο ΣΥΡΙΖΑ.

Γιατί εάν το μόνο πρόβλημα εντοπίζεται «σε δισταγμούς και ολιγωρίες που μπλοκάρουν τον θεσμικό εκσυγχρονισμό της χώρας», αλλά κατά τα άλλα «η κυβέρνηση διηύθυνε, μέσα από δύσκολες συμπληγάδες, την έξοδο της χώρας από τα μνημόνια […] έχει στο επίκεντρο της προσοχής της τα ασθενέστερα στρώματα της κοινωνίας, προχώρησε σε δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις […] και ακολουθεί φιλοευρωπαϊκή πολιτική», αναρωτιέται κανείς γιατί διάφορα στελέχη δεν στήριξαν εξαρχής τον Αλέξη Τσίπρα, αλλά επιλέγουν να το κάνουν προεκλογικά.

Η ανάγκη πολιτικού και προγραμματικού διαλόγου για μια διαφορετική πορεία της χώρας είναι παραπάνω από αναγκαία. Αλλά πρέπει να είναι ακριβώς διάλογος επί προτάσεων, επί προγραμμάτων, επί θεσμικών προτάσεων.

Διαφορετικά είναι απλώς ένας ακόμη επικοινωνιακός χειρισμός σε ένα εκλογικό χρηματιστήριο όπου έχουν αρχίσει μαζικά οι τοποθετήσεις. Με αρκετό «αέρα» όμως.
in.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια
Δεν βρέθηκαν σχόλια γι'αυτό το άρθρο.
Γίνε ο πρώτος που θα σχολιάσει το άρθρο χρησιμοποιώντας την παρακάτω φόρμα