Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2012

«Πέθανε ο Αλβανός. Τώρα ποιος είναι ο Θεός σου;»

Tο χρονικό της διπλής δολοφονίας        
Μέσα από τις συνομιλίες των κατηγορούμενων ως δραστών

Άκρως αποκαλυπτικό είναι το χρονικό της διπλής δολοφονίας πατέρα και γιου Μεσάι μέσα από τις συνομιλίες που έχουν καταγραφεί από την Αστυνομία και οι οποίες συγκλονίζουν.
Άλλες κατανοητές και άλλες όχι, σκιαγραφούν μια περίεργη κατάσταση που είχε δημιουργηθεί την περίοδο εκείνη μεταξύ των φερόμενων ως μελών της εγκληματικής οργάνωσης. Σε ορισμένες αναφέρονται ονόματα και σε άλλες όχι, ενώ, όπως έχουμε αναφέρει και σε προηγούμενα δημοσιεύματά μας, οι απομαγνητοφωνήσεις των συνομιλιών δε γίνονταν την ημέρα που καταγράφονταν. Η δε ταυτότητα αρκετών εκ των ατόμων που μιλούσαν ή αναφέρονταν, ταυτοποιήθηκε αρκετά μετά τη δολοφονία.
ΧρονικόΑπό τις 25 Νοεμβρίου, τα αδέλφια Β.Β. και Χ.Β. δείχνουν στις συνομιλίες τους να τους απασχολούν οι κινήσεις του Αλβανού Φελίμ Μεσάι, αφού συζητούν για τα αυτοκίνητα που έχει στην κατοχή του και αν αυτά που βλέπουν να κυκλοφορούν έξω από το σπίτι του Β.Β., ανήκουν σε αυτόν. Μάλιστα, ο Χ.Β. παροτρύνει τον Β.Β. «να προσέχει και να έχει τα μάτια του δεκατέσσερα»:

Β.Β.: Να ξέρεις ο Αλβανός είναι πολύ π….παιδο.
Χ.Β.: Ποιος Αλβανός, ο Φίλιππας;
Β.Β.: Ναι.
Χ.Β.: Ναι, ρε, να προσέχεις. Ευτούνος είναι π…, μπορεί να σου κάνει το φίλο και να σε πυροβολήσει στον ύπνο σου…
Την επόμενη ημέρα, πάλι σε μεταξύ τους συνομιλία, τα δύο αδέλφια συζητούν για μια γυναίκα (από τις αρχές συμπεραίνεται πως πρόκειται για τη γυναίκα του Β.Β.), εκφράζοντας απορίες για τη συμπεριφορά της και σημειώνοντας ότι κάτι μπορεί να συμβαίνει «με τον κουμπάρο». Στη συνέχεια ο Β.Β. εκφράζει το φόβο: «Θέλουν να μου κάνουν κακό. Πρέπει να λάβουμε τα μέτρα μας».
Την ίδια ημέρα, ο Β.Β. εμφανίζεται να μιλάει με τον «Νίκο», τον οποίο οι αρχές ταυτοποίησαν στη συνέχεια με τον Αλβανό εκτελεστή που συνέλαβαν:
Β.Β.: Έλα, αδελφέ, τρέμουν τα νεύρα μου. Ετοιμάσου, βρες δύο πιστόλια σιγαστήρες, έρχομαι να σε πάρω. Θα τους γ…. όλους, Νίκο, ετοιμάσου. Αυτά που αφήσαμε στην Ηγουμενίτσα θα τα τελειώσουμε τώρα.
Νίκος: Εντάξει, θα προσπαθήσω να τα βρω αυτά τα δύο.
Β.Β.: Όλους, όλους, να τελειώνουνε (αρκετές φορές στις τηλεφωνικές συνομιλίες, ο Β.Β. έδινε το τηλέφωνο σε ανθρώπους που βρίσκονταν δίπλα για να μεταφέρει αυτά που τους λέει, καθώς αντιμετωπίζει πρόβλημα με τη φωνή του)
Νίκος: Κατάλαβα, ρε, κατάλαβα.
Β.Β. (μέσω τρίτου): Ετοιμάσου, αύριο θα ’ρθει να σε πάρει.
Επίσης, στις 26 Νοεμβρίου (τρεις ημέρες πριν από τη δολοφονία πατέρα και γιου), σε νέα τηλεφωνική επικοινωνία, ο Β.Β. με τον «Νίκο» δίνουν ραντεβού για το επόμενο βράδυ, σε ταχυφαγείο έξω από την Αθήνα, για τα «εργαλεία». Ο «Νίκος» φαίνεται να δυσκολεύεται να βρει τόσο γρήγορα αυτά που του ζητάει ο Β.Β. και του λέει ότι ψάχνει. Ο Β.Β. του απαντάει: «Άμα δε βρούμε αυτό, θα πάρουμε δύο σπαστά και δε θα μείνει κανένας, όλοι θα πεθάνουνε, δε θα μείνει κανένας».
Σε νέα τηλεφωνική επικοινωνία, την ίδια ημέρα, ανηψιός του Β.Β. που μιλάει με τον «Νίκο», εκ μέρους του Β.Β. και παρουσία του, του λέει «να προσέχει μην τον πάρει τηλέφωνο ο Φίλιππας» και ότι δεν έχει εμπιστοσύνη σε κανέναν:
Νίκος: Τι δουλειά έχω εγώ με το Φίλιππα.
Ανιψιός: Γιατί αυτός, λέει, ξέρει πολλά και πρέπει να μιλήσετε, να δούμε τι θα κάνετε και με αυτόν.
Στη συνέχεια της συνομιλίας ο Β.Β. δηλώνει την εμπιστοσύνη του στον «Νίκο» και του μεταφέρει μέσω του ανηψιού:
Ανηψιός: Μέχρι θανάτου, λέει, θα σε έχει δίπλα του. Μέχρι την τελευταία πνοή θα σε έχει δίπλα του.
Νίκος: Αφού ξέρει, τελευταία λάθη πέσ’ του.
Ανιψιός: Θα βρεις και έναν άλλον, λέει, ομάδα θανάτου, λέει, όπου πάτε να τελειώνετε.
Νίκος: Δε χρειάζομαι κανέναν άλλον, εγώ μόνος μου.
Ανηψιός: Τέρμα, τους γ…… όλους.
Νίκος: Μ…. από το τηλέφωνο, μ….. είναι αυτά που κάνουμε.
Ανηψιός: Εντάξει, τα λέμε αύριο.
Τα μεσάνυχτα της ίδιας ημέρας ο Β.Β. μιλάει με έναν από τους κατηγορούμενους και προφυλακισμένο, ο οποίος σε άλλη συνομιλία είχε πει ότι είναι ανηψιός:
Β.Β.: Άκου, κάτι πέρασε από το μυαλό μου και άμα είναι έτσι θα γίνει της π….. Νομίζω ότι αυτός που έρχεται εδώ, έρχεται για να βλέπει τι κάνω. Κάποιος τον στέλνει, ο π…. ο Αλβανός. Αύριο πρωί πρωί, 9 η ώρα, θα έρθεις εδώ με τον Μ. και θα τον φέρουμε εδώ και θα του πάρουμε το κινητό, τάχα ότι θέλουμε να πάρουμε ένα τηλέφωνο. Και θα κοιτάξουμε μέσα τα εισερχόμενα και τα εξερχόμενα. Πρέπει να γράψουμε όλα τα τηλέφωνα που τον έχουν πάρει και τα έχει πάρει.


Ραντεβού
Πρώτες πρωινές ώρες 28ης Νοεμβρίου σε νέα επικοινωνία του Β.Β. με τον κατηγορούμενο που μιλούσε παραπάνω, εκφράζονται φόβοι, αλλά για άτομο που δεν κατονομάζεται στα απομαγνητοφωνημένα κείμενα:
Β.Β.: Αυτός είναι ένοχος, έχεις δίκιο, κάτι συμβαίνει.
Β.: Εγώ στο είπα. Μου είπε ότι σε φοβάται και άμα σε φοβάται, ξέρει ότι θα του την κάνεις. Και για να μην του την κάνεις, θα στην κάνει εσένα.
Β.Β.: Ωραία, πρέπει κάτι να κάνουμε αύριο να τελειώνουμε λοιπόν.
Β.: Αυτό σου λέω, για να μην τον σκοτώσεις αυτόν, θα σε φάει εσένα.
Β.Β.: Μη μιλάμε στο τηλέφωνο.
Το μεσημέρι της ημέρας αυτής ο ανιψιός Β. έχει καλέσει από το τηλέφωνο του Β.Β. τον Φελίπ Μεσάι και του ζητάει την επόμενη ημέρα να έρθει στο σπίτι για μια δουλειά. Ο Φελίπ Μεσάι τούς λέει ότι είναι στην Κυπαρισσία, δουλεύει και δεν μπορεί, αλλά τελικά απαντά καταφατικά.
Το απόγευμα της 28ης Νοεμβρίου ο «Νίκος» σε συνομιλία λέει ότι ξεκινά να έρθει με το λεωφορείο, ενώ σε άλλη συνομιλία ο Β.Β. ζητάει από τον αδελφό του Χ.Β. να πάνε να πάρουμε το όπλο το «ντε τε». Το ίδιο βράδυ, ο «Νίκος» έχει φτάσει στην Καλαμάτα και είναι μαζί με τον Β.Β., αφού από το τηλέφωνο του Β.Β. μιλάει με τον Χ.Β.
Νωρίτερα, ο «Νίκος» έχει φτάσει με το ΚΤΕΛ και τον παραλαμβάνουν από τη στάση του νοσοκομείου.
Το πρωί της 29ης Νοεμβρίου, ημέρα της δολοφονίας, λίγο πριν από τις 11.00, ο ανηψιός Β. και κατηγορούμενος μιλάει στο τηλέφωνο με τον Β.Β.:
Β.: Έλα, θείε, έλα σπίτι.
Β.Β.: Γιατί, έγινε τίποτα;
Β.: Ναι, έχει και το παιδί του κοντά.
Β.Β: Τι λες, ρε, γιατί το αφήσατε, γιατί το άφησες, στα α…. μας. Γιατί δεν του πες να γυρίσει; Να πάει το παιδί και να γυρίσει. Να έρθει σε μια ώρα, γιατί δεν του το λες;
Β.: Με το που ήρθε αυτός σπίτι κορνάρανε και τα κέρατα από πίσω του.
Β.Β.: Ποια κέρατα;
Β.: Τα κέρατα, η Αστυνομία.
Β.Β.: Γιατί;
Β.: Δεν ξέρω. Αυτός μου λέει θα πάει στην Κυπαρισσία για κάνα μήνα για ελιές, δεν μπορεί να ξαναγυρίσει, λέει, μετά, είναι το παιδί του κοντά.
Β.Β.: Τι λες, ρε; Πλάκα μου κάνεις; Τι θα κάνουμε τώρα; Πάρ’ τον τηλέφωνο, πέσ’ του ότι θα ’μαι εκεί σε μια ώρα. Και δε μας ενδιαφέρει, μη μιλάς για το μικρό, δε μας ενδιαφέρει, το καταλαβαίνεις; Δε μας πειράζει για το μικρό, κατάλαβες;
Β.: Και το μικρό, τι θα το κάνουμε;
Β.Β.: Σκάσε γ… τη Π… σου, μη μιλάς στο τηλέφωνο. Ξέρεις τι θα κάνεις, ξέρεις τι θα κάνεις, δώσ’ μου το Νίκο.
Νίκος: Έλα.
Β.Β.: Δε με πειράζει, ρε, (ακατανόητη φράση) για το μικρό, ρε, δε μας πειράζει ρε.
Νίκος: Είναι παιδί, ρε.
Β.Β.: Το προβατάκι δε μας πειράζει, για το προβατάκι στα α… μας, ρε, το καταλαβαίνεις;
Νίκος: Και τα άλλα που ήταν πίσω, που κάνανε γκλου γκλου, τα κέρατα;
Β.Β.: Δεν πειράζει, τυχαίο ήταν.
Νίκος: Δεν πιστεύω τυχαίο, ρε, τι με βάζεις να κάνω τώρα ρε;
Β.Β.: Τι ’ναι αυτά που κάνεις, τι είναι αυτά που λέτε στο τηλέφωνο, άσ’ το γ… το μην κάνεις τίποτα (ακατανόητη φράση), τελείωσε, τελείωσε.
Νίκος: Πες μου τι να κάνουμε;
Β.Β.: Τίποτα, τίποτα τώρα, να μην κάνεις τίποτα (ακατανόητη φράση), τώρα μου λες τι να κάνουμε, δεν ξέρεις τι πρέπει να κάνουμε; Μιλάμε στο τηλέφωνο, έχω τρελαθεί.
Στις 11.44, ο ίδιος ο Β.Β. αρχικά και μετά δια μέσου του ανηψιού του, μιλάει με τον Φελίπ Μεσάι και τον ρωτάει τι ώρα μπορεί να έρθει το απόγευμα και κανονίζουν κατά τις 5.00, για να δει και μια προβατίνα που γέννησε. Στις 16.54 υπάρχει και δεύτερη συνομιλία μεταξύ τους, όπου λένε στο Φελίπ Μεσάι ότι «η προβατίνα πάει να πάθει μασταριά και πρέπει να βγάλουν το γάλα» και αυτός απαντάει ότι σε 5 λεπτά θα είναι εκεί.


Δολοφονία
Το απόγευμα της ημέρας της δολοφονίας, στις 18.42, ο Β.Β. μιλάει με τον επίσης κατηγορούμενο και προφυλακισμένο Γ.Π. και του ζητάει να του στείλει κάποιον στο κτήμα, «να του δώσει κάτι πράγματα».
Στις 18.56 ο Β.Β. μιλάει με τον ανιψιό του και τον ρωτάει αν όλα είναι καλά:
Β.Β.: Το μπαστούνι να μου φέρεις, την γκλίτσα να εξαφανίσεις από τα πρόβατα (ακατανόητη φράση) ψοφήσει το προβατάκι, κατάλαβες τι σου λέω; Την γκλίτσα, εξαφάνισέ τη από τα πρόβατα.
Β.: Ναι. Εντάξει.
Το βράδυ, στις 21.14, ο Β.Β. μιλάει με τον επίσης κατηγορούμενο Χ.Δ. και ο δεύτερος τον ενημερώνει ότι τώρα «πάει εκεί κάτω να πετάξει εκείνα που του είπε». Επίσης, ο Β.Β. του λέει να πάρει τηλέφωνο έναν Μπ.... και να του πει ότι ποτέ δεν του έφερε τίποτα.
Στις 21.19 μιλάει ο Β.Β. με τον ανηψιό του:
Β.: Πήγα εκεί πάνω στο Χ. το Νίκο.
Β.Β.: Ωραία, όλα καλά;
Β.: Ναι, όλα καλά. Την καραμπίνα την έχω εξαφανίσει μες στα καλάμια, δεν υπάρχει τίποτα.
Β.Β.: Σκάσε, σκάσε, τι με ενδιαφέρει εμένα; Τι μου λες εμένα, ποια καραμπίνα; (ακατανόητη φράση), εγώ τα τέτοια δω χάμω, τα προβατάκια ψοφάνε, τι μ…. λες, φέρε γάλα, φέρε γάλα…
Β.: Πού να το βρω τέτοια ώρα;
Ακολουθεί συνομιλία του Β.Β. με τον Χ., όπου ο πρώτος του αναφέρει:
Β.Β.: Με πήρε τηλέφωνο, τι μ…. μου λέει, τι καραμπίνες μου λέει γ… τη Π…. στο τηλέφωνο. Τι είναι αυτά που λέει ο μ…. Τι ξέρω γω; Τι μου λέει; Εγώ περιμένω γάλα για τα προβατάκια μου, ψοφάνε τα προβατάκια μου.
Αναστάτωση φαίνεται να υπάρχει και μεταξύ των άλλων κατηγορούμενων ως μελών, αφού σε συνομιλία μεταξύ Γ.Π. και Χ.Β., στις 29 Νοεμβρίου στις 19.50, αναφέρεται:
Γ.Π.: Πω πω, τι συμβαίνει ρε γ…;
Χ.Β.: Δεν ξέρω, ρε, τι έχει γίνει, έχει έρθει εκείνο το μ…. η «Νικολέτα» κάτω.
Γ.Π.: Δεν ξέρω, εμένα μου έστειλε τα πράγματα εδώ πέρα.
Χ.Β.: Μην φωνάζεις στο τηλέφωνο, τι πράγματα;
Γ.Π.: Το όπλο.
Στις 30 Νοεμβρίου το μεσημέρι, ο Β.Β. μιλάει με τον Γ.Π. και ο δεύτερος ενημερώνει τον πρώτο ότι βρέθηκαν σκοτωμένοι πατέρας και γιος. Ο Β.Β. εμφανίζεται έκπληκτος λέγοντας ότι 5.30 έφυγε από το σπίτι του και ήταν μια χαρά και πως έχει στενοχωρηθεί με τα νέα αυτά.
Την ίδια ώρα ο Β.Β. ενημερώνει τηλεφωνικά τη σύζυγό του, επίσης κατηγορούμενη, ότι βρήκαν τον Αλβανό και το παιδί του νεκρό, ενώ το απόγευμα της ίδιας ημέρας γίνεται η εξής συνομιλία μεταξύ τους:
Α.Β. Έχω θάψει πολλούς, ρε, το θεό μου μια φορά τον θάβω, θα πιω μέχρι να πεθάνω τώρα, μέχρι να πεθάνω θα πίνω.
Β.Β.: Εγώ έναν ξέρω να πέθανε και δεν ξέρω ποιος είναι ο θεός σου. Πέθανε ο Αλβανός πέθανε, τώρα ποιος είναι ο θεός σου;Της Βίκυς Βετουλάκη




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια
Δεν βρέθηκαν σχόλια γι'αυτό το άρθρο.
Γίνε ο πρώτος που θα σχολιάσει το άρθρο χρησιμοποιώντας την παρακάτω φόρμα